Ο αδερφός μου στο χιόνι Ο πατέρας μισός πίσω απ’ τους βράχους μισό φεγγάρι κι άνεμος μαύρος καλπάζοντας Έρχετ’ η μάνα διάφανη με τα κλαδιά πάνω στους ώμους Μη φοβάσαι, μου κάνει Το χώμα είναι να το πατούμε να ξαποσταίνουμε να ζωντανεύουμε την ορμή μας ώς την ανάληψη Μου ανακάτωσε τα μαλλιά, χάθηκε Ανεβαίνει η λίμνη τυλίγοντάς τα όλα στο βάθος, βουβά Τους κλείνει τα βλέφαρα
*Από τη συλλογή “Φόδρες της νύχτας”, Καστανιώτης, 1996.
A rectangular Bulova (1), my Zadie (2) called a dress watch, I wore it for years, and though it gave the wrong time I treasured the sense of community it offered, the beauty of certain numerals — the seven especially, the way it leaned into its subtle work and never changed, and signified exactly what it was and no more. In dreams I learned that only the watch and the circle of ash trees surrounding me, and the grass prodding my bare feet, and of course my nakedness were necessary, though common. Just surrendering my youth, I still believed everything in dreams meant something I could parse to discover who we were. As I write these words in sepia (3) across a lined page I have no idea why they’ve taken the shape I’ve given them, some cursive, some not, some elegantly articulated, others plain, many of no use at all. They go on working as best they can, like the Parker 51 (4) that spent its coming of age stumbling backwards into Yiddish or the Bulova that finally threw up its twin baroque arms in surrender to the infinite and quit without a word. The Parker still works and is never to blame. On good days it works better than I, and when it leaks it leaks only ink, never a word best left unsaid. As a boy I would steal into Zadie’s bedroom, find the watch in a velvet box, wind it, hold it to each ear — back then both worked — to hear its music, the jeweled wheels and axles that kept time alive. There is still such joy in these tokens from back of beyond: the watch, the Parker pen, the tiny pocket knife he used to separate truth from lies, the ivory cigarette holder — a gift, he claimed, from FDR (5) who mistook him for a famous Russian violinist. I could call them “Infinite riches in a little room” or go cosmic and regard them as fragments of a great mystery instead of what they are, amulets against nothing.
Ένα ορθογώνιο Bulova, που η Zadie μου, το αποκαλούσε ρολόι για επίσημες περιστάσεις, το φορούσα για χρόνια, και παρ΄ ότι έδειχνε λάθος ώρα, εκτιμούσα την αίσθηση της κοινότητας που μου πρόσφερε, την ομορφιά ορισμένων αριθμών — ειδικά του επτά, τον τρόπο που έκλινε στη λεπτή του λειτουργία και δεν άλλαζε ποτέ, και σήμαινε ακριβώς αυτό που ήταν και τίποτα περισσότερο. Στα όνειρα έμαθα ότι μόνο το ρολόι και ο κύκλος από φλαμουριές που με περιβάλλει, και το γρασίδι που τσιμπάει τα γυμνά μου πόδια, και φυσικά η γυμνότητά μου, ήταν απαραίτητα, αν και κοινά. Αφού παραδόθηκα στη νεότητά μου, εξακολουθούσα να πιστεύω ότι όλα στα όνειρα σήμαιναν κάτι που μπορούσα να αναλύσω για να ανακαλύψω ποιοι ήμασταν. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις με σέπια σε μια γραμμωτή σελίδα, δεν έχω ιδέα γιατί έχουν πάρει τη μορφή που τους έχω δώσει, μερικές με καλλιγραφικά γράμματα, άλλες όχι, μερικές κομψά διατυπωμένες, άλλες απλές, πολλές χωρίς καμία χρησιμότητα. Συνεχίζουν να λειτουργούν όσο καλύτερα μπορούν, όπως το Parker 51 (3) που πέρασε την ενηλικίωσή του σκοντάφτοντας πίσω στα Γίντις ή το Bulova που τελικά σήκωσε τα δίδυμα μπαρόκ χέρια του παραδίνοντάς τα στο άπειρο και παραιτήθηκε χωρίς λέξη. Το Parker εξακολουθεί να λειτουργεί και δεν φταίει ποτέ. Στις καλές μέρες λειτουργεί καλύτερα από μένα, και όταν στάζει στάζει μόνο μελάνι, ποτέ μια λέξη που καλύτερα να μείνει ανείπωτη. Όταν ήμουν μικρός, έμπαινα κρυφά στο υπνοδωμάτιο της Zadie, έβρισκα το ρολόι σε ένα βελούδινο κουτί, το κούρδιζα, το κρατούσα σε κάθε αυτί —τότε δούλευαν και τα δύο— για να ακούσω τη μουσική του, τους κοσμημένους τροχούς και τους άξονες που κρατούσαν ζωντανό το χρόνο. Αυτά τα ενθύμια από το μακρινό παρελθόν εξακολουθούν να μου προκαλούν μεγάλη χαρά: το ρολόι, το στυλό Parker, ο μικροσκοπικός σουγιάς που χρησιμοποιούσε για να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα, το ελεφαντένιο πούρο — ένα δώρο, όπως ισχυριζόταν, από τον Ρούσβελτ, ο οποίος τον μπέρδεψε με έναν διάσημο Ρώσο βιολιστή. Θα μπορούσα να τα αποκαλέσω «Απέραντα πλούτη σε ένα μικρό δωμάτιο» ή να γίνω κοσμικός και να τα θεωρήσω θραύσματα ενός μεγάλου μυστηρίου αντί γι’ αυτό που είναι, φυλαχτά ενάντια στο τίποτα.
Είναι πιο εύκολο να απέχω από το να αρνηθώ. Είναι πιο εύκολο να μην είμαι από το να εξηγήσω ποιος είμαι. Είναι πιο εύκολο να μην απαντήσω από το να τους δείξω το φεγγάρι. Είναι πιο εύκολο να σφίξω τα δόντια από το να αφεθώ. Είναι πιο εύκολο να κλείσω τα μάτια από το να διασκεδάσω. Είναι πιο εύκολο να γλιστρήσω από το να δεχτώ την φιλοφρόνηση. Είναι πιο εύκολο να φύγω από το να επιστρέψω ο ίδιος. Είναι πιο εύκολο να πνίγω από το να καταπιώ την γλώσσα σου. Είναι πιο εύκολο να καώ από το να περιμένω την άνοιξη. Είναι πιο εύκολο να χαθώ από το να γυρίσω πίσω. Είναι πιο εύκολο να κλέψω από το να σου πω την αλήθεια. Είναι πιο εύκολο να λείψω από το να δηλώνω παρόν. Είναι πιο εύκολο να σβήσω από από το να γράψω το όνομά μου. Είναι πιο εύκολο να τραγουδήσω από το να σε πείσω. Είναι πιο εύκολο να ξεχαστώ από το να πάρω ότι μου ανήκει.
Σε είδα και μαρμάρωσα η ομορφιά σου με σαΐτεψε το άρωμά σου με ζάλισε και η φωνή σου με αποτελείωσε όμως δεν ξέρω πώς τα τριάντα πέντε χρόνια σου να διαχειριστώ.
Ξυρίστηκα έλουσα τα μαλλιά μου φόρεσα καινούρια ρούχα, έβαλα το καπέλο με το λογότυπο του σωματείου πήρα τις προκηρύξεις στα χέρια άναψα τσιγάρο και σαν έτοιμος από καιρό, κατέβηκα στην απεργία. Εκεί, σε είδα, αγάπη μου: πρώτη στο μπλοκ κρατούσες τη ντουντούκα και φώναζες συνθήματα. Τα μαλλιά σου έλαμπαν στο φως του ήλιου του αγώνα και του έρωτα.
1/10/2025
*
ΥΠΕΡΩΡΙΕΣ
Ακόμα και την Κυριακή δουλεύουμε υπερωρίες χάθηκαν οι λίγες ώρες ύπνου, ξέχασα τη γνώριμη μορφή σου και ό,τι έχουμε παιδί. Τώρα πια μόνο στα μνημόσυνα των συγγενών συναντιόμαστε και λίγες λέξεις ανταλλάζουμε πάνω απ’ τους άρτους και τα κόλλυβα.
9/9/2025
*
ΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ Μόνο για μένανε καράβι δεν έχει πια να ταξιδέψω και τα λιμάνια και οι κάβοι και οι καρδιές μ’ αφήσαν έξω. — Μπέμπα Μπλανς, «Το καράβι» (1966) Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης
Οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο αλήθεια, με μια σύμβαση λίγων μηνών, πως να εξασφαλίσει κανείς ότι θα μάθει τα δρομολόγια των πικρών επιστολών των χαμένων ερώτων της σβησμένης πανσελήνου. Mέσα σε βιαστικές στιγμές, θα ανακαλύψουμε ότι η μουσική είναι φίλη μας και η ποίηση, μια συντροφική μάνα που επίμονα θα απαγγέλει στίχους από την Τέταρτη Διάσταση για κόκκινες πολιτείες που ορκίζονται στο ψωμί και τη γροθιά τους.
Η εξήγηση, είπε ο ποιητής, θα έρθει κάποτε όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση αλλά, δυστυχώς, θα είναι αργά για τον εξαγνισμό. Θα συμφωνήσεις κι εσύ που κάποτε με αγάπησες.
3/11/2025
*
ΟΙ ΤΑΞΙΤΖΗΔΕΣ Χάλασαν και οι ταξιτζήδε πλέον, στο τιμόν δεν βγάζουν το χέρι απ’ το παράθυρ δεν παίζουν κομπολόι έκοψαν τις χριστοπαναγίες έκοψαν και το κάπνισμα· τώρα, ατμίζουν τις ώρες της αναμονής. Καθώς οδηγούν, στην οθόνη του GPS παίζουν πρωινάδικα, κι απ’ το ραδιόφωνο ακούγονται Ζουγανέλη, Καραπατάκη και Μποφίλιου.
Χάλασαν οι ταξιτζήδες φοράνε σκουλαρίκια κάποιοι έβαψαν τα μαλλιά δεν συζητούν για την πολιτική την μπάλα και τις γκόμενες. Μόνο, καμιά φορά, φράσεις αναπαράγουν από το ΤΣΙΛΙ ΚΑΦΕΝΕΙΟ και έτσι πιστεύουν, πως έκαναν το καθήκον τους ως άνδρες και οδηγοί.
Χάλασαν οι ταξιτζήδες χάλασα κι εγώ, σταμάτησα να παίρνω το ταξί από την άκρη του δρόμου μέσα στον ήλιο μέσα στη βροχή κι ήσυχος πια, παραγγελία κάνω τη διαδρομή από το σπίτι μου κι απ’ την εφαρμογή.
Χάλασαν οι ταξιτζήδες χαλάσαμε κι εμείς, κάποτε, πονεμένοι από έρωτα γυρίζαμε ολόκληρη την Αθήνα με το ταξί σήμερα, σε σελίδες επί πληρωμή ψάχνουμε τη σωτηρία.
30/9/2025
*
Ο ΜΟΥΣΑΚΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ετοίμασα δύο ταψιά μουσακά το ένα, χωρίς μελιτζάνες, ξέρω, δεν σου άρεσαν ποτέ, όπως εκείνα τα φιλιά που βιαστικά σου έδινα στο μέτωπο. «Η γεύση τους», έλεγες, «θυμίζει κυριακάτικα μεσημέρια με την οικογένεια συγκεντρωμένη στο τραπέζι, να ακούει, για πολλοστή φορά, τις ιστορίες του πατέρα από το στρατό». Ποτέ δεν κατάλαβα πώς προέκυψε αυτός ο συνειρμός, έμαθα όμως να φτιάχνω μουσακά με κολοκύθια και κρυφά, πίσω από τ’ αυτί, να δίνω το φιλί.
Κυριακή 7/9/2025
Σημειώσεις: -Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα. -Οι ταχυδρόμοι: Βασισμένο στο ποίημα «Περιμένοντας το βράδυ» του Τάσου Λειβαδίτη, από την ποιητική συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή» (1985), από το οποίο χρησιμοποιούνται αυτούσιοι στίχοι, καθώς και σε στίχους από το έργο του Γιάννη Ρίτσου «Σονάτα του Σεληνόφωτος», στην ποιητική συλλογή «Τέταρτη Διάσταση» (1956–1972).
Για πρώτη φορά Σε μία από τις πλατφόρμες Του σιδηροδρομικού σταθμού σε είδα Φοβήθηκα μήπως γνωριστούμε Όταν σε γνώρισά σε στις υπηρεσίες του σταθμού Φοβήθηκα μήπως τολμήσω να σε φιλήσω σε έναν από τους κήπους Όταν σε φίλησα στον κήπο Φοβήθηκα μήπως σε αγαπήσω Στο κρεβάτι για πάντα Όταν σε αγάπησα στο κρεβάτι για πάντα Φοβήθηκα μήπως χωρίσουμε Όταν χωρίσαμε Τώρα φοβάμαι Μήπως σε ξαναδώ Σε μία από τις πλατφόρμες του σιδηροδρομικού σταθμού
* Η πρόσφυγας των θρησκειών
Όταν γεννήθηκε Οι γονείς της ήταν μουσουλμάνοι Έτσι γεννήθηκε μουσουλμάνα Στα δεκαοχτώ της Ερωτεύτηκε έναν Εβραίο Έγινε Εβραία Στα τριάντα της Για να πάρει άσυλο Στη Δύση Αποφάσισε να γίνει Χριστιανή Μα όταν την πήγαν για βάπτιση, έκλαψε Τη ρώτησαν: Γιατί κλαις; Είπε: Φοβάμαι μη πεθάνω και Κανείς δε μάθει Πως δεν είχα καμία θρησκεία. Ένας πρόσφυγας: Είμαι πια κουρασμένος.
*Ο Zana Χalil, ποιητής, μυθιστοριογράφος, ερευνητής και μεταφραστής, αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο παραγωγικούς Κούρδους συγγραφείς. Γεννημένοςτο 1976 στο Ερμπίλ, την πρωτεύουσα του Κουρδιστάν, ο Ζανά είναι απόφοιτος του Τμήματος Κουρδικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Σαλαχαντίν, με βαθιά γνώση της κουρδικής λώσσας και λογοτεχνίας. Η δεκαετής παραμονή του στη Γερμανία (1996-2006) εμπλούτισε περαιτέρω την οπτική του, προσδίδοντας στο έργο του έναν μοναδικό συνδυασμό ανατολικών και δυτικών επιρροών. Ο Ζανά δεν περιορίζεται μόνο στη συγγραφή• έχει διαδραματίσει και συνεχίζει να διαδραματίζει ηγετικό ρόλο σε διάφορα λογοτεχνικά φεστιβάλ και διαγωνισμούς, αναδεικνύοντας νέα ταλέντα και συμβάλλοντας σημαντικά στην προώθηση της κουρδικής λογοτεχνίας. Η συνεχής παρουσία και δραστηριότητά του σε πολιτιστικές εκδηλώσεις τον έχει καταστήσει πυλώνα του σύγχρονου κουρδικού πολιτισμού. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των αγγλικών, γαλλικών, αραβικών, περσικών, γερμανικών και πολλών άλλων.
**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.
Τι είναι ο έρωτας; Έρωτας είναι το ίπτασθαι οικειοθελώς, το ωραιάσθαι αενάως, το εγγίζεσθαι χαιδευτικώς, το ποθείν καθ’ολοκληρίαν, το καλλωπίζειν το χώρο, το φαντάζεσθαι εγχρώμως, το διαλέγεσθαι μωβ, το αντι-εξουσιάζεσθαι ανυπερθέτως, το συνουσιάζεσθαι επαναληπτικώς.
Γενικώς το ευ ζειν… Το αποπλανάσθαι στην απουσία της μοναξιάς.
Ο Σταύρος Βαβούρης μοιάζει «θυμωμένος» με τους άλλους, με τον εαυτό του, τις αδικίες, τις συνθήκες, τις απώλειες, την ανθρώπινη φύση, με τα πάντα. Οι διαρκείς ερωτήσεις του αποδομούν κάθε δικαιολογία, κάθε υπεράσπιση και καθιστούν το υποκείμενο «ένοχο». «Πώς σε παραπλάνησαν δηλαδή;» («Εκπνέοντος του αιώνος σου», περιοδικό Η λέξη, τεύχος 91, ανέκδοτο χειρόγραφο). Άλλοτε αποδίδουν μια διαλυτική ειρωνεία και αυτοαμφισβήτηση. Π.χ. Μιλώντας για τα δημιουργήματά του που συσσωρεύονται με τον καιρό: «Καυσόξυλα, χαρτιά/ εύφλεκτα υλικά που συσσωρεύονται,/ δαδί (για το προσάναμμα;)/ Κλείνουνε τριγύρω όλα τα διέξοδα/ Φεύγουν μερικοί στο τέλος βιαστικοί./ (Το βλέπουν γραπώθηκαν στη φάκα/ ποντικοί)» («Κυκλόθυμες»/ Ημέρες, νύχτες, που ’ναι τες;/ 1987). Τις περισσότερες φορές κάνει διάλογο με τον εαυτό του και το ποίημα, δημιουργώντας έναν ανασφαλή σκεπτικισμό. Το πάθος του για αντίλογο και μια υποβόσκουσα εριστική διάθεση είναι εμφανή, σε μια διαρκή αμφισβήτηση που ποτίζει την ποιητική του. Αρνείται να χτίσει βεβαιότητες και απόλυτες θέσεις, φαίνεται πως ούτε μπορεί να αναπαυτεί, ούτε να επαναπαυτεί. Σαν τίποτε να μην πάει καλά, ούτε να πήγε όπως το ήθελε ή το θέλει. Είναι «θυμωμένος» με τους πάντες και τα πάντα, χωρίς προσωπικές κακίες, αλλά μόνο γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα, έτσι τα κανόνισε η μοίρα και αυτός είναι ο κόσμος και η κοινωνία. Είναι «πληγωμένος» και τείνει να αναπαράγει διαρκώς την «πληγή», αυτόν τον άδικο «πόνο». Πονάει αλλά όχι λυρικά, μα εξοργισμένα και αυτό είναι ίσως το πιο πρωτότυπο στοιχείο της ποιήσεώς του. Ελλειπτικά διαλυτικό θα χαρακτήριζα τον τρόπο γραφής του, καθώς λείπει εντέχνως το συγκεκριμένο και αντικαθίσταται από σαφείς εικόνες και στιγμές, κατηγορίες και συμπεράσματα, χωρίς καθορισμένο υποκείμενο και συχνά με ασαφές αντικείμενο. Διεγερτικά παράξενη γραφή, που ακόμα και ο γενικότερος τίτλος τής συγκεντρωτικής του συλλογής, για τα ποιήματα μιας ζωής, είναι μια ερώτηση, Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα; 1940-1993. Συχνά βλέπουμε αρκετά μεγάλες συνθέσεις, με συνεχείς ερωταπαντήσεις, που αμφισβητούν και καταλύουν ιδέες και δημιουργούν ένα παλίνδρομο κλίμα αβεβαιότητας. Ο ποιητής όντως δεν ξέρει ούτε «πού πήγε» ούτε «πού μας πάει» αυτό το ποίημα, γιατί μόνιμα ζει με ερωτήσεις, γεγονός όμως που τον οδηγεί στη βελτίωση και στην πρόοδο, γιατί αν κάποιος είναι βέβαιος γι’ αυτό που κάνει δεν υπάρχει λόγος να βελτιωθεί. Μπορεί αυτό το σχήμα να ενέχει μια διαρκή οδύνη και πόνο, αλλά κάθε σπουδαίο έργο «τρέφεται» με το «αίμα» του δημιουργού του. Στη συλλογή Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα (1985) φαίνεται σε όλη της την ένταση και έκταση η ανασφάλεια πάνω στην οποία «πατάει» για να ορθωθεί το δημιούργημά του, μια και η αγωνία, ο πόθος και η διανοητική προσπάθεια, μέσα στην οποία κατασκευάζεται, είναι ένας λαβύρινθος με διαρκείς ερωταπαντήσεις, που κατ’ ουσία, τις περισσότερες φορές, δεν δίνουν κάποια συγκεκριμένη απάντηση. Ο σκοπός του, νομίζω, ότι είναι να μας δώσει το συναισθηματικό και ψυχολογικό υπόβαθρο και όχι να καθορίσει θέσεις. Ίσως, κάποιες φορές, να πιστοποιεί αντιθέσεις και να εκσφενδονίζει αφορισμούς, αλλά ακόμα και εκεί δεν είναι καθόλου συγκεκριμένος. Τελικά το περί του λόγου δημιούργημα μοιάζει ακυβέρνητο, να εκκινείται αυθόρμητα από τη διάθεση της στιγμής. Μα ποιος φταίει; Το ποίημα; Ο ποιητής; Όλοι και όλα. Και φτάνει στον πλήρη αυτοσαρκασμό με οργή: «Είσαι προβληματικό ̇ ηλίθιο ποίημα» («Βούιζε»/ ό.π.). Δεν έχω ξαναδεί μια τόσο ανασφαλή και διαρκώς εκνευρισμένη φύση ποιήματος και ίσως δημιουργού, που κορυφώνεται όμως με τόσο υψηλή παιδεία και τόσο πηγαίο ταλέντο! Νομίζω ότι ο Σταύρος Βαβούρης είναι μοναδικός σε αυτό που κάνει. Τα εκφραστικά του μέσα συχνά είναι τραχιά και οι εικόνες του περιέχουν βία: «Δήθεν πειθαρχείς, παύεις να καλπάζεις/ Λίγο δε λακτίζουν μέσα μου οι οπλές σου/ Μαζεύεσαι έντρομο στο κέντρο/ όπως οι φλόγες της φωτιάς της περιφέρειας/ που έχω ανάψει όλο και πλησιάζουν/ -Θα σε κορώσω- μαίνομαι/ -Μην ελπίζεις στη φυγόκεντρη φορά σου/ Κει που ’σαι θα πλαντάξεις,// θα γίνεις στάχτη, παρανάλωμα μαζί μου/ αν δω πως δεν μπορώ/ πόσο και πώς μπορώ να σε ημερώσω, να σε σώσω.» (ό.π.). Μοιάζει διαρκώς να παλεύει προς ένα αβέβαιο αποτέλεσμα. Και φτάνουμε στη συλλογή Τι άλλο μου είπε αυτό το ποίημα. Αδικαίωτη αισθάνεται την ποίησή του ο Σταύρος Βαβούρης («Στη δίκη του»), όχι γιατί δεν γνώρισε τη δόξα, αλλά γιατί δεν κατανοήθηκε και δεν διαβάστηκε όπως εκείνος αντιλαμβανόταν ότι έπρεπε. Όλη αυτή η συλλογή φαντάζει ως μια απάντηση σε μια αμφισβήτηση, και το δημιούργημα παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη οντότητα από τον ίδιο του τον δημιουργό! Μάλλον τελικά αποτελεί εσωτερικό αντίλογο. Στοιχεία που είναι αρκετά αχνά, ως και ανύπαρκτα, στις πρώτες συλλογές του –σε σημείο που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε άλλο δημιουργό-, όπως η εριστικότητα ή οι υβριστικές φράσεις, εντατικοποιούνται, γίνονται αδρά και παίρνουν τη μορφή λαίλαπας στις επόμενες. Έτσι ενώ στο «Η δεύτερη μεταμόρφωση» (Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα/ 1950-1952) λέει «την Αγάπη τηνε λεν Αγάπη» και «Αγάπη να την ονομάζεις./ Αγάπη να τηνε ζητάς/ τον Θάνατο, τον λένε Θάνατο.», αποτυπώνοντας έτσι ένα αισιόδοξο κλίμα ελπιδοφόρας αναζήτησης, φτάνει στην υβριστική, καυστική ειρωνεία «Αγάπη μου ξινόροϊδη και χαβιαρομανέστρα/ την Κυριακή ’σουν όμορφη/ μα τη Δευτέρα; Χέστρα.» («Βούιζε»/ Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα/ 1985). Η μεταστροφή είναι τεράστια. Ας παρακολουθήσουμε όμως την πορεία. Αρχικά το τοπίο ξεραίνεται («Γη πυρός»/ Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα/ 1050-1952) και όπως λέει μένει μόνο μια «σκυμμένη ελπίδα» να τον «εξωθεί». Παρατηρούμε την απογοήτευση και μια «πνιγερή» και χαλαρή προσπάθεια απόδρασης, που φθίνει και βρισκόμαστε ακόμη στην πρώτη συλλογή! Στοιχεία αντιδραστικού εκνευρισμού αρχίζουν σιγά-σιγά, αμυδρά, να φαίνονται στη συλλογή, ως μια ενοχλητική διαπίστωση, «Ωραία αγόρια και μαντράχαλοι όμως/ που βρωμούν τα πόδια τους.» («Απέναντι στο δρόμο ‘που δεν βγαίνει’»/ Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε/ 1956). Κατά τα άλλα το υπόλοιπο ποίημα κινείται στα πλαίσια της κοινωνικής απογοήτευσης, που εκκολάπτει τα στοιχεία της θυελλώδους μετέπειτα αντίδρασης. Από το «Ένας ποιητής το 1960» (Ξηρά ποιήματα- στη διακεκαυμένη/ 1963) αρχίζει ο διάλογος με ένα ακαθόριστο πρόσωπο-προσωπείο, με αιφνιδιαστικές ερωτήσεις, που είτε απαντιόνται, είτε υπαινίσσεται τις απαντήσεις τους και πλάθουν ένα πολύ ζωντανό ποίημα, που διατηρείται στα «κόσμια» γλωσσικά μέτρα. Το μοτίβο αυτό ακολουθείτε σποραδικά στο υπόλοιπο της συλλογής (π.χ. στον εσωτερικό αντίλογο στο «Υπό δυσμένειαν»/ Ε ́/ ό.π.). Όλα αυτά τα μοτίβα ισχυροποιούνται σταδιακά και τον καθορίζουν. Οι μετέπειτα «κομιστές» των ιδεών του –Ατρείδες, Ορφέας, η γριά- είναι μια απαρχή ενός έμμεσου διαλόγου με προσωπεία, που εξελίσσεται προοδευτικά. Τώρα θα επιχειρήσω να σας πω την ιστορία του ποιητή Σταύρου Βαβούρη με τα δικά του λόγια. Αρχικά φανταζόταν «καλπασμούς και κύματα» (1950-1952), αναζητώντας τη «Δεύτερη μεταμόρφωση» (ό.π.), μα βρισκόταν σε «γη πυρός» (ό.π.). «Η ανάγκη των αγγέλων στους πικρούς καιρούς» (πέντε ποιήματα/ 1954-1957) ήταν επιτακτική στην αδιαφορία του αδιάφορου («Η μπαλάντα του αδιάφορου»/ ό.π.). Άρχισε μετά να «πεθαίνει» (Συμπτώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε/ 1956) και «Ήδη, άρχισε η σήψη» («Αυτοψία»/ ό.π.). Ο εαυτός του έγινε μια πικροδάφνη, «οι πικροδάφνες είμαι εγώ» («Η αλληγορία της πικροδάφνης»/ ό.π.). «Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής» (1959). Στη συνέχεια έρχεται η υπαρξιακή αμφισβήτηση του εαυτού του ως ποιητή (Ξερά ποιήματα στη διακεκαυμένη/ 1963). Μα όταν βρέθηκε σε κρίση αδιεξόδου κάλεσε τη σοφία του αρχαίου παρελθόντος να του δώσει θέσεις και στάσεις ζωής, μια και διέθετε άριστο φιλολογικό εξοπλισμό (Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής/ 1950-1993). Αντ’ αυτού γέμισε με πληθώρα ερωτημάτων, παρά με απαντήσεις. Όμως «ήταν η απόφαση παρμένη τελεσίδικα:/ ήθελες δεν ήθελες:/ Να στρέψεις.» («Ευρυδίκη»/ Ορφέας κατερχόμενος/ 1971). «Βρέχει στους χωρισμούς» (Λόγω της βροχής. Υστερόγραφα/ 1977) και μας ομολογεί «Μες στην καρδιά μου ακούγεται ένα ποίημα» («Υστερόγραφα»/ ό.π.). Ενώ ζούμε σε έναν κόσμο που βασιλεύουν Τα ακραία: Εμείς(1984) και όλοι θέλουν μόνο να παίρνουν και ακόμα περισσότερο στον έρωτα, που είναι έκφραση των ανεξέλεγκτων «θέλω» μας. Αυτή όμως η «φτωχή γριά» έδινε από κάτι σε καθένα που περνούσε («όσον αφορά σ’ εκείνη τη γριά»/ / Carmina Profana/ 1979-1982), μα εκείνος επειδή άργησε του «’δωσε δυο μούντζες» και «μαύρα φάσκελα». Κάπως έτσι μάλλον έβλεπε εκείνη την εποχή τη ζωή του και ό,τι του δόθηκε. «Με μια φαρμακερή βελόνα/ μπηγμένη ξαφνικά μες στην καρδιά» (/ ό.π.), να κλώθει, όπως η Μοίρα –που μάλλον αυτήν συμβολίζει η γριά-, «να δίνει φρούτα,/ δώρα αλλά και φάσκελα» (/ ό.π.). Έρμαιο μοιάζει να περιμένει «μήπως κι ανατείλουν/ τα καλά φεγγάρια της», ή να τρέμει «τις συνέπιες/ μιας νέας δυσμένειας» («Τα χαμόγελα της γριάς»/ ό.π.). Θα ήθελε να μπορούσε να της τα ψάλει ένα χεράκι, για τελευταία φορά ̇ μα πού μια τέτοια δυνατότητα (/ ό.π.), δυστυχώς η Μοίρα είναι ανεξέλεγκτη και απόμακρη. Χρησιμοποιεί συχνά τη μεταφορά του «φάσκελου», παραπέμποντας στη γνωστή λαϊκή έκφραση «είναι φασκελωμένος από τη Μοίρα», δίνοντάς μας μια αίσθηση για το πώς συναισθάνεται τον εαυτό του (πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας και τα προβλήματα της κινητικής του αναπηρίας). Και επειδή όταν το άγχος, η καταπίεση και η αίσθηση του αδικημένου καθορίζει το είναι μας, τότε όλα αυτά εξωτερικεύονται και προς τους άλλους, «Στάχτη και μπούρμπερη όλοι σας./ Κατακλυσμός δεν ’πα να ’ρθει» (Όσον αφορά στη βρώμικη βροχή/ / 1984). Μετά στρέφεται αγωνιωδώς στο «ποίημα» (Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα/ 1985), προσπαθώντας κάπου να αγκιστρωθεί, αλλά εκείνο «τσινάει» και αντιστέκεται. Του λέει «βάλε με σ’ ένα βάζο με νερό,/ να ζήσω λίγο ακόμα ̇/ όσο κι όπως εσύ.» (ό.π.). Αλλά επειδή τα δημιουργήματά μας είναι ό,τι εμείς οι ίδιοι: «Όχι, όχι/ Δύσθυμο, δυσάρεστο γραφόταν./ Πήγαινε κάπως πάντως ν’ αρθρωθεί./ Χειροδικούσε, τσίριζε/ Αλλόφρον πέρα δώθε/ όμοια με τίγρη στο κλουβί.// Νευρωτικό –μονάχα;/ Περνούσε πια στη σχιζοφρένεια/ -λέγανε να το δέσουν-» («Βούιζε»/ ό.π.). Και ακριβώς επειδή ο Σταύρος Βαβούρης είναι αυθεντικός ποιητής γι’ αυτό τα ποιήματά του είναι αληθινά. Αν προσποιούταν τα έργα του θα ήταν κίβδηλα και αδύναμα, χωρίς να αγγίζουν. Επιλογικά, θα ήθελα να συνοψίσω, ότι όλες αυτές οι διαλυτικές ερωτήσεις και η ανασφάλεια, με τη χρήση ενός πολύ αδρού και πηγαίου λόγου, αποδομούν κάθε βεβαιότητα και στήριγμα, κατασκευάζοντας ένα ανασφαλές και αγχωτικό κλίμα.
Lana Turner has collapsed! I was trotting along and suddenly it started raining and snowing and you said it was hailing but hailing hits you on the head hard so it was really snowing and raining and I was in such a hurry to meet you but the traffic was acting exactly like the sky and suddenly I see a headline LANA TURNER HAS COLLAPSED! there is no snow in Hollywood there is no rain in California I have been to lots of parties and acted perfectly disgraceful but I never actually collapsed oh Lana Turner we love you get up
Η Λάνα Τέρνερ κατέρρευσε! Περπατούσα γοργά κι ξαφνικά άρχισε να βρέχει και να χιονίζει κι εσύ είπες πως έριχνε χαλάζι αλλά το χαλάζι σε χτυπάει στο κεφάλι δυνατά, οπότε στην πραγματικότητα χιόνιζε και έβρεχε και βιαζόμουν τόσο πολύ να σε συναντήσω, αλλά η κίνηση συμπεριφερόταν ακριβώς όπως ο ουρανός κι ξαφνικά βλέπω έναν τίτλο Η ΛΑΝΑ ΤΕΡΝΕΡ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ! δεν υπάρχει χιόνι στο Χόλιγουντ δεν υπάρχει βροχή στην Καλιφόρνια έχω πάει σε πολλά πάρτι και φέρθηκα απολύτως απαράδεκτα μα ποτέ δεν κατέρρευσα στην πραγματικότητα