Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, ΜΑΛΙΝΑ – Mετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης – Γλωσσική Επιμέλεια: Σταύρος Καραγιώργης – Εκδόσεις πότλατς

Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία.
Το Μάλινα, ένα μυθιστόρημα με αντιπατριαρχικό λόγο και ποιητική γλώσσα, κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις πότλατς σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη. Το 2026 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία δικαίως θεωρείται μία από τις σπουδαιότερες γερμανόφωνες δημιουργούς του 20ού αιώνα. Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1971, δύο χρόνια πριν απ’ τον τραγικό και άδικο θάνατο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν έπειτα από πυρκαγιά στο διαμέρισμα της στη Ρώμη. Αυτό ήταν και το μοναδικό μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της ζωής της η από πολύ νωρίς βραβευμένη ποιήτρια, το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας υπό τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου».


Πάνω από μισό αιώνα μετά τη συγγραφή και την πρώτη έκδοση του Μάλινα, είναι πλέον φανερό γιατί αυτό το έργο ριζοσπαστικής σύλληψης, ενορχήστρωσης και εκτέλεσης μιας γυναίκας δημιουργού δεν ήταν δυνατόν να τύχει εν γένει θερμής υποδοχής από το ανδροκρατούμενο, ούτως ή άλλως, λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του. Η τύχη του πρώτου μεγάλου μυθιστορήματος μιας σπουδαίας ποιήτριας, το οποίο θα άνοιγε μια τριλογία, ήταν προδιαγεγραμμένη: απαξιώθηκε ουσιαστικά ως αυτοαναφορικό έργο και μάλιστα ως «ψυχόγραμμα κάποιας βαριάς πάθησης». Η απαξίωση αυτή, που τεχνηέντως στέρησε από το μυθιστόρημα την όποια λογοτεχνική αξία του και συρρίκνωσε την καθολικότητά του, παροπλίζοντάς το ως μεμονωμένη προσωπική υπόθεση –μιας συγκεκριμένης γερασμένης γυναίκας–, δεν οφειλόταν σε κάποια συνειδητά οργανωμένη συνωμοσία του ανδροκρατούμενου κατεστημένου. Αντιθέτως, η απαξίωση αυτή αποτελούσε εκπεφρασμένο σύμπτωμα της πατριαρχικής φύσης του, η οποία αδυνατούσε να συλλάβει και να κατανοήσει τη γλώσσα του.


Το Μάλινα υπερβαίνει ως δημιούργημα τα όποια στενά προσωπικά βιώματα της δημιουργού του· κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, βέβαια, ακριβώς επειδή η Μπάχμαν διέθετε την ευφυΐα να εντάσσει τα προσωπικά βιώματά της σε ευρύτερο πλαίσιο. Και φαίνεται ότι σήμερα είμαστε σε θέση –κάπως περισσότερο απ’ ό,τι πριν από μισό αιώνα και κάτι– να αντιληφθούμε την επίκαιρη ριζοσπαστικότητα του Μάλινα και να αφουγκραστούμε τον αντιπατριαρχικό λόγο που δημιούργησε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν με το έργο της.


Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν


Μία από τις σημαντικότερες γερμανόφωνες ποιήτριες και συγγραφείς του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας, κοντά στα σλοβενικά σύνορα. Μεγάλωσε στη σκιά του ναζισμού και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπειρία που σημάδεψε βαθιά το έργο της. Εκτός από ποίηση, έγραψε διηγήματα, ραδιοφωνικά έργα, λιμπρέτα όπερας, δοκίμια και κριτικά κείμενα. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της στράφηκε συστηματικά στο μυθιστόρημα σχεδιάζοντας μία τριλογία με θέμα τη βία, την πατριαρχία και τα τραύματα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Το μόνο μυθιστόρημα αυτής της σειράς που πρόλαβε να ολοκληρώσει είναι το Μάλινα (1971), το οποίο σήμερα θεωρείται κλασικό φεμινιστικό κείμενο. Έζησε για μεγάλα διαστήματα στην Ιταλία. Πέθανε το 1973 σε ηλικία 47 χρόνων έπειτα από πυρκαγιά στο διαμέρισμά της στη Ρώμη.


Για τις εκδόσεις πότλατς


Oι εκδόσεις πότλατς δημιουργήθηκαν με σκοπό να συνδυάσουν κείμενα πολιτικής θεωρίας και φεμινιστικής κριτικής, καθώς και ψυχαναλυτικά δοκίμια.


Πληροφορίες
Μάλινα
Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν
Εισαγωγή, Μετάφραση, Επίμετρο, Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης
Γλωσσική Επιμέλεια: Σταύρος Καραγιώργης
ISBN: 978-618-86767-8-7
Σελίδες: 338
Tιμή: 20 ευρώ
Εmail επικοινωνίας: editions.potlatch@gmail.com
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6980960529

Richard Brautigan, Πέντε ποιήματα

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

Μια ζεστή βροντή και καταιγίδα με αστραπές
απόψε στο Τόκιο με πολλή βροχή και ομπρέλες
γύρω στις 10 το βράδυ.
Προς το παρόν αυτή είναι μια μικρή λεπτομέρεια
αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ σημαντική
μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια όταν αρχαιολόγοι
θα ψάχνουν στα ερείπιά μας, προσπαθώντας
να μας κατανοήσουν.
.
Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976


*


ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΜΕ ΣΤΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ

Σταματήσαμε στις υπέροχες μέρες
και βγήκαμε από το αυτοκίνητο.
Ο αέρας έριξε μια γρήγορη ματιά στα μαλλιά της.
Ήταν τόσο απλό.
Γύρισα να πω κάτι-


*


ΖΩ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ

Ζω στον εικοστό αιώνα
και ξαπλώνεις δίπλα μου. Ήσουν
θλιμμένη όταν ξάπλωσες.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για
αυτό. Ένιωσα απελπισία. Το πρόσωπό σου
είναι τόσο όμορφο που δεν μπορώ να σταματήσω
να το περιγράφω, και δεν μπορεί τίποτα
να γίνει για να σε κάνω ευτυχισμένη ενώ
κοιμάσαι.


*


ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ


Δεν με νοιάζει πόσο γαμημένα έξυπνοι
είναι αυτοί οι τύποι: βαριέμαι.
Όλη μέρα βρέχει απαίσια
και δεν έχω τίποτα να κάνω.


*


Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ


Μ’ αρέσει αυτός ο ταξιτζής,
τρέχει στους σκοτεινούς δρόμους του Τόκιο
λες κι η ζωή δεν έχει νόημα.
Νιώθω, ακριβώς, το ίδιο.
Τόκιο, 17 Ιουνίου 1976, 10μμ.
.
*Μετάφραση: Σ.Θ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι

Απεκρίθησαν Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «… γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας, ου προσκυνούμεν». Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμου… και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδάχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην… Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου… Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα∙ και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου… ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον Θεόν εν τη καμίνω…
ΔΑΝΙΗΛ=
Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ, ο Κερουάκ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse, ο Arthur Rimbaud, ο Raymond Roussel, ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι, ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες, όπως
Ο William Blake
Ο Shelley
Ο Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ
Ο David Thoreau
Ο Henry Miller
Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman
Ο Έγελος
Ο Κίρκεγκαρντ
Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων
Ο Sigmund Freud
Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης
Ο Μαρξ
Ο Λένιν
Ο Κροπότκιν
Ο Μπακούνιν
Ο Böhme
Ο Νίτσε
Ο Victor Hugo
Ο Μωάμεθ
Ο Ιησούς Χριστός
Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω -έκαστος στην ιδική του γλώσσα- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των, άπαντες, εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν, με λόγια που μεθερμηνευόμενα -όχι από τους ορθολογιστάς- το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές -τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα- φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.
Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.
Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Άρκ! ω Αθανάση Διάκο!), με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez suz les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των δοχείων που τα δυσώδη απορρίμματα περιέχουν (lâchez tout, partez suz les routes), απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής των αυνανιζομένων, απ’ των τρελών τις άναρθρες φωνές και απ’ των βαρέων καημών τις στοναχές, ως λάβα ζεστή, ή ως σάλπιγξ μιας αενάου παρουσίας, μα προ παντός ως σπέρμα, ως σπέρμα ορμητικόν εν ευφροσύνη αναβλύζον, αναπηδούν και ανέρχονται στον ουρανόν (Αλληλούια! Αλληλούια!) με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, άκαυτοι και άφθαρτοι εις τον αιώνα, μπεάτοι και προφητικοί (Αλληλούια! Αλληλούια!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και τώρα και πάντα (Αλληλούια! Αλληλούια!) με συνοδείαν των αγγέλων, και τώρα και πάντα, τον ερχομό και την ανάγκη (Αλληλούια! Αλληλούια!) τον ερχομό και την ανάγκη νέων Παραδείσων ψάλλουν!

Γραμμένο στη Γλυφάδα την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού, 17.8.1963.

Νάνος Βαλαωρίτης, Δειπνοσοφιστές

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής
Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου
Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας
Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν
Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο

Δημήτρης Τρωαδίτης, στο τελευταίο σου ταξίδι 

στο τελευταίο σου ταξίδι
δεν χρειάζεσαι εισιτήριο
ούτε διαβατήριο σου ζητούν
στη χώρα του τίποτα
δεν υπάρχουν τελωνειακές αρχές
ούτε ζητούν διατυπώσεις
γιατί δεν κουβαλάς καμιά αποσκευή
μόνο τον εαυτό σου
κι αυτό παρά τη θέλησή σου

Όσιπ Μάντελσταμ (1891 – 1938), Τέσσερα ποιήματα

Μου δόθηκε το σώμα – τι να κάνω μ’ αυτό,
Τόσο δικό μου και τόσο μοναδικό;
Για τη χαρά αυτή που αναπνέω και που ζω
Σε ποιον, πέστε μου, να πω το ευχαριστώ;
Εγώ και το λουλούδι, εγώ κι ο κηπουρός,
Στη φυλακή του κόσμου δεν είμαι μοναχός.
Στης αιωνιότητας τον καθρέφτη έχει πια πέσει
Η δική μου αναπνοή, η δική μου ζέστη.
Θα σχηματιστεί απάνω του μορφή
Άγνωστη σε κάθε άλλη εποχή.
Ας πέσει η ομίχλη της στιγμής –
Τη γλύκα δε θα σβήσει της μορφής.


1909


*


Τη μορφή σου βασανιστική και άπιαστη
Δεν μπορούσα να ψηλαφίσω στην ομίχλη.
«Θεέ μου», είπα από λάθος,
Χωρίς να θέλω να το πω.
Θεός, όνομα σαν πουλί μεγάλο
Πέταξε μέσ’ απ’ τα στήθια μου.
Μπροστά πυκνή ομίχλη στροβιλίζεται
Και πίσω άδειο στέκει το κλουβί.


1912


*


Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακριά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…
Όπως το νι που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων –
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ’ταν για σας, άντρες Αχαιοί;
Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος – όλα κινούνται απ’ την αγάπη.
Ποιος θα μ΄ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά,
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.


1915


*


Ο ΑΙΩΝΑΣ


Αιώνα μου, θηρίο μου, ποιος θα μπορέσει
Να κοιτάξει μες στις κόρες των ματιών σου
Και με το αίμα του ποιος να συγκολλήσει
Δυο αιώνων τις σπονδυλικές;
Από τα γήινα πράγματα ποτάμι
Της ζωής το αίμα ξεχειλίζει
Και μόνο ο οκνηρός τρέμοντας στέκει
Στο κατώφλι των καινούριων ημερών.


Το κάθε πλάσμα όσο ζει
Τη σπονδυλική του κουβαλεί.
Το κύμα με την αόρατη
Παίζει σπονδυλική.
Σαν τραγανό παιδιού είναι τρυφερός
Της νεαρής μας γης ο αιώνας,
Και πάλι θυσία σαν αρνί,
Προσφέρουν το κρανίο της ζωής.


Για να ελευθερώσεις τη ζωή απ’ τη σκλαβιά,
Για να γεννηθεί καινούριος κόσμος,
Των ροζιασμένων ημερών το γόνατο
Πρέπει με τον αυλό να δέσεις.
Με πλήξη ανθρώπινη ο αιώνας τούτος
Το κύμα του κουνά
Και μες στα χόρτα αναπνέει η οχιά
Με το μέτρο του χρυσού αιώνα.


Ακόμα θα φουσκώσουν τα μπουμπούκια
Και το πράσινο βλαστούς θα βγάλει,
Μα εσέ σπασμένη είναι η σπονδυλική σου,
Θαυμαστέ και θλιβερέ μου αιώνα.
Χαμογελώντας δίχως νόημα
Αλλού κοιτάζεις, σκληρός κι αδύναμος,
Όπως θηρίο, ήτανε άλλοτε σβέλτο και δυνατό,
Τ΄ αχνάρια κοιτάζει απ’ τα δικά του πόδια.


*Μετάφραση άοπλο τα ρωσικά: Γιώργος Μολέσκης.

Ο Νικάνορ Πάρρα (Nicanor Parra) κατά Σαδδουκαίων

γράφει ο  Απόστολος Θηβαίος*

Η αντίθετη ροπή που υπονοεί ο Νικάνορ Πάρρα, τα ποιήματα και τ΄αντιποιήματα συγκροτούν μια τεράστια σχέση μ’ εκείνο που σήμαιναν τα λόγια του Μιχάλη Κατσαρού, όταν έβαλε Κατά Σαδδουκαίων. Η αιτία για τις δηλώσεις του Πάρρα ήταν πως δεν υπήρξε ποτέ άλλος τρόπος για να αποκρυσταλλωθεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας, η ατμόσφαιρα ενός ολόκληρου κόσμου, όπως συνέβη με τον ιθαγενή ρεαλισμό του ίδιου και όσων ακολούθησαν αυτή τη διάθεση στην ιδιαίτερη του πατρίδα. Ο Κατσαρός απ΄αντίθετους δρόμους φθάνει στα ίδια εδάφη αναγνωρίζοντας στην ποίηση κάτι πέρα απ΄την αναπαραστατική της λειτουργία. Μιλούμε για το γεγονός της ποίησης, ένα συμβάν πέρα ακόμη απ΄το ίδιο το ποίημα και την υποκειμενικότητά του. Μ΄άλλα λόγια οι δύο αυτοί σπουδαίοι ποιητές στάθηκαν μια αφορμή γι΄αυτό το κείμενο επειδή πρότειναν μια ποίηση στραμμένη δίχως αμφιβολία στη σπουδή της ίδιας της ζωής. Είτε γιατί έτσι ερμηνεύονται οι καιροί, είτε γιατί οι λέξεις μπορούσαν πάντα ν΄αποδώσουν μ΄επάρκεια μια στιγμή ή μια ουσία ο Πάρρα και ο Κατσαρός συναντιούνται αναπάντεχα. Στο τέλος του καλοκαιριού, πριν ξεκινήσει μια ακόμη επίπονη περίοδος παρουσιάσεων και εκδοτικών γεγονότων, συλλογίζεται κανείς ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που θα ΄θελε να λάμψει, καινούριο, σύγχρονο μες στο σοφό πια βλέμμα της ελληνικής ποίησης.

Η γενιά του 1970 δεν έχει πάψει. Εξακολουθεί με την ίδια εσωτερικότητα όπως και πριν, πραγματοποιεί τολμηρές αφαιρέσεις. Τρέφεται απ΄το ιστορικό, νεοελληνικό υλικό, αντλεί τη θεματολογία της και εξαντλεί τα πεδία της κριτικής για το συντελεσμένο έργο. Η μεταφραστική δραστηριότητα στην ακμή της προσφέρει στην ελληνική ποίηση όλα εκείνα τα σύγχρονα στοιχεία που καλλιεργούνται. Το κοινό και οι συγγραφείς μπορούν ελεύθεροι να πειραματίζονται, εξελίσσοντας τις γρήγορες τάσεις του καινούριου αιώνα. Στα πλαίσια της γρήγορης όρασης και της θορυβώδους εποχής η ελληνική στιχουργική προσαρμόζεται εξαίρετα, κατευθυνόμενη διαρκώς προς την αφαίρεση. Ο όρος μοιάζει ανεξάντλητος, αν αναλογιστεί κανείς τα ποικίλα πορτραίτα που εννόησε ο Βαλερύ. Η αγωνία για το ριζοσπαστισμό στο νόημα και τη μορφή παραμένει φιλοδοξία αιχμής. Η νέα, ποιητική γενιά, αποστρέφεται εν μέρει τον ακαδημαϊσμό αλλά δύσκολα μοιάζει να ξεπερνά τη φόρμα. Είναι φυσική η δανειστική πρακτική των νέων δημιουργών, όμως εδώ μιλούμε για μια ελληνική ποίηση δίχως καθορισμένα ρεύματα ή εκφραστικές συλλογικότητες η οποία αδυνατεί να αρθρώσει κάτι το διαφορετικό. Και αυτό γιατί όντας καταραμένη από μια άποψη καλείται να βιώσει διαρκείς εποχές ήττας και εκτίμησης ακυρωμένων οραμάτων. Σε επίπεδο κοινωνικό ή πολιτικό, στο βαθμό τον οποίο αυτά τα δύο διαφοροποιούνται η αίσθηση παραμένει ίδια. Οι τρόποι για να τραγουδήσουμε αυτές τις εποχές είναι αναρίθμητοι. Όμως η ελληνική ποίηση βρίσκει καταφύγιο στο παρελθόν της, καθιερώνοντας διαρκώς πρότυπα. Ας πούμε πως πρόκειται για ένα είδος επιφανειακής αρχαιολατρίας, ένα αποτέλεσμα της επικαιροποίησης διαφορετικών κάθε εποχή μέτρων και σταθμών, για τα οποία τ΄αντίστοιχα ανάλογα υφίστανται μόνο ως ιστορικό υλικό. Τ΄ομολογουμένως λαμπερό παρελθόν της ελληνικής ποίησης συνιστά ένα ευρύ πεδίο μάθησης. Μέτρα, ελευθερίες, εναλλακτικές μορφές του φαινομένου, σύμπραξη τεχνών, επιρροές σ΄όλες τις αισθήσεις συνιστούν τα μέσα για τη διατύπωση διαφορετικών, ποιητικών φωνών μες στην ελληνική πραγματικότητα.

Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την ελληνική ποίηση παραμένει προσηλωμένο στα μεγάλα μεγέθη της. Οι νέες τάξεις των ποιητών οφείλουν να προσμένουν το δικό τους καιρό σε μερικές δεκαετίες από τώρα. Κάπως έτσι χτίζεται η απόσταση από το σύγχρονο, ποιητικό αποτέλεσμα, αυτό δηλαδή που συγκρατεί την ατμόσφαιρα μιας εποχής. Το ελληνικό δράμα γνωρίζει από ψυχές, όμως αδυνατεί ακόμη να κατανοήσει πως η απτή πραγματικότητα θα μπορούσε να το καταστήσει υψηλότερο. Και έτσι αρνείται τον καιρό της ή τον περιγράφει αφαιρετικά, γεμάτο σύμβολα που δεν ονομάζουν τους αληθινούς ήρωες και τις φοβερές πληγές αυτής της εποχής. Τίποτε το γοητευτικό ή το συναρπαστικό δεν υφίσταται ως στοιχείο της εποχής μας. Όμως αυτή ακριβώς η απουσία της ιστορικής κρισιμότητας είναι που παραχωρεί το δικαίωμα και την σπάνια ευκαιρία ν΄ανατρέξουμε στα σύγχρονα δράματα και τις σκηνογραφίες. Η τελική έκβαση του φουτουρισμού, οι αυξημένες νευρώσεις που συνοδεύουν τις διαστροφές μας δεν θα μπορούσαν να μας αφήσουν ασυγκίνητους. Και όμως ο δικός μας λόγος δεν επαρκεί ακόμη για να περιγράψει με την πιο απλή έννοια του όρου τη μεταβλητή εποχή μας. Η συνάρτησή της διαθέτει πια σπάνιους αγνώστους, όμως τα διαγράμματά της παραμένουν δυσανάγνωστα. Ο λόγος δήλωνε ο Πάουντ θα πεθάνει πριν τη δεύτερη χιλιετία. Φυσικά δεν εννοούσε το θάνατο των λέξεων, αλλά το τέλος της λογικής, τα ελαστικά όρια των προκλήσεων μες στα οποία αυτή καλείται να υπάρξει. Σημαίνει το ζητούμενο για να ειπωθούν ξανά τα πράγματα αλλά με μια άλλη γλώσσα, τροφοδοτημένη απ΄την εποχή και τα καινούρια οράματα. Η γενιά του ’70 θα συνεχίζει να καταλογογραφεί διαρκώς νέους ποιητές. Η απαράμιλλη εξωστρέφεια της εποχής, εκφρασμένη μ΄έναν ευρύτατο πεδίο μέσων δεν πρόκειται να επηρεάσει την κατάταξη των μελών της γενιάς.

Η εσωτερικότητα, ο καιρός της λαμπρής ατομικότητας όμως κάποτε θα εξαντληθεί. Η πρόκληση για την καινούρια ποίηση είναι να βρει ένα νέο λεξιλόγιο, μια άλλη ορολογία ικανή να εξειδικεύσει το στίγμα της με τον πιο καθοριστικό τρόπο. Δεν μιλούμε μονάχα για τα σύμβολα. Αυτά άλλωστε θα μας τα υποδείξει ο καιρός. Ο ίδιος που τ΄αποκαθηλώνει οριστικά μια άλλη στιγμή. Αυτό το κείμενο αφιερώνεται σ΄όσους δεν κατόρθωσαν ακόμη ν΄αποκαλύψουν τ΄ όραμά τους, ν΄ανακαλύψουν την αληθινή ηλικία αυτού του κόσμου. Η ελληνική ποίηση έχει αποδείξει πως μπορεί να στρέψει τους καθρέφτες εντός, αναγορεύοντας τους χαμηλούς ορίζοντες της πόλης σ΄οράματα. Αν το κοινό δεν την προσέχει, δεν είναι που η ίδια δεν αφήνει κραυγές. Είναι γιατί εδώ και χρόνια παραμένει σε μια άλλη συχνότητα.
Να σημειωθεί πως ο αρθρογράφος ετούτου του πονήματος ποτέ δεν κατόρθωσε ως σήμερα τίποτε απ΄όσα οι δυο ποιητές της εισαγωγής πρότειναν. Ο τόπος ως αφορμή ενός έργου απαιτεί ψυχική σύνδεση, στοιχείο αμβλυμένο μες στην παγκοσμιοποιημένη λογική της δεύτερης χιλιετίας. Όσο για τον Μιχάλη Κατσαρό εκείνο που ήθελε να πει είναι πως τα σύμβολα κάποτε οφείλουν ν΄αντλούν από το πιο αντιπροσωπευτικό για να υπάρξουν ως διαχρονικά. Μ΄αυτήν την έννοια μπορεί ν΄ανακαλέσει κανείς δημιουργούς όπως ο Παζολίνι, οι οποίοι παρέμειναν πιστοί, με κάθε κόστος στο πλήθος που αποτελεί τη μεγάλη στάθμη κάθε κοινωνίας και καθορίζει την έννοια του λαϊκού αισθήματος.
Μ΄άλλα λόγια μιλούμε πάντα για τον δικό μας, τον ήμερο και άγριο ρυθμό της ζωής που ακόμη δεν περιγράφεται. Αυτή είναι η ευγενής φιλοδοξία της ελληνικής ποίησης και η μόνη της δυνατότητα να διεκδικήσει μια ευκαιρία στη διαδραστικότητα, τη συνύπαρξη των μέσων που στοχεύουν στην ανάδειξη της αισθητικής του καιρού μας. Να δείξει το παραμύθι του Μπέικον που τόσο ωραία τονίζει ο ίδιος πως παραφρόνησε. Μ΄όρους ελληνικούς και τον επιλεγμένο, κατάλληλο σφυγμό. Την συγκεκριμένη διάθεση που συνεπάγεται η αφετηρία του νέου, ελληνικού αιώνα, προσμετρώντας κάθε διαμορφωτικό παράγοντα του περιβάλλοντος.

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ

Κυρίες και κύριοι
Αυτή είναι η τελευταία λέξη μας
–Η πρώτη και τελευταία λέξη μας–
Οι ποιητές κατεβήκανε απ’ τον Όλυμπο.
Για τους παλιότερους
Η ποίηση ήταν ένα είδος πολυτέλειας
Για μας ωστόσο
Πρώτης ανάγκης είδος είναι:
Αδύνατο χωρίς αυτή να ζήσουμε.
Σ’ αντίθεση με τους παλιότερους
– Κι αυτό το λέω μ’ όλο το σέβας –
Εμείς υποστηρίζουμε
Ότι ο ποιητής δεν είναι αλχημιστής
Ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος κι αυτός
Ένας χτίστης που χτίζει τον τοίχο του:
Ένας κατασκευαστής θυρών και παραθύρων.
Εμείς κουβεντιάζουμε
Σε γλώσσα καθημερινή
Σύμβολα καβαλιστικά δεν θέλουμε.
Κι ακόμη κάτι:
Ο ποιητής είναι εδώ
Για να μη γενεί στραβό το δέντρο.
Μια κοπέλα ανάμεσα στα στάχυα
Ή να μην είναι απολύτως τίποτε.
Τώρα λοιπόν, σ’ επίπεδο πολιτικό
Αυτοί, οι άμεσοι πρόγονοί μας,
Οι καλοί άμεσοι προγονοί μας
Διαθλάστηκαν και διασκορπίστηκαν
Περνώντας μεσ’ από πρίσμα κρυστάλλινο.
Κάποιοι απ’ αυτούς γίναν κομμουνιστές.
Εγώ δεν ξέρω αν πράγματι ήσαν.
Ας υποθέσουμε όμως ότι ήσαν.
Αυτό που ξέρω εγώ είναι το εξής:
Δεν υπήρξαν λαϊκοί ποιητές.
Υπήρξαν σεβάσμιοι μπουρζουάδες ποιητές.
Τα πράγματα πρέπει να λέγονται με τ’ όνομά τους:
Μονάχα ένας – δυο
Τη λαϊκή αγγίξανε καρδιά.
Όποτε βρίσκαν ευκαιρία
Εκφράζονταν με λόγο και με πράξη
Κατά της στρατευμένης ποίησης
Κατά της ποίησης του σήμερα
Κατά της προλετάριας ποίησης.
Ακόμη κι αν δεχτούμε κομμουνιστές πως ήσαν
Η ποίησή τους ήταν συμφορά
Σουρεαλισμός δεύτερο χέρι
Τρίτο χέρι παρακμή,
Σάπιες σανίδες ξεβρασμένες απ’ τη θάλασσα.
Ποίηση των επιθέτων
Ποίηση ρινική, λαρυγγική
Ποίηση αυθαίρετη
Ποίηση αντιγραμμένη από βιβλία
Ποίηση βασισμένη
Στην επανάσταση των λέξεων
Ενώ θα έπρεπε να βασίζεται
Στην επανάσταση των ιδεών.
Ποίηση φαύλου κύκλου
Για μισή ντουζίνα εκλεκτών:
“Απόλυτη ελευθερία έκφρασης”.
Σήμερα σταυροκοπιόμαστε απορώντας
Γιατί γράφανε αυτά τα πράγματα,
Για να τρομάξουν τον μικροαστό;
Άδικα χαμένος χρόνος!
Ο μικροαστός δεν αντιδρά
Παρά μονάχα όταν θίγεται η κοιλιά του.
Σιγά μη τον τρομάξουν με ποιήματα!
Τα πράγματα έχουν ως εξής:
Ενώ εκείνοι ήσαν
Υπέρ μιας ποίησης του δειλινού
Υπέρ μιας ποίησης της νύχτας
Εμείς προτείνουμε
Την ποίηση της αυγής.
Το μήνυμά μας είν’ αυτό:
Οι λάμψεις της ποίησης
Πρέπει να φτάνουν όμοια σ’ όλους
Η ποίηση επαρκεί για όλους.
Τίποτ’ άλλο σύντροφοι
εμείς καταδικάζουμε
– Κι αυτό το λέω σίγουρα με σέβας –
Την ποίηση του μικρού θεού
Την ποίηση της ιερής αγελάδας
Την ποίηση του μαινόμενου ταύρου.
Απέναντι στην ποίηση των νεφών
Εμείς στήνουμε
Την ποίηση της στέρεης γη
– Κρύα κεφαλή, ζεστή καρδιά
Είμαστε αποφασισμένοι στερεογηίτες –
Απέναντι στην ποίηση του καφενείου
Στήνουμε την ποίηση της φύσης
Απέναντι στην ποίηση του σαλονιού
Την ποίηση της δημόσιας πλατείας
Την ποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας,

*Οι ποιητές κατέβηκαν απ’ τον Όλυμπο. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης. Από το βιβλίο “Nicanor Parra – Ποιήματα Επείγουσας Ανάγκης” εκδόσεις Γαβριηλίδης.

*Από 24grammata.com

Μίλτος Σαχτούρης, Έζησα κοντά

μνήμη Γιώργου Μακρή

Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά
στους άγριους ανθρώπους με τα φτερά
στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς
κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους

Ευαγγελία Τάτση, Το συνεργείο των λέξεων και των ημερών

Δεν ανήκουν στις μέρες οι μέρες που σκάβουν βαθιά μέσα μας.
Δεν είναι λέξεις οι λέξεις που ορμούν κατακόρυφα.
Είναι το συνεργείο των λέξεων και των ημερών.
Θεμέλια και συρματώσεις στα σπλάγχνα μας.
Δοκοί και πυλώνες για μια γέφυρα ακλόνητη
στο βάρος των ονομάτων.

Όλα σχετίζονται με τις διαστάσεις του σύμπαντος.
Για παράδειγμα, λένε, κρατούν τις αποστάσεις ασφαλείας
που σημαίνει λογαριάζουν το μήκος.
Μετρούν της σκιάς τους το πλάτος.
Προβλέπουν τον χρόνο της λήξης και τον μέσο όρο
του ύψους μας.
Τι ξέρουν όμως για τον θάνατο και τη διάσταση του θανάτου;
Τον θάνατο που συνθλίβει πενήντα εφτά φορές κάθε κόκκο στάχτης.
Σ’ αυτό το σημείο οι διαστάσεις πολλαπλασιάζονται.
Διαστάσεις θανάτου και ονομάτων.
Τα ονόματα είναι μια άκρη μέσα στο κεφάλι μου.
Τα ονόματα είναι σωματίδια φωτός με βάρος ασήκωτο.

Λέω ένα όνομα, άκου.
-Αναστασία, ορκίζομαι.
Στα ελληνικά το σωματίδιο του Higgs λέγεται όρκος.
Πες κι εσύ ένα άλλο όνομα.
Βάιε, πες, Μάρθη.

Σε όλους τους δρόμους, λέω
το όνομα είναι ο δρόμος να ενωθούν
η κβαντική θεωρία με τη θεωρία της βαρύτητας, πειραματικά.

*Από το βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Mosab Abu Toha, Δύο ποιήματα

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΠΙΤΙ;

Τι είναι το σπίτι;
η σκιά των δέντρων καθ’ οδόν για το σχολείο πριν ξεριζωθούν.
Η ασπρόμαυρη γαμήλια φωτογραφία των παππούδων μου
πριν καταρρεύσουν οι τοίχοι.
Το χαλί προσευχής του θείου που, όπου κοιμόντουσαν
δεκάδες μυρμήγκια τις χειμωνιάτικες νυχτιές, πριν
λεηλατηθεί και έκθεμα καταστεί σε μουσείο.
Ο φούρνος που η μητέρα χρησιμοποιούσε για να φτιάχνει
ψωμί και κοτόπουλο να ψήνει μέχρι που ρημάχτηκε
το καθετί από τη ρίψη μιας βόμβας.
Η καφετέρια όπου παρακολουθούσα ποδοσφαιρικούς αγώνες κι έπαιζα –

Το παιδί μου με σταμάτα: Μπορεί μια λέξη με πέντε
γράμματα να τα χωρέσει όλα αυτά;

*


ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Δύο πουλιά
αφήνουν τη φωλιά τους
λέγοντας ένα τραγούδι, ίσως
για τον καλλιτέχνη που δουλεύει
σ’ έναν παλαιό, καλοδιατηρημένο κήπο.

Ζωγραφίζει ένα καινούργιο σπίτι,
ακόμα κι έναν νέο κήπο.
χωρίς θραύσματα,
στρεβλωμένες μεταλλικές δοκούς,
σπασμένα τούβλα και χαλαρά ή κεντρικά καλώδια.

Αλλά μετά τον βλέπω να διστάζει,
μία ακέφαλη κούκλα ατενίζοντας
που κείτεται στα χαλάσματα.

Αναρωτιέμαι αν θα τη ζωγραφίσει
ως μέρος του νεοσύστατου σπιτιού και του αναστημένου κήπου.
Μπορεί να καταστρέψει
την αρμονία του.
Ενδέχεται να ενοχλήσει
τους επισκέπτες απ’ το εξωτερικό.

*Από τη συλλογή “Πράγματα που ίσως βρείτε κρυμμένα στο αφτί μου”, έκδοση Κοινωνία των (δε)κάτων, 2025. Μετάφραση: Χρίστος Αγγελακόπουλος.