Dorothy Parker, Τρία ποιήματα

Μια αρκετά θλιβερή ιστορία

Ποτέ νομίζω δε θα ξέρω πόσο
Γιατί ’μαι έτσι, κι είμαι τόσο.
Γύρω μου, άλλα κορίτσια στ’ αρσενικά,
Βιασύνη εμπνέουν και βουητό από φωτιά,
Του γυαλιού τη διαφάνεια την καθαρή,
Του χόρτου τ’ απριλιάτικου τη γλυκιά μορφή,
Του γρανίτη το γέμισμα το δυνατό·
Αλλ’ εγώ – δεν ξέρω να το σχεδιάζω αυτό.
Τ’ αγόρια που στου Έρωτα τ’ αδιέξοδο είχαμε βρεθεί
Είχαν -θα λέγαμε- εκτός γάμου στραφεί.
Το τραγούδι μου ’κοψαν, ράγισαν την καρδιά,
Κι είπαν να φύγουν, έπρεπε, μακριά,
Εξηγώντας στα δάκρυά μου έτσι κατευναστικά,
Πρώτα οι καριέρες έρχονται και τα γονικά.
Μα ποτέ δε μ’ αρνήθηκε η εμπειρία
Σοφία, γνώση κι ηρεμία!
Παρότι ανόητη είναι όποια να πιάσει επιθυμεί
Το εικοστό πρώτο σαν ποινή – μια αδιάφορη ηδονή,
Να συνεχίσω πρέπει εγώ, ως το σχοινί μου
τελειωθεί,
Που απ’ τη γέννησή μου να ελπίζω, μ’ είχαν
καταραστεί.
Μια καρδιά μισή παρθενικό είναι κι αρχαϊκό·
Μα η δική μου μοιάζει με ψηφιδωτό-
Το πράγμα κάνει κοροϊδία!
Γιατί είμαι έτσι; έχω απορία.

*

Αλλά όχι ξεχασμένη

Σημασία, σκέφτομαι, δεν έχει που γυρνάς,
Διότι μαζί σου μ’ ένα τρόπο θα πηγαίνω.
Παρόλο που, για γλυκύτερες ίσως στεριές, φύγεις,
Σύντομα, απ’ τα χέρια μου δε θα ξεφύγεις.
Ούτε κι απ’ τον τρόπο που το κεφάλι μου (ψηλά) κρατούσα,
Ούτε και όσα νευρικά είπα και σ’ ανησυχούσα.
Εμένα ακόμη θα βλέπεις, μικρή, λευκή,
Και χαμογελαστή, μέσα στη νύχτα τη μυστική.
Και τα μπράτσα μου θα αισθάνεσαι γύρω από σένα,
Σαν, φτερουγίζοντας, θα ’ρχεται πίσω ξανά η μέρα.
Νομίζω, όπου και αν πας
Στη μνήμη σου θα με κρατάς κλεισμένη
Εκεί, χωρίς εμένα, τη δική μου εικόνα θα φυλάς,
Στις νέες μιλώντας, για την παλιά αγαπημένη.

*

Απολογισμός

Τα ξυράφια σε πονάνε
Σκοτεινά τα ποτάμια κυλάνε
Τα οξέα σε λερώνουν
Τα χάπια σε ναρκώνουν
Τα όπλα νόμιμα δεν είναι
Σε θηλιές σε πηγαίνουν
Το αέριο απαίσια μυρίζει
Καλύτερα να ζήσεις!

*Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου.

Ευσταθία Π., Από τη συλλογή “Σίνγκερ”

[Μετάβαση Ι]

μπράβο, λέει
κατάφερες να κολυμπήσεις πάνω απ’ τη θάλασσα
εκεί όπου ζουν όλα τα τρομερά νεκρά σώματα
εκεί όπου εκβάλλει το πάθος

είπε, αναγεννάται γι’ αυτό έχει νόημα
κι είπα, ανθίζει
γι’ αυτό δεν πεθαίνει επαρκώς

η γύρη ποτίζει τη διάβαση
περνάμε στην απέναντι όχθη
στην απέραντη όχθη του θανάτου
που σαν με φιλάς δεν με νοιάζει αν θα πάω
όταν φτάνω
λέει μπράβο

*

[Μετάβαση ΙΙ]

σαρανταπέντε άτομα
κι εξήντα μετανάστες
τσιγάρα για δάχτυλα
βαλίτσες για πρόσωπα
γωνία περιμένουν Ιουλιανού-Μαυροματαίων
για Θεσσαλονίκη μια γέφυρα
μέσα χτίζομαι εγώ

*

δέκα τη νύχτα που σου λέω θα γεράσουμε
γιατί στ’ αλήθεια επιθυμώ να το πιστέψεις
μη με ρωτάς ποιο καφενείο θα επιτάξουμε
πρέφα ή τάβλι, δηλωτή και δηλωμένη
φίλε μου
με γόνατα και πρόσωπα τριμμένα
καρδιές γεμάτες, αδειασμένες αγκαλιές
μέσα τους να γκελάρουνε τα ζάρια
όπως εμείς δυο μεθυσμένοι θα θυμόμαστε
δε θα μας ψάχνει να γυρίσουμε κανείς
κάτω από εκείνη εκεί τη στάση θα στεκόμαστε
κι ενώ οι πόνοι μέσα μας θα έχουνε σιγάσει
θα βγάζει η κάθε μας ζαριά
σαν δέντρο πια μεσόκοπο που η φλόγα το στραγγίζει
μικρούς τριγμούς στα κόκαλα
ήχους ανόσιους
σπαρακτικούς

*

μερικές φορές τρίζεις κι ακούω
τις γρίλιες της ωμοπλάτης σου
τις χαραμάδες των δοντιών σου
στο φως ιχνογράφημα των αυτιών τα αγγεία σου
μερικές φορές τρίζω
νευρικά στις αρθρώσεις
πλημμυρίζω από πόνο
κι όταν λίγο λυγίζω
προσαρτώμαι στο σώμα σου
συνειρμικά

*”Σίνγκερ”, Εκδόσεις Θράκα.

Μάρκος Μέσκος, αύριον πάλι…

αύριον πάλι
βίγλα του κόσμου ήλιε
και υπόγεια κούλα του νεκρού αιμάτου — μίλησέ μου!

Στον ίσκιο ανθίζεις και πονάς
κάλλιο λησμονήσου καθώς ξεχασμένοι καρποί για την κατεύθυνση της γης
κι ανεμοδείχτες ερυθρόδερμοι διαφωνούνε

*Από τη συλλογή “Τα φαντάσματα της ελευθερίας” (1979).

**Από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2025/04/30/markos-meskos-aurion-pali-μάρκος-μέσκος-αύριον-πάλι/

Γιώργος Κοζίας, Το ταξίδι του Βόυτσεκ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φριδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις Στιγμή 2007.

μκχ, ζηλεύω [απόσπασμα]

ζηλεύω
τα αγόρια που πίνουν
μπίρες έξω
από τα συνοικιακά
καταστήματα ψιλικών
ζηλεύω που στηρίζονται
στα κολονάκια της τροχαίας
στα μηχανάκια των φίλων τους
ζηλεύω
που τους αρκεί
ζηλεύω
τη σπουδαιότητα των θεμάτων:
τα προβλήματα στη δουλειά
το νοίκι
τη μητέρα που τους σπάει τα νεύρα
και τον πατέρα
μια πρώην που τώρα έχει παιδί
ζηλεύω
εκείνο το είπε, εκείνο το είπα
χωρίς συγκείμενο
χωρίς κρυφό νόημα
ζηλεύω
την απλότητα των λέξεων
των θεμάτων
της παε που δεν θα αγοράσει παίκτη
ζηλεύω πόσα αρκούν
για την ευτυχία
έξω από τα συνοικιακά
καταστήματα ψιλικών
ζηλεύω
την επικοινωνία
χωρίς τις λέξεις
τη φροντίδα

*Από τη συλλογή “Βουκαμβίλια ποπ”, έκδοση Τεφλόν, Αθήνα 2022.

Anne Carson, Έρως ο γλυκόπικρος

Φωτογραφία: Roberto De Mitri

Πρώτη η Σαπφώ αποκάλεσε τον έρωτα γλυκόπικρο. Κι όποιος έχει ερωτευτεί, δε θα διαφωνήσει μαζί της.

Ο έρωτας είναι ένα παράδοξο. Κρύβει μια υπόσχεση απόλυτης ηδονής. Όμως βιώνεται σαν πόνος. Τον πόνο τον προκαλεί η απουσία.

Υπάρχει κανένας που να επιθύμησε ποτέ αυτό που δεν απουσιάζει; Κανένας. Σ’ αυτό οι Έλληνες ήταν ξεκάθαροι. Κι επινόησαν τον έρωτα για να το εκφράσουν.

Ο έρωτας είναι αγώνας. Μα ο αγώνας αυτός είναι μάταιος. Γιατί ο έρωτας είναι αναγκαστικά στραμμένος σε κάτι που απουσιάζει: με το που κατακτηθεί το ποθούμενο, η επιθυμία σβήνει. Την επιθυμία την κρατά ζωντανή η απουσία. Γι’ αυτό ο πόνος είναι αναγκαίο συστατικό του έρωτα. Τι επιθυμεί ο ερωτευμένος; Τον άλλο, ή έτσι νομίζει. Στην πραγματικότητα, ο άλλος είναι απλά ένα τέχνασμα που χρησιμοποιεί ο έρωτας για να φανερώσει στον ερωτευμένο έναν προηγουμένως άγνωστο εαυτό του. Ο έρωτας είναι μια εμπειρία αυτογνωσίας.

*Από εδώ: https://perithorio.com/2025/04/30/anne-carson-έρως-ο-γλυκόπικρος/

Τάκης Σινόπουλος, Δύο ποιήματα

ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Τι σκέφτεσαι;
Τι σκάβεις συνέχεια το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;
όπως η μέρα φεύγει ή κάποτε
στη μνήμη ακούς τον ήχο των παρωχημένων.
Τόσα χρόνια περπατάς, ονειρεύεσαι στο ίδιο κορμί.
Στο ίδιο σκοτάδι τη νύχτα χωνεύεις. Μα απόψε,
τα σημάδια που ψάχνεις και βρίσκεις,
απ΄ το πρόσωπο πέφτει ο ασβέστης
και το πρόσωπο τρίζει.

*Από το “Νύχτα και η αντίστιξη”, (1959).

*

ΑΝ

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

*”Συλλογή Ι. 1951-1964”, Εκδόσεις Ερμής.

 Νίκη Μισαηλίδη – Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Mαγιάτικα – τάνκα

i.
Πρώτη του Μαγιού
κύματα οι εργάτες,
άσβηστες φωνές.

Δικαιοσύνη ζητούν.
Παντοδύναμη μνήμη!

ii.
Πλέκουν στεφάνια
με τις αχτίδες τ’ ήλιου
και μαργαρίτες.

Χαμόγελα φωτίζουν
φλογίζονται οι καρδιές.

iii.
Το πανηγύρι
στήθηκε στο αλώνι,
ελπίδα σπέρνει.

Μεγάλοι – νέοι μαζί
απεργία του Μαγιού.

iv.
Μέλισσες πετούν,
κοκκίνισαν οι δρόμοι
σπόροι αγώνα.

Λουλουδένιοι οι δρόμοι
Ανθίζει η εργατιά.

v.
Ζυμώνουν ψωμί,
όνειρα κι ελπίδεςˑ
ο ιδρώτας τους.

Ω! μυρίζουν αγώνες
πάλη και πάθος ζωής.
vi.

Μόχθου κύματα
των εργατών ανάσες
ελπίδες ξυπνούν.

Φωνές που υψώνονται
και μάτια που αστράφτουν.

vii.
Οι παπαρούνες
χορεύουν στο φύσημα
ζεστού αέρα.

Κόκκινες φωτιές στο φως
Φυσαρμόνικας ήχοι.

Lola Ridge, Πρωινή διαδρομή

Κραυγαλέοι τίτλοι
Νέος
Που λιντσάρισαν πριν δέκα χρόνια
Αθώος –
Οι ουρανοξύστες
μοιάζουν ακίνητοι
καθώς στροβιλίζονται πάνω από τα τσιμεντένια τους
θεμέλια,
τα παράθυρα
σαν σκυλόδοντα –
λήο φρανκ
τον λιντσάρισαν δέκα
το λέει με τα λουλούδια
της τσίχλας ρίγκλεϋ με δυόσμο
χάπια κάρτερς λιτή Ρίβερ –
γείρε
στο απαλό ξελόγιασμα του ανέμου
που παίζει με τα μαλλιά σου,
κοίταξε
τα σαν γάλα σύννεφα που διαχέονται στο γαλάζιο
Προχωρήστε Γρήγορα Παρακαλώ
Αφήστε Τους Πρώτα Να Βγουν Αφήστε Τουρέ Να Βγουν
ένιωσε κι εκείνος το μέτωπό του,
το απαλό παιχνίδισμα του ανέμου
όταν το σκοινί τεντώθηκε στο δέντρο
μέσα στη δροσερή αυγή.

*Από τη συλλογή “Το κόκκινο λάβαρο” (1927). Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Lola Ridge, Το σώμα που πονά – Ο καθρέφτης του κόσμου”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 2023. Μετάφραση: Ελένη Χατζή.

Alda Merini, Τα Άγια Χώματα / La Terra Santa

Γνώρισα την Ιεριχώ,
είχα κι εγώ τη δική μου Παλαιστίνη,
τα τείχη του φρενοκομείου
.ήταν τα τείχη της Ιεριχούς
κι ένας μολυσμένος νερόλακκος
μας είχε βαφτίσει όλους.
Εκεί μέσα ήμασταν Εβραίοι
και οι Φαρισαίοι βρίσκονταν ψηλά
και ήταν κι ο Μεσσίας
.σαστισμένος μες στο πλήθος:
ένας τρελός που ούρλιαζε στον Ουρανό
.όλη του την αγάπη για τον Θεό.
.
Όλοι εμείς, κοπάδι ασκητών
ήμασταν σαν τα πουλιά
.και κάθε τόσο ένα δίχτυ
σκοτεινό μάς φυλάκιζε
μα πορευόμασταν προς τη λειτουργία,
τη λειτουργία τού Κυρίου
και Σωτήρα μας Χριστού.
.
Πλυθήκαμε και θαφτήκαμε,
ευωδιάζαμε λιβάνι.
.Και, μετά, όταν αγαπούσαμε
μας έκαναν ηλεκτροσόκ
γιατί, λέγαν, ένας τρελός
δεν μπορεί κανέναν ν’ αγαπήσει.
.
Μα μια μέρα μέσ’ από το μνήμα
αναστήθηκα κι εγώ
και όπως ο Ιησούς κι εγώ
είχα τη δική μου νεκρανάσταση,
όμως δεν ανέβηκα στους ουρανούς
κατέβηκα στην κόλαση
απ’ όπου ξανακοιτάζω έκπληκτη
.τα τείχη της αρχαίας Ιεριχούς.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
**Από το “Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας”, εκδ. 24 γράμματα