Λίνα Βαταντζή, Ικεσία και ευχή

Μην λυπάσαι!
Η λύπη δεν ταιριάζει
στην όμορφη καρδιά
που φέρεις.
Τα άνθη του μυαλού σου
μόνο ηλιαχτίδες αξίζουν.
Πολλά νερά αλλάζουν
τη ροή του ποταμιού
μα ο προορισμός ένας είναι-
Η θάλασσα.

Μην επιτρέπεις
τα πέταλα της θλίψης
να σε σκεπάσουν.
Τα σύννεφα αλλάζουν μορφή
και ύστερα κλαίνε.
Μα είναι δάκρυ κάθαρσης
και το δικό μου είναι δάκρυ
ονείρου.
Πολύ δυνατή-
Πολύ αδύναμη.

Μην λυπάσαι!
Δεν είναι ήττα
της δύναμης του λόγου σου-
Εγώ είμαι άλλου κόσμου.
Είναι ο σταυρός πολύ βαρύς
για να τον άρω
αόρατο μπροστά σας.

Αν και καυχιέμαι ότι κάνω
νέα αρχή,
η ίδια πάντα μένω.

Μια ικεσία σου οφείλω
και μια ευχή-
Μην λυπάσαι!
Στο πρόσωπό σου
μόνο
χαρές
αρμόζουν.

Πόπη Γιόκαλα, Έρωτας

Ερωτεύομαι ένα άστρο
Μια αυγή
Ένα σύννεφο
Ένα φως που βγαίνει από τη χαραμάδα τής πόρτας
Και ξαφνικά γεμίζει ήλιο το δωμάτιο
Ερωτεύομαι το φεγγάρι που με κοιτά από κει ψηλά
Το ηλιοβασίλεμα που μέσα του χάνομαι και πνίγομαι βαθιά
Τη ζωή που μου χαμογελάει
Το σύμπαν όλο
Για νάχω ένα λόγο να πεθάνω.

Πασχαλιά Καραγιάννη, Ούτως ειπείν

Δεν καταφέρνω να γράψω ούτε ένα διήγημα, ούτε καν ένα ποίημα για την κρίση -για την ελληνική κρίση- διευκρίνισε η Καλίν Φλοξ Φερν στην ομήγυρη. Δε φταίει που είμαι Αγγλίδα, κάτοικος όμως Θεσσαλονίκης επί δεκαεφτά συναπτά έτη. Την πονάω τη χώρα αυτή, τη χώρα σας, είναι κομμάτι μου, είναι χώρα μου επίσης, δυστυχώ κι εγώ μαζί της και μαζί σας, αλλά ταυτόχρονα είμαι και αλλού. Υπάρχουν πολλών ειδών δυστυχίες εξάλλου. Άλλη η δυστυχία του μεροκαματιάρη σε μια χώρα φτωχή, άλλη η δυστυχία του τουρίστα που θλίβεται περιφερόμενος μέσα σ’ αυτήν. Και ως γνωστόν, υπάρχει ο εξωτερικός τουρισμός και ο εγχώριος ή εσωτερικός. Στην πραγματικότητα είχε πάρα πολλά να πει για την ελληνική κρίση η Καλίν Φλοξ Φερν. Ήταν τόσα πολλά που την έπνιγαν. Η κούρασή της ήτο τεράστια. Και ως εκ τούτου δεν κατάφερνε να πει τίποτα. Μόνο υπέμενε μια ακόμα θλιπτική συναναστροφή προσπαθώντας να συσχετιστεί με ανθρώπους που ταλανίζονταν από αγωνίες υπαρξιακές μα όχι βιοποριστικές. Που βρίσκονταν εν μέσω κρίσης αυτογνωσίας, αυτοκαθορισμού, κρίσης ταυτότητας τέλος πάντων μα όχι κρίσης επιβίωσης. Ήταν από τους τυχερούς αυτοί…

Αλλάζοντας πλευρό η Καλίν Φλοξ Φερν για να ξεφύγει από το δυσάρεστο συναίσθημα που την κατέκλυσε, άκουσε και το ξυπνητήρι να χτυπά ρυθμικά και σπαστικά, πλην όμως σωτήρια, αφού τη γλίτωσε από τα πνιγηρά συναισθήματα του ονείρου της συμμετοχής της σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν την καταλάβαιναν, που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα με κείνη. Αμέσως, μια σκέψη σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό της και τη βοήθησε να μαζέψει το σώμα της, που όπως κάθε μέρα είχε τις ψιλοενοχλήσεις του, τα πονάκια της μέσης ηλικίας σε κάποια οστά. Θεόσταλτο ήταν αυτό το όνειρο για σένα Καλίν, αυτοσαρκάστηκε υπομειδιώντας κατά τη συνήθειά της. Ναι, γιατί όχι; Αν γράψω μια τέτοια απλή ιστοριούλα χωρίς πολλά -πολλά, δίχως κουραστικές λεπτομέρειες δηλαδή, μπορώ κι εγώ να πάρω μέρος στο διαγωνισμό διηγήματος και να κερδίσω τη συμμετοχή μου στο σεμινάριο δημιουργικής γραφής του φθινοπώρου, χωρίς πληρωμή.

ΔΩΡΕΑΝ. Αλλιώς, πού λεφτά τώρα για τέτοια πράγματα… Διότι το όνομά της δεν ήτο καθόλου Καλίν Φλοξ Φερν και ούτε ήτο Αγγλίδα. Ήτο μια μεσήλικη Ελληνίδα, εργαζόμενη επί τριάντα δύο συναπτά έτη, που είχε πάρει στεγαστικό δάνειο προ κρίσης, τις δόσεις του οποίου δυσκολευόταν να πληρώνει τώρα, νιώθοντας τυχερή όμως που είχε δουλειά, αλλά και αφόρητα θυμωμένη που πλέον έπρεπε να τα στάζει στους γιατρούς, τώρα που άρχισαν να εκδηλώνονται τα προβλήματα υγείας, ενθυμούμενη βεβαίως πως της έχουν γίνει οι ανάλογες κρατήσεις για μια ιατρική κάλυψη που ποτέ της στο παρελθόν δεν χρειάστηκε. Θα πάω καμιά μέρα σαν το σκυλί στ’ αμπέλι σκέφτηκε, μόνη καθώς ήταν στη ζωή μ’ ένα παιδί μόνο, παιδί νεόσκλαβο, εργαζόμενο παιδί των 480 ευρώ του μήνα, παιδί πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τα μεταπτυχιακά του, τα πολύμηνα σεμινάριά του, τις ξένες γλώσσες του, τη χρήση υπολογιστών (επεξεργασία κειμένου, υπολογιστικά φύλλα, διαδίκτυο και όλα τα σχετικά) παιχνίδι στα δάχτυλά του και 480 ευρώ στο χέρι. Κι αν πάθω κάτι ξαφνικά, τι θα γίνει το παιδί που κρέμεται από μένα; Αυτό θα είναι το σκυλί στ’ αμπέλι, όχι εγώ. Να τι είναι τα παιδιά της σύγχρονης Ελλάδας’ σκυλιά στ’ αμπέλια, μουρμούρισε με θλίψη και υπόκωφη οργή. Αυτομάτως ήρθε, υπακούοντας σ’ έναν εσωτερικό ειρμό του μπερδεμένου μυαλού της, ένα ποίημα στη σκέψη της. Ένα ποίημα για την ανθρώπινη κακία ως πηγή όλων των δεινών, μια κακία τόσο αταίριαστη με την ψυχή των σκυλιών συμπέρανε και προσπάθησε να το απαγγείλει:

Κακία ίσον οδυνηρή βλακεία
Τραμπούκικος εγωισμός.
Κουρτίνες αδιαλλαξίας.
Ορυχεία βραχώδη και βλακώδη
κοφτερής και βάναυσης ακαμψίας.
Ματωμένες πατούσες ανυπόδητες
σε δρόμους μισαλλοδοξίας.
Μικρόνοες σαρκόσαυροι
αδηφάγα κόβουν την ανάσα.

Στο βάθος-βάθος όμως η Αναστασία Φτέρη – ναι, αυτό ήταν το όνομά της- στο βάθος-βάθος λοιπόν, ήτο πλάσμα αισιόδοξο με βαθιά πίστη στον άνθρωπο και μεγάλη αγάπη για τα σκυλιά. Αυτό το «ποίημα» δεν ήταν παρά ένα πόνημα εν είδει ορισμού της κακίας, βγαλμένο απ’ την βαθύτατη στεναχώρια μιας βραδιάς, όταν ήρθε αντιμέτωπη με όσα το εν λόγω δημιούργημα περιγράφει. Όμως ο άνθρωπος– μονολογεί η Αναστασία Φτέρη- δεν είναι μόνο αυτά που αναφέρονται σ’ αυτό. Χρειάζεται πίστη στον άνθρωπο και προσπάθεια υπέρβασης του αισθήματος αδυναμίας. Γιατί, όταν και όπου ο καλός άνθρωπος νιώθει δυνατός, η ζωή με κεφαλαία γράμματα νικάει. Και ο καλός άνθρωπος γίνεται, που πάει να πει πως είναι προϊόν προσπάθειας υπερνίκησης αδυναμιών. Κάνοντας κατόπιν ένα ακόμα νοητικό άλμα, που εκτινάχτηκε απ’ το βατήρα ενός ξαφνικού και ανέλπιστου κύματος χαράς, ενθουσιωδώς αναφώνησε:« Πόσο βαθιά πιστεύω στη νέα γενιά Ελλήνων και… Βαρβάρων! Τι να κρύβεται όμως πίσω απ’ αυτό το ξαφνικό φτερούγισμα της χαράς μέσα μου; Μοιάζει με την αθώα και «άλογη» χαρά των σκυλιών, όπως την έχω γνωρίσει μέσα από τη μακρόχρονη συμβίωσή μου με τη Φλόξι, το μικρό αδέσποτο, που σαν αδέσποτη σφαίρα καλοψυχίας σταλμένη από ανθρώπινο χέρι ανεπίγνωστο ή ανάλγητο, μπήκε στην αυλή και στην καρδιά μας πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Η Φλόξι καθημερινά μας φίλευε κροκέτες άπειρης και άλογης, ούτως ειπείν, αγάπης και ευγνωμοσύνης. Έτσι, σαν να μου φαίνεται πως, συν τω χρόνω, κάτι άρχισα κι εγώ να υποψιάζομαι απ’ αυτά τα πράγματα. Μα, στο μεσουράνημα της κρίσης η Φλόξι μου χάθηκε…». Ο μονόλογος τελειώνει με συντριβή. Μ’ ένα συναίσθημα που είναι αδύνατον να χωρέσει σε λέξεις.

Την επόμενη νύχτα η Αναστασία έχει κάποια ταραγμένα όνειρα απ’ τα οποία συγκρατεί μόνο τον αριθμό 69 που μες στον ύπνο τής καρφώθηκε στο μυαλό χωρίς να συνδέεται με τίποτα. Μετά από μέρες και αφού άρχισε να συνέρχεται κάπως από το γεγονός της αδόκητης αποχώρησης της Φλόξι– έχει περάσει ήδη ένα βασανιστικό δεκαήμερο απ’ όταν ξεψύχησε η μικρή- της έρχεται η ιδέα να ψάξει στοιχεία για τον αριθμό 69 στο διαδίκτυο.

Βρίσκει πως στα μαθηματικά είναι φυσικός, περιττός και σύνθετος αριθμός. Βρίσκει πως στην αστρονομία υπάρχει το Μεσιέ 69 που είναι ένα σφαιρωτό σμήνος, (μία σχετικώς πυκνή συγκέντρωση αστέρων με σφαιρικό ή σχεδόν σφαιρικό σχήμα, που περιφέρεται γύρω από το κέντρο ενός γαλαξία ως δορυφόρος του) σε απόσταση περίπου 30.000 ετών φωτός, στον αστερισμό Τοξότης.

Η ψυχή της γαληνεύει. Εκεί θα βρίσκεται, σκέφτεται. Ένα φωτεινό αστεράκι στο Μεσιέ 69.

«Ας μην ξεχνάμε πως τα ζώα είναι τα πρώτα θύματα του ρατσισμού», ανάγνωσε από μια αντιρατσιστική σελίδα η Καλίν Φλοξ Φερν στη γνωστή ομήγυρη. Η Καλίν που στον ξύπνιο της δεν είναι παρά μια Αναστασία, μια Αναστασία Φτέρη σαν το φτερό στον άνεμο κάποτε κάποτε, πληγείσα παντοιοτρόπως από την κρίση, όπως και πολλές άλλες Αναστασίες. «Υφίστανται μαρτύρια επειδή οι άνθρωποι θεωρούν ότι ανήκουν σε κατώτερο είδος» συνέχισε να διαβάζει. Και το κακό χειροτερεύει σε περιόδους οικονομικής κρίσης, συμπληρώνει η ίδια. Εκτός απ’ τη στάση αλληλεγγύης που αναπτύσσεται σε γνωστικούς και φιλάλληλους, σε άλλους φουντώνει ο ρατσισμός σε κοινή πλεύση με τον φασισμό.

Η γαλήνη της ψυχής της δεν κράτησε πολύ. Η Φλόξι κακοθανάτισε. Ήταν κι αυτή ένα από τα πολλά αθώα θύματα της κρίσης, ελληνικής τε και παγκόσμιας. Και οι κακοί και άδικοι θάνατοι πονάνε. «Προσδοκώ λοιπόν Ανάσταση νεκρών. Νεκρών τε και ζωντανών» καταλήγει περίλυπη.

Έχουν περάσει πια ογδόντα πέντε μέρες από το θάνατο της Φλόξι. Είναι νύχτα, 22 Ιουνίου, γύρω στις 2 π.μ. Ένα σκαντζοχοιράκι περνάει απ’ την αυλόπορτα, διασχίζει το πλακόστρωτο και σταθμεύει κάτω απ’ την καρέκλα της. Βγάζει έναν ήχο πολύ μεγάλο για το μέγεθός του. Του μιλά και τρέχει. Μπαίνει στο μικρό παρτέρι κι αρχίζει τα χρουτς χρουτς πάνω στα πεσμένα φύλλα της δάφνης. Όταν ανάβει ένα φως στην αυλή, το βλέπει ξανά, κοιτάζονται για λίγο και φεύγει βιαστικό, αλλά όχι πανικόβλητο. Είναι μικρό και δεν γνωρίζει τους κινδύνους. Μπορεί να είναι η πρώτη του νυχτερινή βόλτα. Τα σκαντζοχοιράκια γεννιούνται στις αρχές του καλοκαιριού και αρχίζουν τις μοναχικές εξερευνήσεις τους μόλις περάσει ο πρώτος μήνας της ζωής τους. Το ακολουθεί. Εκείνο στέκεται μια δυο φορές, γυρίζει το κεφαλάκι του, την κοιτάζει και συνεχίζει το δρόμο του. Χαίρεται τόσο μ’ αυτή τη γνωριμία η Αναστασία!

* Η Πασχαλιά Καραγιάννη είναι εκπαιδευτικός στο χώρο της ειδικής αγωγής, απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Διδασκαλείου «Δημήτρης Γληνός». Γεννήθηκε στη Συκαμινέα Λάρισας. Τα τελευταία δεκαεφτά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη. Την πενταετία 1994-1999 εργάστηκε στο ελληνικό σχολείο του Χαράρε, πρωτεύουσας της Ζιμπάμπουε. Αυτό είναι το πρώτο της διήγημα που το εμπνεύστηκε όταν αποφάσισε να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό με θέμα «Στα χρόνια της κρίσης».

**Το διήγημα και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν αρχικά εδώ: http://fractalart.gr/outws-eipein/

Φαίη Ρέμπελου, There’s a killer on the road

θυμάμαι ήταν Πάσχα και μου δάγκωνες την πλάτη
μανταλωμένη η πόρτα, δεν περιμέναμε
άλλος κανένας να ‘ρθει.
Μέσα στη μυστική μας ιεροτελεστία
που ως τελετή δεν θύμιζε
μαύρη η λευκή μαγεία
μόνο ιερή κατάνυξη και θεία αναισθησία.
Ήταν γεμάτη χρώματα η βραδιά
γαλάζια, κόκκινα ανοιχτά και βιολετιά.
Τότε, πριν βγάλουμε το χρώμα απ’ την ζωή μας
και τρέξουμε να σώσουμε μονάχα το πετσί μας,
που ούτως ή άλλως δεν έχει σωτηρία,
είτε μας φάνε είτε φάμε τ’ άγρια θηρία.
Ήταν Πάσχα και το τώρα έφεγγε λαμπρό
Ήταν Πάσχα, μα το μέλλον ανύπαρκτο και ζοφερό.
Μόνο αν παγώναμε για πάντα τις στιγμές μας
θα λυτρωνόμασταν απ’ τις αβάσταχτες πληγές μας.
Ή μήπως είν’ αυτό το νόημα της ζωής;
Αφού αβασάνιστα δεν βγαίνει κι αντιστέκεται η ψυχή;
Το νόημα της ζωής, προπύλαιο του θανάτου
να’ ν’ άραγε να σ’ ετοιμάζει
για τα βαθιά ανάκτορά του;
Ούτε στο πάθος, ούτε στην “αγάπη”
ούτε στην “χημεία”
δεν βρήκα της γαλήνης την απόλαυση
που μου ‘δωσε η γλυκιά αυτή αναισθησία.

*Από την ανθολογία της ομάδας Ο κύκλος Των, γεια, σ’ αγαπώ, αντίο, Αθήνα 2018.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Άκρον Ίλιον Κρυστάλ

Συμβαίνει από καιρού εις καιρόν / να παρελαύνουν φάλαγγες
χειμώνες /
σαν να χειρονομούν τα κύματα κερκίδες / σε κάποιο σώμα
ανοχύρωτο ξηράς /
‘Οταν περνάς τα χρόνια στο νερό / όχι ως ναυτικός / παρά σαν
λάθος σημαδούρα /
έχεις να πεις για τα ναυάγια πολλά.

Σε κάποια άλλη εποχή
Θα είχα βγάλει απ’ το συρτάρι το ψαλίδι
Θα έφερνα στο ύψος μου κλαδιά από μηλιές
Θα έκοβα χορτάρι
Θα έκοβα χωρίς λύπη
Θα γέμιζα μια κίτρινη αγκαλιά την πίσω θέση
Και μετά οδός Δελφών
Θα σκόρπιζα Φθινόπωρο
Κι ένα βάζο θα θέριζε.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο οικόπεδο”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Χριστόφορος Τριάντης, Παιχνιδάκια

Πάρτε τα παιχνιδάκια σας
μικροαστοί μου
και κρύψτε τα (προσεκτικά)
στα κρεβάτια σας.
Θα γεννήσουν
μπόλικες ηδονές
για ν’ αντέξετε πλήξη
και ύπαρξη
(έχουν κοινά σημεία).
Και μετά βγείτε στους σωρούς
με τ’ αναθέματα
κι εκεί κλείστε τις βολές σας,
μην τύχει
και τις αδυνατίσουν
οι διαδικασίες
των ρυθμίσεων
και ορφανοί ξετελέψετε
απ’ τον κόσμο,
χάνοντας τα παιχνιδάκια σας,
(σταθερό μέτρο για τις αξιολογήσεις).

Γιάζρα, Σπίτι μου, σπιτάκι μου

Ζούμε σε χρόνο δανεικό από τις χήρες της Σρεμπρένιτσα’
ζυγίζει τόνους σίδερο η μνήμη,
είναι γαλβανισμένη η μνήμη, δεν οξειδώνεται,
πολώνει η μνήμη, ξεχωρίζει τους ανθρώπους:
από δω ο αντάρτης, από κει ο ταγματασφαλίτης,
από δω η μάνα, από κει ο δολοφόνος,
από δω ο εργάτης, από κει τ’ αφεντικό,
από δω εκείνος που λησμονεί,
από κει εκείνος που βομβαρδίζει.
Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα, πολιορκημένη και ξυπόλυτη’
έπεσε γιατί τη λησμονήσαμε οπισθοχωρώντας,
έπεσε γιατί δεν μπορέσαμε να βαστήξουμε τη μνήμη της,
ήμασταν άοπλοι απ’ τα χέρια ως το κεφάλι’
κι έχει η λησμονιά τα ματωμένα γόνατα της ταξικής μας ήττας,
γιατί πριν απ’ τη Σρεμπρένιτσα είχαμε πέσει εμείς,
δίχως πολιορκία, δίχως κανόνια, δίχως πόλεμο.

Έτσι έπεσε η Σρεμπρένιτσα’
είδα την Ελλάδα να βγάζει τα φρύδια της
λίγο πριν οργανώσει τα τάγματα εφόδου,
λίγο πριν ανέβει στη σκηνή’
τα πλήθη στην πλατεία
χειροκροτούσαν δολοφονίες μεταναστών,
βιασμούς μουσουλμάνων γυναικών,
τη νίκη του πολιτισμού,
τον θρίαμβο της δημοκρατίας,
το πρωτοκοσμικό στριπτίζ.
Είδα παιδιά να πετάνε πέτρες σε τεθωρακισμένα,
λιπόσαρκα, αμείλικτα,
παιδιά να παίζουνε κρυφτό στα χαλάσματα.
Στρατιώτες με τη γαλανόλευκη στο μπράτσο τα σημάδευαν’
«όχι, όχι τα παιδιά», φώναξα,
«τα παιδιά δεν είναι το μέλλον, είναι το παρελθόν όλων μας».
«Τα παιδιά έχουν μολυνθεί απ’ τον χρόνο», μου απάντησαν,
«είναι αργά πια γι’ αυτά».
Ελλάδα, σε βύζαξα αλλά εσύ ποτέ δε μ’ αγάπησες
(όπως τα ναζί παιδιά σου).
Γι’ αυτό λέγε με ξένο’
μ’ έχει ευλογήσει ο Χριστός αυτοπροσώπως,
με μισούνε σαν κι αυτόν, τον καθολικό ξένο.
Ναι, μιλάω σοβαρά, είμαι αυτός ο ξένος,
ο νούμερο ένα δημόσιος κίνδυνος για τον καπιταλισμό,
είμαι το μαύρο χρώμα της δουλείας,
κατοικώ σε κάθε στιγμή της ιστορίας.
Με πουλάνε στα φαρμακεία σε χάπια,
με τα χέρια μου έχω ξεγεννήσει κάθε πολιτισμό’
μα πού βρίσκομαι εγώ σ’ αυτή τη μεταφορά;
Κοροϊδεύω τη μισθωτή εργασία, τη φτύνω όταν γυρνάει την πλάτη,
της κλέβω τα αντίντας της, γιατί δεν είμαι κάποιος τυχαίος,
δεν είμαι σαν κι αυτή’ είμαι πριν από αυτή.
Μα πού είναι οι σύντροφοί μου;
Οι σύντροφοί μου πεθαίνουν απ’ το βάρος της μνήμης,
οι σύντροφοί μου δολοφονούνται σε ορυχεία,
οι σύντροφοί μου θάβονται σε ομαδικούς τάφους,
οι σύντροφοί μου βασανίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
οι σύντροφοί μου πεθαίνουν εξαιτίας του χρόνου.
Ελλάδα, Ελλάδα, μπάσταρδοι, έχω ξοφλήσει πια με σας, μπάσταρδοι!
Πυροβολισμός,
πυροβολισμός,
πυροβολισμός.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. υποκείμενο 2016.

Agostinho Neto, Δημιούργησε

Δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε με φρόνηση δημιούργησε με δύναμη δημιούργησε με θάρρος
δημιούργησε στον άνθρωπο δημιούργησε στις μάζες
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε πέρα από την βλασφήμια του δάσους
πέρα απ’ τα ξετσίπωτα οχυρά της βάρβαρης πειθαρχίας
δημιούργησε πέρα από το άρωμα των πριονισμένων κορμών
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
εκρήξεις γέλιου πάνω από την βούληση της βίτσας
κουράγιο στην αιχμή της μπότας του φυτευτή
δύναμη στα θρύψαλα των γκρεμισμένων θυρών
πυγμή στο κατακόκκινο αίμα της ανασφάλειας
δημιούργησε
δημιούργησε με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
άστρα πάνω απ’ του πολεμιστή
την βαριοπούλα
γαλήνη πάνω απ’ το κλάμα των παιδιών
γαλήνη πάνω απ’ τον ιδρώτα πάνω απ’ τα δάκρυα των συμβολαίων εργασίας
γαλήνη πάνω απ’ το μίσος
δημιούργησε
δημιούργησε γαλήνη με μάτια στεγνά

δημιούργησε δημιούργησε
δημιούργησε ελευθερία στα σκλαβωμένα άστρα
χειροπέδες αγάπης στα παγανιστικά μονοπάτια του έρωτα
ήχους γιορτινούς πάνω απ’ τα κορμιά που πάλλονται λες και βρίσκονται στην κρεμάλα

#Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος
* O Αγκοστίνιο Νέτο (António Agostinho Neto, 1922 – 1979) ήταν επαναστάτης, πολιτικός και συγγραφέας, που υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Ανγκόλας, από το 1975 ως το 1979. Ηγήθηκε του Λαϊκού Κινήματος για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας (MPLA).
** Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima,2017) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.

10 Εντολές || Του Prattler

The Prattler's avatarLos Innuendos

Πήδα

Το φράχτη που έχτισες γύρω απ’το “εγώ” σου

Και βγες στο κρύο και τη βροχή,

Είναι ωραία η ζωή μα όχι τέλεια,

Οι πρωταγωνιστές το κρίνουν,

Όχι οι παρατηρητές.

~

Σπάσε

Τα δεσμά που χαλιναγωγούν το πνεύμα σου,

Και άστο να οργιάσει στης ζωής τον πυρετό,

Η ζωή είναι δική σου,

Όχι δική τους,

Κι ας στα μάθανε αλλιώς.

~

Γράψε

Για ότι θέλεις να αλλάξει,

Ποτέ δεν ξέρεις,

Αν κάποιος άλλος, που ποτέ δε θα γνωρίσεις,

Μοιράζεται την ίδια τρέλα με εσένα.

~

Σκότωσε

Ότι σε σκοτώνει,

Ότι θεοποιεί τις μαύρες σκέψεις,

Ότι δίνει αξία στο τίποτα,

Ότι σου στερεί το χαμόγελο,

Ότι κρύβει τον ήλιο.

~

Μίλα

Εκεί που η σιωπή κυβερνά,

Εκεί που το δίκιο σε πνίγει,

Εκεί που απαγορεύεται,

Εκεί που η λαλιά σου δε θέλουν να ακουστεί.

~

Ζήσε

Τα όνειρα σου,

Τις πιο τρελές σου σκέψεις,

Χωρίς όρους και συμβάσεις,

Χωρίς “αν”, χωρίς…

View original post 109 more words