Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι αποφασισμένος
πως η απέναντι όχθη
μπορεί να αποδειχθεί τελικά
ένα νησί ενδιάμεσο
Κι ακόμα πρέπει
να είσαι έτοιμος για πόλεμο
με κάποιον που κι αν νικήσεις
ίσως φανεί άξιος
της μεγαθυμίας σου
Για να περάσεις τον Υδάσπη
πρέπει να ‘σαι χορτασμένος τόσο
που να μη νοιάζεσαι καθόλου
για τους πυρετούς που λιμνάζουν
στο αίμα των κουνουπιών
και τις ζαλάδες που γλυκά
προμηνύουν το θάνατο.
Author Archives: Το κόσκινο
ατυχίες νο. 3
Ο χρόνος είναι
Το savoir vivre της
Ανημποριάς
Crash online!
Μήτε τοίνυν ταῦτα φοβοῦ καὶ γὰρ οὐδὲ πολὺ τἀργύριόν
ἐστιν ὃ θέλουσι λαβόντες τινὲς σῶσαί σε καὶ ἐξαγαγεῖν ἐνθένδε.
Επιστροφή σημαίνει πάντα ευκολότερος ορίζοντας.
Οι βάρκες είναι μια καλή ετυμολογία της λέξης πατρίδα.
Ο θεός μόνο ξέρει πως να μην γνωρίζει.
Πολύχρωμοι δισεκατομμυριούχοι
Μαύροι αλήτες
Κάθε σώμα διάφανο
Μάθημα πρώτο μιας σωστής απόδρασης.
Σιωπή.
Μάθημα δεύτερο μιας σωστής ανταρσίας.
Σιωπή.
Ο δρόμος για την κρεβατοκάμαρά μου περνά από την δική σου.
Την επόμενη φορά ας συστηθούμε.
Μόλις ενενήντα λέξεις για τόσες προσευχές.
Αν εκφέρεις καλά ένα φωνήεν έχεις ήδη κατακτήσει την ιστορία του ανθρώπου.
Επίπεδη η γη για όσους παραμένουν άφοβοι.
Υπενθύμιση: Στο επόμενο γαμήσι να μας φανταστώ σε χίλια χρόνια από τώρα.
Κώστας Ρεούσης, Αντιμικρομανιφέστο
απ’ τους αφανείς υπό νόμους της έσχατης ράτσας έως την ασυγκράτητη διάβρωση των επιφανειακών συνειδήσεων η παγκόσμια ανοησία βρίσκει χωράφι να πολλαπλασιάσει τους μονοκυττάρους παθογόνους οργανισμούς της κεραίες επί δορυφορικών συνδέσεων σημαίες επί σχιζοφρενικών εγκλημάτων μία άτσαλα δομημένη ανατολίτικη κακία εισχωρεί στη δυτικότροπη απάτη των χυδαίων συναλλακτικών πρακτικών οι κλειδαριές αφανίζονται ένας ατάλαντος στιχοπλόκος αποκαλύπτει το βραχυκυκλωματικό λόγο καταργούνται οι κλειδαρότρυπες το μάτι καταβροχθίζει τον ηδονοβλεψία τα κλειδιά αναιρούνται το αντικλείδι προσφωνεί την ουτοπία των κωδικοποιημένων αυτουργών οξειδωμένοι τενεκέδες καπηλεύονται σε φιλανθρωποφαγικά απογεύματα την άγρια βλάστηση αιδοία πιράνχας εμφανίζουν τη γυναίκα κίναιδοι πέη κονιορτοποιούν τον άνδρα το ερμαφρόδιτο λιμοκτονεί ορίζοντας τη σφαγή του ουδέτερου γένους επιστρέφει ουρλιάζοντας την στην κενό καινή αναμέτρηση το αποτύπωμα της σκόνης σκοτώνεις δείχνει τη θέση των αντί κειμένων το φλαμίνγκο η νυχτερίδα το περιστέρι το κοράκι το κουνούπι η πεταλούδα κι ο χαμαιλέοντας οδηγούν τη στρατιά του Αρχιλόχου το ό,τι ναρκοθετεί τους μηχανισμούς της σύγχυσης ένα καράβι οργώνει με την καρίνα του ψυχές να διαβάζετε ορθόδοξα ερμηνεύοντας αιρετικά
*Από τη συλλογή “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβρης 2009.
Γεράσιμος Λυκιαρδιόπουλος, από τα “Ποιήματα του μανδαρίνου”
II
0 Captain, my Captain!
Όταν μας έβρεχε το κύμα δεν είχαμε άλλη έγνοια από το σκάφος.
Φάγαμε τόσες θάλασσες στην πλάτη σκυφτοί αλλά τραγουδώντας
στον άνεμο. Κι αν έτριζε η ψυχή μας δεν λασκάρισε. Γιατί Αυτός
μας φώναζε απ’ τη γέφυρα: «Η πίστις σώζει λεβέντες μου! Αλλά
χρειάζεται κι ένα γερό χέρι στό τιμόνι!».
Το σκάφος το γλυτώσαμε. Και τότε σε πήρε τό μάτι μου. Κατέβαινες
προς το βυθό σαν ξίφος χλευάζοντας με τη λάμψη σου κάθε
μιζέρια. Εγώ κυνηγημένος από μέσα μου όρμησα στα κύματα
χωρίς σωσίβιο. Ύστερα μ’ άρπαξαν οι λέξεις — άλλο ναρκωτικό
δεν γνώρισα. Είδα την Πρέβεζα να σβήνει στης Φλάντρας τις ομίχλες,
στης Μάγχης τα νερά.
Δεν τα κατάφερα νά πνιγώ. Είδα μονάχα πώς πνίγονται άλλοι στ’
ανοιχτά του μέλλοντος και γύρισα πάλι στα δικά μου. Στενεμένος
βλαστήμαγα κάπου-κάπου μά κανένας θεός δεν με πίστεψε.
Εσύ που κουβεντιάζεις τώρα με τον Καπετάνιο, θύμισέ του τά □
λόγια του. Πες του τι μας χρωστάει. Φάγαμε τόσες θάλασσες
στην πλάτη για πάρτη του. Γιά μιαν υπόσχεση, για ένα κέρασμα
ένα μπάρ που είχε ήδη κλείσει από τότε.
Πάντως τό σκάφος το γλυτώσαμε. Το ραντεβού ισχύει πες του.
Κι ας μην υπάρχουν μάρτυρες
— επικαλούμαι τώρα το άρωμα μιάς ανάμνησης στις βιαστικές
πωλήτριες των κεντρικών αρωματοπωλείων. Επί ματαίω; Επί
ματαίω έστω. Αλβανός. Αλβανός στό Κολωνάκι. πρίγκηπας στο Μεξικό.
* “Τα Ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2002.
Θα σου στρώσω το τραπέζι | Ηλίας Κουρκούτας

Θα σου στρώσω το τραπέζι
με τραπεζομάντηλα από τον Πόντο
μαχαιροπήρουνα της γιαγιάς που έφυγε
πρησμένη από τον πόνο
από τον Αχέροντα παππού
που έγδερνε
τα σωθικά της
θα σου σερβίρω κεφτεδάκια
από χώμα αραβόσιτο
κι άμμο της ξενιτιάς
με χόρτα θάλασσας
και πόνο των Ιμαλαΐων
μια θάλασσα
χωρίς βυθό
όπως οι νύχτες κι οι ευχές
της εφηβείας
View original post 72 more words
Octavio Paz, Τρία ποιήματα
ΕΔΩ
Τα βήματά μου σ’ αυτό το δρόμο
Αντηχούν
Σ’ άλλο δρόμο
Όπου
Ακούω τά βήματά μου
Να διαβαίνουν σ’ αύτό τό δρόμο
Όπου
Μόνη αληθινή είν’ η ομίχλη.
***
ΧΡΗΣΜΟΣ
Τα κρύα χείλη τής νύχτας
Αρθρώνουν μιά λεξη
Κολώνα οδύνης
Λιθάρι κι όχι λέξη
Ίσκιος κι όχι λιθάρι
Στοχασμός από αί’&αλη
Νερό αληθινό για τα χείλη μου από αιθάλη
Λέξη από άλήθεια
Λόγος των λαθών μου
Αν είναι θάνατος μόνο για τούτον ζω
Αν είναι μοναξιά μιλώ για κείνην
Είναι η μνήμη και δε θυμάμαι τίποτα
Δεν ξέρω τι λέει και την εμπιστεύομαι
Πώς νά έχουμε τη γνώση ότι ζωντανοί
Πώς νά ξεχώσουμε πως το γνωρίζουμε
Χρόνος που μισανοίγει τά ματόφυλλα
Κι αφήνεται νά φαίνεται και μας θωρεί.
***
ΦΙΛΙΑ
Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πάνω στο τραπέζι πέφτει
Ατελείωτα
Η κώμη της λάμπας
Η νύχτα κάνει πελώριο τοό παράθυρο
Δεν υπάρχει κανείς
Η δίχως όνομα παρουσία με τυλίγει.
*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986.
Τάκης Άκος, 1968
Tη μέρα που μου έκοψαν το μουρουνόλαδο
Αρχισα να τρώω γύρη από χρυσάνθεμα
Μυρίζοντας το μωβ των αγκαθιών
Χορεύοντας γύρω από φωτιές χορό ινδιάνικο
Στο αφιονισμένο ’68.
Αεροπλανοφόρα στο λιμάνι σκιές στο φεγγάρι
Σφαγμένα περιστέρια στο Ανόι
Κόκκινη αρκούδα μαδάει ευκάλυπτο
Κάμπιες στα πεύκα δέσμες φωτός στο βράδυ
Υφαίνουν το πολύχρωμο ’68.
Ονειρα από σελυλόιντ χαράζουν σχήματα
Εύθραυστα διαγαλαξιακά
Με ανεξίτηλη μεσοαστρική σκόνη
Αμυδρό φως στη βεράντα ξεθωριάζει
Η γαλάζια νεράιδα εξαφανίζεται…
‘’Σήκω μικρέ να πας σχολείο!’’
*Από το βιβλίο “Γλυκά από Εντελβάις”, Αθήνα 2015, σελ.42.
Kaddish: tribute to late Allen Ginsberg
Purpose of tribute: October 2017 is the 50th anniversary of ‘Howl’ obscenity trial and this is also the 20th year since Allen’s death. Ginsberg broke new territory as an openly gay writer in 1950s. He also crossed over into political poetry, mystical beat poetry and tender evocations of the working class.
Recognised as one of America’s premier poets of 20th Century.
PERFORMERS of Ginsberg poems:
DJ LAPKAT, Richard Watts, Alicia Sometimes, Waffle Iron Girl, Kylie Supski, Reverse Butcher, Chalise Van Wyngaardt, Steve Smart, Benjamin Solah, Amanda Anastasi, Anthony O’Sullivan, Santo Cazzati, Sista Zai Zanda, Duncan Graham, Peter Davis.
Media interviews: wordsonthewire@gmail.com 0410606173
On Wednesday 25 October 2017 at 7:30pm
$10 ENTRY (ALL PROCEEDS AS A FUNDRAISER TO SUPPORT LGBTQI LITERARY CULTURE)
LOCATION Hares & Hyenas (03) 9494 6589
Hare Hole (Hares & Hyenas)
63 Johnston St, Fitzroy, Victoria 3065
Το τελευταίο ποίημα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι
Τέρμα θα δώσω στη ζωή μου
με μια σφαίρα απάνω στο κρανίο μου
και θα είναι εκείνη η σφαίρα
εκείνη, η πρώτη
που μπολσεβίκο εργάτη
τραυμάτισε στη μάχη,
τέρμα θα δώσω στη ζωή μου
με μια σφαίρα στου καθωσπρεπισμού το μάτι
και θα είναι εκείνη η σφαίρα
εκείνη, η πρώτη
που την άγνοιά σας, ανθρωπάκηδες
έκανε σκόνη, έκανε στάχτη.
Ναι! όπως σας τα λέω
έτσι είναι κι έτσι θα γίνει
θέλετε – δεν θέλετε
σεισμούς θα προκαλέσει
η αποδημία μου,
χίλιες εννιακόσιες δεκαεφτά
θα φέρει αναταράξεις
στο σκεβρωμένο το σαρκίο σας
στα σύννεφα θα υψωθεί
αγνοώντας την αδιαφορία
τις περίτεχνες, όλο χάρη
οσφυοκαμψίες σας
ναι! όπως σας το λέω
έτσι είναι κι έτσι θα γίνει
θέλετε – δεν θέλετε
για πάντα στη μνήμη
των φτωχών, των εξαθλιωμένων
εγώ, ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι
αιώνιος θα μείνω
χέρι με χέρι
στο αίμα βαφτισμένος
της Προδομένης Επανάστασης
μακάριος θα υψωθώ
πάνω από την ποίηση
και τις κυβερνήσεις!
Ειρηναίος Μαράκης
Francois Villon, Μπαλλάντα (Μπαλλάντα των ψιλών αθιβολών)

Villon escamotant un broc de vin dessin Gustave Janet illustration extraite du livre “Musee de Familles” 1853 1954
Γνωρίζω εγώ καλά μύγες σε γάλα,
Γνωρίζω από την ντυμασιά τον άνθρωπο,
Γνωρίζω τον καλό καιρό απ’ τον κακό,
Γνωρίζω απ’ τη μηλιά το μήλο,
Γνωρίζω το δέντρο να ιδώ το κόμμι,
Γνωρίζω πότε όλα είν’ απ’ το ίδιο,
Γνωρίζω ποιος μοχθεί ή ποιος σκολάζει,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.
Γνωρίζω το ζιπούνι απ’ την τραχηλιά,
Γνωρίζω τον καλόγερο απ’ το ράσο,
Γνωρίζω τον κύριο από το δούλο.
Γνωρίζω απ’ την κουκούλα την καλογριά,
Γνωρίζω πότε κορακίζει ο κομπωτής,
Γνωρίζω τρελούς με αθόγαλο θρεμμένους,
Γνωρίζω απ’ το βαρέλι το κρασί,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.
Γνωρίζω το άλογο και το μουλάρι,
Γνωρίζω το φορτίο τους και το γομάρι τους,
Γνωρίζω την Bietris και την Belet,
Γνωρίζω τη φίσα που αριθμεί κι αθροίζει,
Γνωρίζω όραμα και ύπνο,
Γνωρίζω το παράπτωμα των Βοημών,
Γνωρίζω τήν έξουσία τής Ρώμης,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.
Πρίγκηψ, γνωρίζω εγώ κοντολογίς τα πάντα,
Γνωρίζω τους ροδόχροους και τους χλωμούς,
Γνωρίζω το Θάνατο που όλα τ’ άναλώνει,
Γνωρίζω εγώ τα πάντα, εξόν τον ίδιο εμένα.
*Από το βιβλίο «Francois Villon, Ποιήματα», σε επιλογή και μετάφραση Τρύφωνα Β. Νικολάου, Εκδόσεις ‘Ελεύθερος Τύπος”.





