Dorothy Parker, Μια αρκετά θλιβερή ιστορία

Ποτέ νομίζω δε θα ξέρω πόσο
Γιατί ’μαι έτσι, κι είμαι τόσο.
Γύρω μου, άλλα κορίτσια στ’ αρσενικά,
Βιασύνη εμπνέουν και βουητό από φωτιά,
Του γυαλιού τη διαφάνεια την καθαρή,
Του χόρτου τ’ απριλιάτικου τη γλυκιά μορφή,
Του γρανίτη το γέμισμα το δυνατό·
Αλλ’ εγώ – δεν ξέρω να το σχεδιάζω αυτό.
Τ’ αγόρια που στου Έρωτα τ’ αδιέξοδο είχαμε βρεθεί
Είχαν -θα λέγαμε- εκτός γάμου στραφεί.
Το τραγούδι μου ’κοψαν, ράγισαν την καρδιά,
Κι είπαν να φύγουν, έπρεπε, μακριά,
Εξηγώντας στα δάκρυά μου έτσι κατευναστικά,
Πρώτα οι καριέρες έρχονται και τα γονικά.
Μα ποτέ δε μ’ αρνήθηκε η εμπειρία
Σοφία, γνώση κι ηρεμία!
Παρότι ανόητη είναι όποια να πιάσει επιθυμεί
Το εικοστό πρώτο σαν ποινή – μια αδιάφορη ηδονή,
Να συνεχίσω πρέπει εγώ, ως το σχοινί μου
τελειωθεί,
Που απ’ τη γέννησή μου να ελπίζω, μ’ είχαν
καταραστεί.
Μια καρδιά μισή παρθενικό είναι κι αρχαϊκό·
Μα η δική μου μοιάζει με ψηφιδωτό-
Το πράγμα κάνει κοροϊδία!
Γιατί είμαι έτσι; έχω απορία.

Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.

Roberto Juarroz, Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα
Γιατί είν’ αντίστροφη η μέτρηση
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης

Κλείτος Κύρου, Υπό την επήρειαν 

Artwork: Roland Topor

Συμπεριφερόμαστε
Υπό την επήρειαν
Παντός επιστητού

Της μέθης φερ’ ειπείν
Βρασμού ψυχής
Διαττόντων στίχων

Και οπωσδήποτε
Υπό την επήρειαν
Ερώτων γεγονότων
Χρωμάτων και αρωμάτων

Ή όποιων προτροπών

Είναι ο λόγος
Που υπό την επήρειαν του μέλλοντος
Αναπολούμε το παρελθόν


Πηγή: «Κλείτος Κύρου, εν όλω Συγκομιδή [1943-1997], εκδ. Άγρα, 2006.

Τάκης Σινόπουλος, Ο καιόμενος

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Γιώργος Κοζίας, Ο ερημόκαμπος

—Αντίο Φραγκοράφτη μου
—Αντίο Χνούδι μου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ

Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης
σαν γελωτοποιός στον Άδη
Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη

Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία
Σε ποιά πατρίδα, σε ποιό χώμα, σε ποιόν χρόνο
σε ποιά μνήμη, φωνή θα βγάλεις;
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης
Δούλος στρατώνος
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!

*Από την υπό έκδοση συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην Πλατεία Γαρδένιας

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
πουκάμισα στο Λινκτίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο
σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό
Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
συμπλήρωσέ το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει της χώρας το λίμνασμα,
τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες
Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι
απ’ τα ακριβά γυαλιά οράσεώς τους
Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ
Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο

  • Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2024.

Βερονίκη Δαλακούρα, από τις “Μέρες Ηδονής”

Είμαι η χαμένη έρημος οι βράχοι οι πέτρες το σπίτι
το ζώο η πρόθεση ο κινηματογράφος “Κόσμος”
το πανδοχείο που γκρεμίστηκε η κακιά ώρα
ο πύργος οι βρικόλακες της ερειπωμένης πόλης
η πόλη
ο άρχοντας το συμβούλιο οι αρχηγοί η ανακούφιση
το ομοφυλόφιλο παιδί ο Γιάννης ο Φεντερίκο Γκαρθία
Λόρκα οι τέσσερις εποχές ο Βιβάλντι ο Τάσος
η ακούραστη μηχανή
το σκυλί η συνείδηση το Μέγα Ψάρι τα νύχια
που σκάβουν η αποκάλυψη το κόκκινο χώμα
ο γεωργός η επανάσταση το ξύλινο σπαθί
το πράσινο στάρι οι εθνικές καπηλείες η ταβέρνα
ο αχυρώνας η λεωφόρος το άγαλμα το ερωτικό δωμάτιο
ο άντρας η αποκάλυψη τα σπίτια
το σχήμα η προτομή του χορευτή η μήτρα
ο Αρθούρος η Μεγάλη Πέμπτη το τραπέζι
το αγόρι τα άνθη τα στρατιωτάκια που έσπασαν το όχι
η μάνα μου που ρώτησε αν πεινώ ο γραμματέας
τα φωνήεντα του Εξήντα το όπλο
είμαι η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη

Αγγελής Μαριανός, Ατσάλι

Ό,τι δεν κόβει το δρεπάνι
θα το μαζέψουμε παρέα.
θα ξεριζώσουμε σπαρτά
που θέρισε η μαύρη λάμα
κι ερήμωσε ο κάμπος
Τα στάχυα στοίβες άψυχες
στον ήλιο λούζονται γυμνοί εργάτες
μ’ ένα φουλάρι στο λαιμό

Ρωξάνη Νικολάου, Τα ξερόχορτα

Τα καημένα τα ξερόχορτα
να τα ‘πιανα κουβέντα να τα ρωτήσω
αν ξέρουν πως είναι ξερόχορτα
Πού ονειρεύονταν να φτάσουν
όταν ήταν ακόμα σπόροι στο στόμα του αέρα
αν τους αρέσει εκεί που είναι
αν έχουν άγχος θανάτου
αν αισθάνονται μειονεκτικά
που δεν έγραψαν βιβλία
που δεν απήγγειλαν ποιήματα
που δεν έκαναν καριέρα
που δεν έχτισαν κάποιο προφίλ
αν ζηλεύουν αν ντρέπονται
αν τ’ αρνήθηκαν αν επαναστάτησαν
εναντίον της κοινωνίας των ξερόχορτων
αν ερωτεύτηκαν μέχρι θανάτου
αν σύρθηκαν μέχρι την άκρη των γκρεμών
αν έπεσαν μέσα
αν θέλησαν ποτέ να ήταν κάτι άλλο
από ξερόχορτα
ή ήταν το μόνο που άντεχαν.

*Από τη συλλογή “Σάλος μαγνήτης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Δάφνη Χρονοπούλου, Γιορτή

Ήθελε να γιορτάσουνε απόψε
το τελευταίο βράδυ πριν να φύγει
και είπε: “Κάνε μια ευχή και δυό κομμάτια κόψε
από την τούρτα, μα να μείνει λίγη
γι’ αυτούς που θα ‘ρθουν να μας ευχηθούν·
το ‘χούμε ανάγκη
για μας οι φίλοι να προσευχηθούν
σαν τους πιστούς στο Γάγγη.

Γέμισε πάλι με σαμπάνια τα ποτήρια
κι έβαλε μια ώρα πίσω τα ρολόγια.
“Θα ‘θέλα να σου κάνω πάντα τα χατήρια
αλλά το μόνο που σου δίνω είναι λόγια”,
σχέδια ανεφάρμοστα και παραμύθια
να σε κοιμίσουν
γιατί θα έκανε η αλήθεια
τους εφιάλτες να ξυπνήσουν”.

*Από το βιβλίο “Η πόρτα της Ληνώς”. Kastellakia Records, Μύκονος.