Η επόμενη επανάσταση θα είναι χρωματική

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ο επιθανάτιος ρόγχος αυτού του κόσμου έχει ήδη πληκτρολογηθεί.
Κανείς δεν κατάφερε να αντισταθεί στο φέγγος της άγραφης σελίδας.
Κανείς, ποτέ, δεν θέλησε να περιθάλψει την καταστροφή.
Κανείς, πια, δεν μπορεί να επινοηθεί.
Κανείς δεν το επιθυμεί, επίσης, για κανέναν.
Τα λίγα χρόνια που μείνανε μέχρι την ασήμαντη θλίψη
ενός μωβ διατάγματος
ή ενός χρυσαφί εραστή
ας σπαταληθούν με τις κατάλληλες λέξεις.

View original post

Μαρία Αγγελοπούλου, Δύο ποιήματα

8.

Τα μάτια της
αποκεντρωμένα
ίπτανται εικονικά.
Δυσπνοϊκό, το πρόσωπο
οξύ και αφαγία
η οσμή του.

Εμετική.

Το άγγιγμα
βραχυκύκλωμα
κινήσεων, τανάλια.

Το στήθος της.

Μαύρο.

Στέκει όρθιο
τεράστιο και σκληρό
παραγεμισμένο πέτρες, καβούρια και θάνατο.

Δεν είναι στήθος αυτό
ο διάβολος είναι.

9.

Πρόσωπο ωχρό.
Το σώμα
κουβάρι.
Η πλάτη μου αναβλύζει
ιδρώτα
από τον σβέρκο
στον κόκκυγα.
Τα δάχτυλα
στριμώχνονται
χωμένα
κάτω απ’ τα πλευρά μου.
Ρουθούνια
ορθάνοιχτα.

Μπρος-πίσω το σώμα μου.
Το στόμα μουγγανίζει.
Μμμμμ
Γμμμμ

Δίχως μυοχάλαση
χειρουργώ.
Μυρίζει καμένο δέρμα
αχνίζει λίπος
η διαθερμία.
Μια πέτρα από χολή
μια αιμάτινη στάμπα
στο πράσινο σεντόνι.

Εγώ καπνίζω
εσύ μονολογείς

“Πέτρα
απλή πέτρα
είναι”.

*Απο τη συλλογή “η απουσιολόγος”, εκδόσεις Θράκα, 2016.

Δημήτρης Γ. Καφετζής, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Μην κοιτάς τις στάχτες,
κόβεται η ανάσα σου και ποιος θα μας δώσει φωνή;

Τις νύχτες που αγκαλιάζεις τα λάθη σου
να μιλάς, να μιλάς!

Κι όταν στάζουν οι καθρέφτες το βλέμμα της απελπισίας
η σιωπή σου να ’ναι δυνατή!

Ένα ψέμα να ’σαι μες στην αλήθεια των άλλων, είναι αβάσταχτος ο πόνος.

Κι αν βλέπεις χέρια στους τοίχους και πεταλούδες να σου ψιθυρίζουν
είμαστε εμείς,
εμείς που στέκουμε πίσω από το τζάμι στους κατακλυσμούς,
εμείς τα παιδιά σου.

Τα δάκρυα είναι καυτά και τα μάτια έχουν πολλά να δουν ακόμα,
γι’ αυτό να μιλάς, να μιλάς
κι όταν έρθει η ώρα εμείς όρθιοι θα στέκουμε στην πόρτα.

Τα μάτια σου μην τα μισείς τώρα που φεύγω
και τα χέρια σου μην τα δικάζεις
γιατί η αλήθεια είναι ελεύθερη.

***

ΚΑΜΕΝΕΣ ΙΘΑΚΕΣ

Καμένες Ιθάκες εδώ κι εκεί.
Κάπου στ’ αλατοφαγωμένα βράχια της Μήλου
και στις όχθες του Αλιάκμονα.

Ατάκες και κλισέ ματιές
στο Θερμαϊκό καθώς ο γλάρος στέκεται στην πρύμνη των ματιών μας.

Λόγια δειλά, ανέξοδα, μικρά
για λίγη επιβεβαίωση όλων όσα μένουν εδώ,
εδώ να θυμίζουν το μάταιο πέρασμά μας
κι άλλοτε τον κόπο για λίγο ορίζοντα πιο καθαρό.

Μικροί σε παράγκες μιας άλλης εποχής,
αδιέξοδοι δρόμοι
και δρόμοι που σπάνε καθρέφτες.
Γαϊτανάκι «μία έξω, μία μέσα» στα εντός μας.
Λίγα «γιατί» και μια σκέψη που φέρνει ελπίδες.

Μπορεί όχι και τόσο ανώφελες…

Καλημέρα στη θάλασσα, στα μάτια τα κλειστά, στους ουρανούς τους
γαλανούς και στα σύννεφα που τόσο αγαπώ και μ’ αγαπάνε.
Γεια σου, Νεφέλη, σιωπή και χάδια του Απρίλη.

*Από τη συλλογή «Ροές» Εκδόσεις Ιωλκός, 2015.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

Αν δεν μπορείς

Ό,τι κι αν κάνεις
ό,τι κι αν πεις

αν δεν μπορείς να ξεχυθείς
παντού να μοιραστείς
να πάρεις όλες τις μορφές
να κατεβείς ως το βυθό του κόσμου

αδιάβαστος θα πας.

Ξυπόλητος δια βίου
στ’ αγκάθια θα πηγαίνεις
θα πέφτεις
ξανά θα πέφτεις και ξανά
και πάλι

σαν Σίσυφος της συμφοράς
στο λάκκο με τους λέοντες
εσύ και η αιώνια πέτρα σου.

***

Νησίδες

Όλα παίζονται
όλα μπορούν απ’ την αρχή.

Κι εσύ να βαδίζεις
να χάνεσαι στο άνοιγμα της άνοιξης
στο αίνιγμα

κι όλα να γίνονται λούνα παρκ
και παιγνιότοποι
κι οι μονοκατοικίες να λάμπουν στον ήλιο –

νησίδες ηδύτητας μες στο τσιμέντο
λυτρωτικές χρονοκάψουλες

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Οι πληγές των αγαλμάτων

Απ’ τις πληγές των αγαλμάτων
έτρεχε βροχή σ’ ένα παλιό μου ποίημα.
Κάποιες λέξεις όμως μείναν πεισματικά εκεί,
μωρές παρθένες,
περιμένοντας κάποια ανταλλαγή χέρι με χέρι.
Οι πληγές συνεχώς ακριβαίνουν από τότε
καίνε όλο και πιο πολύ συναίσθημα.
Έσχισα μια φθινοπωρινή μέρα,
τα κουρέλια της έφθασαν να ντυθεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Πέταξα βότσαλα στη θάλασσα
και εν αγνοία μου πετροβολούσα νεκρούς.
Κι απ’ τις πληγές των αγαλμάτων τρέχει βροχή.

*Από τη συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Με απληστία

Συζητώντας με τον Julio Cortázar.

Προφανώς και το έβρισκε ερωτικό να τη βλέπει να γδύνεται.
Κουρασμένος από τη ζωή ήταν· όχι νεκρός.

Μα το πιο ερωτικό απ’ όλα
ήταν να τη βλέπει να ντύνεται·
και με κάθε της ρούχο ξανά να κρύβεται.

Κι εκείνος
με απληστία
ν’ αγγίζει μία τελευταία φορά το κάθε της θαύμα

πριν κάθε της θαύμα κρυφτεί από τους νόμους τους.
Θαύμα ντροπιασμένο που είναι θαύμα.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Μαρία Πανούτσου, Αστροβόλο

τα χέρια μου βαστάνε ένα ψωμί
ένα βιβλίο
ένα μολυβί
ένα κουτί
ένα γράμμα
ένα μαντήλι
ένα απόκομμα μια εφημερίδας
ό, τι βαστάνε,
οι δυο μου χούφτες,
τίποτα περισσότερο

όλοι οι άνθρωποι είναι εν δύναμη δολοφόνοι
είναι μαζί με την κάρδια ένα συνονθύλευμα
από νεύρα που στάζουν υγρά πολλών χρωμάτων
μια αλυσίδα από εφιάλτες και φύλακες της μιας νύχτας
που βγάζουν σε δρόμους λασπωμένους

εκεί στο τέλος του λαβυρίνθου
είναι ένα ποτάμι
ακολούθησε και σμίξε
με τις νεραΐδες τα ξωτικά
εκεί σε περιμένει και ένα κομμάτι ανυπόμονο
από μένα
κρατώ στα χέρια μου όλα όσα άφησες πριν φύγεις
αντικείμενα φαγητού και μέθης
πέταξε τα στο ποτάμι
πλύνε τα χέρια και ακολούθησε τα αερικά
μόνο πρόσεξε μη κοιτάξει πίσω σου φεύγοντας
την μορφή μου

δεν είμαι πια αστρόβιλος της γης
αλλά μια δισκοβόλος του ουρανού

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Και τώρα έρχεται η ατέλειωτη νύχτα

Το καλοκαίρι ξέφτισε τα πούπουλά του στις γωνιές του δρόμου
και στις ακρογιαλιές γυρίζεις ακόμα μισόγυμνος εσύ
πάνω στ’ αχνάρια των πουλιών που έφυγαν
σφίγγω τα χείλη μου, φιλώ ευλαβικά τα χέρια σου
αντίλαλος μες στα μαλλιά από σάπιο μήλο
το καλοκαίρι κύλησε κι εμείς χωρίζουμε

Πρίγκιπα, δε μιλάς και λέω η ώρα
αργεί ακόμα. Βάζω το χέρι στον ώμο σου
και λέω στ’ αποκαΐδια των ζεστών σπιτιών που υπήρξαμε
είσαι ακόμα ένας χτύπος αγάπης
στη μαλακή φωνή σου τρέμει η ελπίδα μου
για σένα ζω τη σκοτεινιά μιας άνοιξης που παραπαίει
λέω αυτό το σώμα είναι η καρδιά μου σωστή

Μ’ αφήνεις, Άρχοντα. Το καλοκαίρι έφυγε. Η βουή
της φθινοπωρινής θάλασσας αργά σταλάζει
το τέλος που είναι πάντα πνεύμα και δάκρυ
φωτεινός στρόβιλος, ήχος καθάριου νερού, εγκαρτέρηση
πως έτσι θα πάνε όλα ως το τέλος. Ιδωμένα
σ’ ένα καινούριο όραμα που μας μεθάει
εκβιάζει άσκοπα λόγια και μικρές κραυγές
μας κάνει αδέρφια

***

ΠΡΙΓΚΙΠΑ, Η ΜΕΡΑ ΑΡΓΟΣΒΗΝΕΙ

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και τα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ
να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω
για σένα

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει

*Από τη συλλογή “Ωδές στον Πρίγκιπα” (1981).

**Πηγή: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=6787.0