Βασίλης Βασιλειάδης, Οι λεγεωνάριοι

Οί λεγεωνάριοι
όλοι τους μισθοφόροι ούτε ένας εθελοντής
μέ φορεμένη τήν αυστηρότητα τής περιπολίας
λούζονται περιχαρείς στήν ανοιξιάτικη ραθυμία
ξύνουν τίς βοιδοκοιλιές τής ύπαρξης
τί κι άν οί ματιές μεταξύ τους προσπαθούν νά ξεκινήσουν έναν διάλογο
κανένας τους δέν ακούει τά γαυγίσματα τής ζωής του
κι όταν ή σιωπή τους πέσει γιά ύπνο
τότε χαίρομαι νά τούς ξυπνώ μέ τούς δυνατούς θορύβους τών χειρογράφων
πού τά ψέμματα τους δέν μπορούν νά κατασχεθούν από κανέναν,
τούς βλέπω νά ετοιμάζουν βιαστικοί τίς αναπνοές τους
γιά τήν επόμενη περιπολία τών μηχανισμών,
όλες οί μικρές περιπολίες τών μισθοφόρων
είναι μία μεγάλη περιπολία τών μηχανισμών
πού πετυχαίνει πάντα τόν στόχο της,
νά ζούμε χωρίς ίχνος ντροπής μέσα σέ ατέλειωτα ερείπια,
γνωρίζοντας μόνο τή γλώσσα τού σήμερα
καί καμμία άλλη,
πώς λοιπόν νά πείς στό μυαλό
νά ανέβει στή βάρκα του καί νά σαλπάρει στό όνειρο;

Φλεβάρης 2019

Δημήτρης Φιλελές, Εκποίηση

Τα φτωχικά υπάρχοντα ξεπουλήσαμε
σε αγοραστές πλανόδιους
το εικονοστάσι της γιαγιάς
μαζί με τα κιτρινισμένα στέψανα
το σκουριασμένο όπλο του παππού
μαζί με το παράσημο ανδρείας
ένα σερβίτσιο πιάτων με μονόγραμμα
ξεχασμένο στο ντουλάπι
ένα μενταγιόν παρελθούσης εποχής
άγνωστης προέλευσης και αξίας
το ξύλινο ψυγείο του πάγου
με τη μεταλλική κάνουλα
την κουζίνα του γκαζιού
μαζί με την άδεια φιάλη υγραερίου
το ραδιόφωνο παγκοσμίου λήψεως
με τη βελόνα που μπέρδευε τους σταθμούς
και το εντυπωσιακό κύπελλο με το δίπλωμα
ενθύμιο σχολικών αγώνων

ευθύς ανανεώσαμε το νοικοκυριό μας
με σύγχρονες ηλεκτρικές συσκευές
και αντικολλητικά μαγειρικά σκεύη
αργότερα με οικονομίες αγοράσαμε
τηλεόραση και πλυντήριο ρούχων
ένα ηχοσύστημα τελευταίας τεχνολογίας
πιο μετά ένα πλυντήριο πιάτων
και, ασφαλώς, επιτραπέζιο υπολογιστή

είμαστε πιστοί ακόλουθοι
της εξέλιξης του πολιτισμού

όμως πάντα κάτι μας λείπει
πάντα στρέψουμε νοσταλγικό το βλέμμα
στο παρελθόν
στο πηγάδι των αναμνήσεων
με μια απροσδιόριστη ενοχή
τι δώσαμε, τι πήραμε, τι σώσαμε…

από τη λαίλαπα έχουν επιβιώσει
δυο γλάστρες με γεράνια
ένας βασιλικός και μια αρμπαρόριζα
μαζί με το γανωμένο τηγάνι
για τους λαχταριστούς αψράτους κεφτέδες
και το παλιό ολοστρόγγυλο ταψί
— ίδιο φεγγάρι αυγουστιάτικο —
για το κυριακάτικο ψητό
στο φούρνο της γειτονιάς
να μας θυμίζουν κάπου κάπου
τις ευωδιές μιας ζωής
που ποτέ δε μας απαρνήθηκαν.

*Από τη συλλογή “Θρ…ίαμβοι και απώλειες”, εκδ, Απόπειρα, 2018.

Περί παροικιακής λογοτεχνίας

Από την έναρξη του Greek Writers Festival στη Μελβούρνη στις 31 Μάη 2019. Από αριστερά, οι Ελληνοαυστραλοί συγγραφείς Maria Katsonis και Dmetri Kakmi, συνομιλούν με τον επικεφαλής του Τομέα Ελληνικών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, καθηγητή Βρασίδα Καραλή, στη συζήτηση με θέμα «Μεγαλώνοντας ως Έλληνες και ως Αμφισβητίες» (Growing up as Greeks and as Rebels), συζήτηση που άνοιξε τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΜΝΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών στη Μελβούρνη, ακούστηκαν ενδιαφέρουσες απόψεις από καταξιωμένους στον ευρύτερο Αυστραλιανό χώρο της γραφής, αγγλόφωνους λογοτέχνες ελληνικής καταγωγής, γύρω από τον ρόλο της παροικίας, ως αρωγού δημιουργίας έργων ή γενικότερα, ως λογοτεχνικού πυρήνα.

Μηδενός εξαιρουμένου, οι αγγλόφωνοι λογοτέχνες που εξέφρασαν γνώμη για το θέμα αυτό, εκτίμησαν αρνητικά την παροικία, δηλώνοντας ότι η παροικία (και εδώ εννοείται το ελληνόφωνο τμήμα της, διότι υπάρχει μία αντίληψη ότι το αγγλόφωνό της τμήμα υπάρχει εκτός αυτής) όσον αφορά τη λογοτεχνία, δεν συνδιαλέγεται με την ευρύτερη κοινωνικο-πολιτική αφήγηση της Αυστραλίας, ότι η ιδιαίτερή της λογοτεχνική προσέγγιση είναι αρκετά περιορισμένη σε θεματολογία, ενδοσκοπική, και ότι βέβαια, ο όρος «ελληνο-αυστραλιανή λογοτεχνία» είναι πεπερασμένος, δεν ανταποκρίνεται στις προκλήσεις των καιρών και στην εξέλιξη των ίδιων των Ελληνοαυστραλών. Ορισμένοι, δε, υποστήριξαν ότι η «παροικία» (χωρίς, όμως, να οριοθετήσουν τη εννοούν με τη λέξη αυτή) αντέδρασε βίαια στο έργο τους, εφόσον ασπάζεται, κατά τη δική τους αντίληψη πάντα, από αντιδραστικά, εθνικιστικά και ρατσιστικά ιδεώδη, ωθώντας τους να απομακρυνθούν τελείως από αυτή.

Από αυτές τις επισημάνσεις, φαίνεται να πηγάζουν δύο διαφορετικές κατηγορίες ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας και λογοτεχνών: Η πρώτη, κατ’ εξοχήν ελληνόφωνη, στην οποία συγκαταλέγονται ως επί το πλείστον οι λογοτέχνες της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς και ελάχιστοι της δεύτερης, αρθρώνει έναν λόγο, ο οποίος απευθύνεται στον ελλαδικό χώρο, αλλά και αξιοσημείωτα, στην ίδια την παροικία. Δηλαδή, δημιουργεί και μετέχει σε έναν ιδιαίτερο ενδοπαροικιακό διάλογο, ο οποίος καταπιάνεται με ποικίλα ζητήματα, αλλά, κυρίως, με μία υποτιθέμενη ξεχωριστή κοινή παροικιακή αφήγηση και συνείδηση. Η αφήγηση αυτή βέβαια κατά καιρούς συνδιαλέγεται και με άλλες αφηγήσεις, ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές και θρησκευτικές που δεν περιορίζονται και μόνο στον ελληνοκεντρισμό.

Η δεύτερη κατηγορία, φαίνεται να αποτελείται προπάντων από αγγλόφωνους λογοτέχνες των μεταγενέστερων μεταναστευτικών γενεών, οι οποίοι γράφουν αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, κάνουν χρήση ελληνικών λέξεων (κυρίως ανορθόγραφες ή σε λατινικούς χαρακτήρες) ώστε να προσδώσουν εθνικό «χρώμα» στη γραφή τους. Συνδιαλέγεται με ένα ευρύ θεματολογικό φάσμα που αντλεί τα ερείσματα και τους προβληματισμούς του ιδίως από τις αφηγήσεις της άρχουσας τάξης και των κοινωνικών ομάδων στο περιθώριο αυτής. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι λογοτέχνες της κατηγορίας αυτής, ακόμη και όταν αναφέρονται σε στοιχεία της «παροικίας» δεν συνδιαλέγονται με την «παροικιακή λογοτεχνία» ούτε μπορεί να ανιχνεύσει κανείς από το έργο τους, γνώση αυτής, λόγω του γλωσσικού χάσματος που εμποδίζει μια τέτοια προσέγγιση.

Όμως στο πρόσφατο Φεστιβάλ, υποστηρίχθηκε από ορισμένους της κατηγορίας αυτής ότι η παροικία και η «παροικιακή λογοτεχνία» (δηλ. στην ελληνόφωνη εκδοχή της) είναι άσχετη ως προς την ευρύτερη Αυστραλιανή αφήγηση και, κατά συνέπεια, απορριπτέα, ενώ οι δικές τους, εναλλακτικές, αγγλόφωνες φωνές, αντιπροσωπεύουν την νέα κοινωνική πραγματικότητα των Ελληνοαυστραλών, τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία.

Αναμφίβολα, το αγγλόφωνο έργο των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών στην Αυστραλία είναι βαρυσήμαντο, ιδιαίτερα εφόσον εγείρει το παράδοξο της δυαδικής υπόστασής μας σε μία πολυπολιτισμική χώρα. Επιλέγοντας να αρθρώσουν τον λόγο τους στη γλώσσα της άρχουσας τάξης και του κατεστημένου, όχι μόνον μετέχουν στους διαλόγους του, αλλά βρίσκονται σε ιδανική θέση να παρέμβουν στον διάλογο αυτό, ώστε να προσθέσουν κάποια στοιχεία του ελληνικού «περιθωρίου» (με τη συνοχή συνήθως και καμιά φορά με επέμβαση της ίδιας άρχουσας τάξης, η οποία έτσι υπογραμμίζει τον ρόλο της ως ελέγχουσα ολόκληρη την αφήγηση), κατά έναν τρόπο που οι ελληνόφωνοι λογοτέχνες αδυνατούν να το πετύχουν, λόγω του ότι περιορίζονται γλωσσικά (δηλ. δεν ελέγχονται) από τον προαναφερθέντα διάλογο ή αφήγηση.

Κατά πόσον, όμως, είναι στ’ αλήθεια «εναλλακτικές» οι φωνές αυτές; Εφόσον συνδιαλέγονται στη γλώσσα του κατεστημένου, οποιαδήποτε αναφορά σε στοιχεία που αφορούν την ελληνικότητα, γίνεται αναγκαίως σύμφωνα με τα συμφραζόμενα της άρχουσας τάξης, ανταποκρινόμενες στις επικοινωνιακές ανάγκες της και αντικατοπτρίζοντας ή αντιδρώντας στις κοσμοαντιλήψεις που κωδικοποιούνται στη γλώσσα της. Έτσι, ο αγγλόφωνος ελληνικής καταγωγής λογοτέχνης, για να καταστεί εμπορεύσιμος, αναγκάζεται να συμμορφωθεί ή να ευθυγραμμιστεί με ορισμένες ιδεολογικές ή κοινωνικές προδιαγραφές που προέρχονται εκτός, αλλά συνάμα εντός του χώρου όπου γαλουχήθηκε.

Θέματα όπως η τραυματική εμπειρία της μετανάστευσης, οι αγώνες για την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας ή οι ιστορίες με καθαρά ενδοπαροικιακό ενδιαφέρον δεν αφορούν την άρχουσα τάξη και, κατά συνέπεια, δεν γράφονται διότι δεν θα δημοσιευτούν. Αυτό που «πουλάει» είναι σενάρια «σύγκρουσης» παραδόσεων, γλωσσών και εθίμων, όπου κατά γενικό κανόνα, ο λογοτέχνης καλείται να παρουσιάσει τον ελληνικό πολιτισμό (ο οποίος αντιλαμβάνεται κατά γενικό κανόνα αποκλειστικά ως η αγροτική παράδοση των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 από το κατεστημένο) ως υποδεέστερο της άρχουσας τάξης, ως τροχοπέδη στην επιθυμητή πλήρη ενσωμάτωση στην ευρύτερη μετα-εθνοτική κοινωνία, και τελικά ως ηττημένο.

Υποσυνείδητα ή ακόμη και με επιβολή από εξωτερικούς παράγοντες, αγγλόφωνοι ελληνικής καταγωγής λογοτέχνες ωθούνται να εκφράσουν την υπόστασή τους με τοκενιστικούς ή στερεότυπους τρόπους. Καθ’ ομολογία της πολυτάλαντης Μαρίας Κατσώνη, για παράδειγμα, πιέστηκε από τον εκδότη της να αλλάξει τον τίτλο του βιβλίου της, που αρχικά ήταν «Ζωή σε μας», σε «Good Little Greek Girl» υφιστάμενη όλες τις εννοιολογικές συνέπειες που ακολουθούν μια τέτοια επιλογή.

Οπωσδήποτε, η σύγκρουση ταυτοτήτων και αφηγήσεων αποτελούν χαρακτηριστικό της οντοπαθολογίας όλων μας. Όμως, αν είναι φυσικό και αναγκαίο να ανταποκρινόμαστε και να συνδιαλεγόμαστε διακειμενικά και διαπολιτισμικά με όλες τις εθνοτικές, ταξικές, ΛΟΑΤΚΙ και γλωσσικές ομάδες που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο, αυτό δεν σημαίνει ότι αδυνατούμε να το επιτύχουμε διαμέσου της ελληνικής γλώσσας, ούτε ότι συνάμα δεν θα πρέπει να σεβαστούμε και να προωθήσουμε την ύπαρξη ενός ενδοπαροικιακού διαλόγου, δηλαδή, να παραδεχθούμε ότι υπάρχει μία εξίσου σημαντική αφήγηση, που ενώ έχει ερείσματα που υπερσκελίζουν γεωγραφικούς ορίζοντες, πηγάζει από εμάς και απευθύνεται (κυρίως) μόνο σε εμάς.

Και αυτό όχι μόνο ώστε να αποφευχθούν ανακρίβειες όπως αυτές που ειπώθηκαν από ορισμένους συμμετέχοντες στο αξιόλογο και ιστορικής σημασίας Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών (ότι, για παράδειγμα, οι Έλληνες της Αυστραλίας γράφουν με ρατσιστικό τρόπο για τους ιθαγενείς, αντικατοπτρίζοντας τις αξίες της άρχουσας τάξης, αγνοώντας τους αγώνες της προοδευτικής μερίδας της παροικίας και του έντυπου αυτού για κοινωνική χειραφέτηση, το λογοτεχνικό έργο του Θύμιου Χαραλαμπόπουλου ή τις κοινωνικές μελέτες του Γιώργου Βασιλακόπουλου και της Τούλας Νικολακοπούλου), αλλά ώστε να επισημανθεί ότι χωρίς την ύπαρξη της παροικίας, η οποιαδήποτε αξίωση σε «ελληνική», έστω σε «ελληνόχρωμη» λογοτεχνία, ώστε να περιγράψει την παρουσία μας ως εθνοτική ομάδα στην Αυστραλία, σε οποιαδήποτε γλώσσα, δεν γίνεται εφικτή.

Η παροικία, όπως την αντιλαμβάνεται κανείς, αποτελεί συνάμα τόπο αφετηρίας και επιστροφής για μια ενδελεχή λογοτεχνική συναναστροφή με το περιθώριο και με το κέντρο, με μια διαδικασία αντίστασης κατά του κατεστημένου σε έναν χώρο και σε μία γλώσσα που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως από την άρχουσα τάξη, καθώς με όλες τις πτυχές της αντιποδικής μας υπόστασης. Μία φωνή που αξιώνει να ασχοληθεί με την ελληνοαυστραλιανή ιδιότητα, δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι υπάρχει μία αξιοσέβαστη εσωτερική αφήγηση, που συνυπάρχει με τις πολλαπλές άλλες αφηγήσεις και αντικατοπτρίζει ζητήματα και ερεθίσματα, που αφορούν τις δικές μας ιδιαιτερότητες.

Η ιστορική αμνησία που φαίνεται ότι διακατέχει το σύνολο της παροικίας μας, εκδηλώνεται στο ότι έχουμε ως σημείο αρχέγονης αναφοράς μόνο την άφιξή μας εδώ. Τα βιώματα των Ελλήνων που προϋπήρχαν στον ίδιο χώρο δεν έχουν περάσει στη κοινή μας συνείδηση, τόσο μάλλον τα έργα των λογοτεχνών τους. Εντοπίζουμε ένα φαινόμενο παραγωγής λογοτεχνίας που δεν διαβάζεται. Ίσως, λοιπόν, η λωτοφαγική στάση ορισμένων αγγλόφωνων λογοτεχνών ελληνικής καταγωγής να αντικατοπτρίζει εντέλει μια παραδοσιακή αγωγή.

Όμως, ο κίνδυνος που διατρέχουμε όταν οι «εναλλακτικές» φωνές του περιθωρίου αξιώνουν να θεωρηθούν οι πλέον αντιπροσωπευτικές, είναι ότι προμηνύουν το ξεχαρβάλωμα μιας παροικίας που έως τώρα στηρίζεται και διατηρεί τη συνοχή της, πάνω σε μια κοινή συνείδηση, είτε καταγωγής είτε βιωμάτων είτε παραδοχής μύθων. Αν δεν βρούμε τρόπο να πλαισιώσουμε αυτές τις φωνές, να τις συμφιλιώσουμε ή, τουλάχιστον, να τις γνωρίσουμε στο ευρύτερο ενδοπαροικιακό λογοτεχνικό διάλογο, αυτός ο αυθεντικός πυρήνας ελληνικής λογοτεχνίας (και είναι αυθεντικός εφόσον οι αναζητήσεις των ελληνόφωνων λογοτεχνών είναι επικοινωνιακοί και πνευματικοί παρά επαγγελματικοί) μέλλει να χαθεί και να αντικατασταθεί από φωνές που δεν πείθουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αναλύσουν, να αξιολογήσουν ή να αφομοιώσουν τον πυρήνα που τους έθρεψε.

Στη συζήτηση που έγινε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ελλήνων Λογοτεχνών, γύρω από το αν υπάρχει Ελληνοαυστραλιανός λογοτεχνικός κανόνας, ο Δρ Χρήστος Φίφης επικαλέστηκε την αίσθηση της κοινής ελληνικής συνείδησης της διαβίωσής μας στην Αυστραλία ως κριτήριο για την εντόπιση έργων (οποιονδήποτε γλωσσών) που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε έναν τέτοιο κανόνα. Με αυτόν το γνώμονα, ίσως καιρός είναι να αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίον προωθούνται τα έργα των παροικιακών μας λογοτεχνών στην ελληνόφωνη εκπαίδευση των ομογενών, και ευρύτερα ώστε να δημιουργηθεί η απαιτούμενη κοινή συνείδηση η οποία θα εξασφαλίσει το μέλλον.

Τοιουτοτρόπως, ίσως θα δοθεί η ευκαιρία στους αυριανούς λογοτέχνες, αν όχι να εκτιμήσουν, ή να ενστερνιστούν τα έργα αυτά, τουλάχιστον να γνωρίζουν ότι αποτελούν τμήμα της πνευματικής τους ταυτότητας, ώστε να μπορέσουν με αυθεντικότητα και ευαισθησία, να αντιπαραβάλλουν τα στοιχεία αυτά με τις τόσες άλλες πολιτιστικές τους ταυτότητες.

Langston Hughes (1901-1967), Τζαζ μπάντα σε παρισινό καμπαρέ

Παίξε,
Τζαζ μπάντα!
Παίξε για τους κύριους και τις κυρίες,
Για τους δούκες και τους κόμητες,
Για τις πόρνες και τα ζιγκολό.
Για τους Αμερικανούς εκατομμυριούχους,
Και για τους δασκάλους
Να γλεντήσουν.
Παίξε,
Τζαζ μπάντα!
Ξέρεις εκείνο τον σκοπό
Που γελά και κλαίει ταυτοχρόνως.
Τον ξέρεις.

θα μπορούσα;
Μα και βέβαια! θεέ μου!
Μοιάζει με ρούμπα.
Παίξε, τζαζ μπάντα!
Έχεις εφτά γλώσσες να μιλήσει
Και ύστερα μερικές ακόμα,
Ακόμα κι αν έρχεσαι απ’ την Τζώρτζια.
Μπορώ να έρθω σπίτι σου, γλυκιά μου;
Βέβαια.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την Τζαζ”, εκδ. Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χριστος Αγγελακόπουλος.

Κώστας Ταχτσής, Κοιτάζοντας για τελευταία φορά

Το πλοίο μας σαλπάρισε. Σιγά σιγά
θ’ αφήσουμε τώρα και το λιμάνι. Ο ήλιος
βυθισμένος στον ορίζοντα, χρυσίζει
για στερνή φορά, ποιος ξέρει, τη γη
όπου πρωτόειδαμε το φως του. Σε λίγο
η απόσταση και το σκοτάδι ίσως για πάντα
θα τη σβήσει. Φεύγουμ’ απ’ την ανόητη
κατακραυγή του κόσμου. Σ’ αυτό τον τόπο
οι άνθρωποι δεν ξέρουν να εκτιμήσουν
τους λεπτοτάτους στίχους μας. Τους θίγουν,
ισχυρίζονται, τ’ αθώα μας καμώματα,
δεν βλέπουν, δεν το νιώθουν, πως τα καμώματα
αυτά είναι των στίχων μας η αιτία.
Μακριά από την ενοχλητική μας παρουσία
ίσως τους στίχους μας καλύτερα εκτιμήσουν
ίσως μεγάλους ποιητές μάς πούνε κιόλας.
Μα προ παντός, στα ξένα εκεί – οι ξένοι
είναι πάντοτε επιεικείς στους ξένους –
πιο λεύτεροι, πιο ξένοιαστοι
στις μυστικές συνήθειες θα δοθούμε.

Τι γρήγορα που νύχτωσε. Δεν μπορεί πια κανείς,
μ’ αυτή την ψύχρα, στο κατάστρωμα να μένει.
Γη της πατρίδας, γη αγαπημένη, καληνύχτα.

*Από τη σελίδα του Βασίλη Κουντζάκη στο facebook.

Έφη Καλογεροπούλου, από το “Έρημος όπως έρωτας”

Κι όπως ξεδίπλωνε το φιλμ
άρχισε να μετράει, αργά στην αρχή, γρήγορα με ρυθμό
κατόπιν, τόσοι οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι, τόσοι
οι ζωντανοί, τόσοι οι πεθαμένοι κι ανάμικτη σκόνη
και υγρασία μαζί, ασπρόμαυρη ζωή να πέφτει στο
τραπέζι, κι ύστερα κόβει, κόβει, κόβει μάτια, κι έλα να
παίξουμε, μου λέει.

– Τι βλέπεις;
– Τα μάτια είναι του χρόνου τα παράθυρα, του λέω.
– Τι βλέπεις;
– Τίποτα. Τίποτα για τίποτα, του λέω.
– Οι τυφλοί χαμογελούν, μου λέει.

Η γη γυρίζει, και το κομμένο φιλμ μυρίζει πια για τα καλά καμένο.
***
Spot σκοτάδι φως
μεταμορφώσεις του Αόρατου υπαινιγμοί
ανήσυχα έντομα που βομβίζουν ασταμάτητα
και πάλι στην αρχή του Ονείρου επιστρέφουν
και το όνειρο
ατμός σε ατμό βυθίζεται
και η μηχανή του περιστρέφεται
και αέρας φυσάει φυσάει
εκεί που ένα πουλί ανοιγοκλείνει τα φτερά του δίχως ήχο
οι λέξεις του είναι ελαφρές σαν χιόνι
και μιλάει φωνή ανθρώπου:

– Άρχισε; Τέλειωσε;
Τι έγινε κατά τη διάρκεια;
Ποιο όνειρο; Τι είπες; Πώς; Τι; Δεν ακούω.
Βυθίστηκε; Άρχισε; Αναπνέει; Τέλειωσε;
Ποιος έκοψε τη μέρα;
Ποιο όνειρο; Τι είπες; Πώς; Τι;
Δεν ακούω.
Δεν ακούω.

Φυσούσε δυνατά
σήκωνε σκόνη
δύσκολο να δεις μάτια.
Να δεις.

— Μετά; Τι έγινε μετά; Ποιος έσβησε το φως;

Σκάλες κατέβαιναν.

– Ποιος έσβησε το φως;
Τι έγινε; Πού πήγαιναν;
Ποιος έσβησε το φως;

*’Έρημος όπως έρωτας”, εκδ. Ποιείν, 2015.

Beatriz Hausner, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ, ΜΗΧΑΝΗΜΑ

Όταν άντρας πλησιάζει το μηχάνημα
φαντάζεται γυναίκα καμωμένη από τετράγωνα
και ψηφία, το στόμα της άφωνο και υγρό.

Εμφανίζονται αστέρια. Τα κλειδιά πολλαπλασιάζουν την καμπύλη
σε ένα άηχο σύμπαν όπου άντρας
μουρμουρίζει τον τόνο του πόθου αιφνίδιο κι ανήσυχο.

Μιλώντας σε ξένες γλώσσες σκάβει
ένα νέο θεμέλιο για τον πύργο της Βαβέλ
ενώ οι στρατοί του αφήνουν την πατρίδα πίσω.

Όταν γυναίκα πλησιάζει το μηχάνημα η αγάπη της
οπισθοχωρεί μέσα σε πρίζες όπου ζει ξέφρενα με θόρυβο.
Τρελή βασίλισσα μέλισσα χρησιμοποιεί μηχάνημα και φαντάζεται

τα φρούτα της αργά να μεταμορφώνονται σε κέικ και άλλες λιχουδιές
που κόβει στα τέσσερα σαν ατέλειωτο σώμα
ωμής σάρκας. Αιχμάλωτη των λειτουργιών του γυναίκα

απολαμβάνει την αποτελεσματικότητα του μηχανήματος, γιορτάζει
ρουφηχτούς θορύβους του μηχανικού της συντρόφου
καθώς ταξιδεύουν στο διαστελλόμενο σύμπάν του σπιτιού της.

Όταν μηχάνημα πλησιάζει άντρα και γυναίκα,
υποκείμενα ασυμφωνίας, περιφέρεται χαμένο γρονθοκοπώντας
τον θυμό του σε πλαστικές επιφάνειες, ουρλιάζοντας παράπονα

στα ασύρματα όργανά του που αντικαθιστούν την παιδική ηλικία
με τη μελαγχολία σκοτεινών οιωνών αέναα
μέταλλα που εκρήγνυνται τη νύχτα. Κλαίει

λαχταρώντας εκείνη την πρώτη ευτυχία, την εντυπωσιακή
στιγμή που εμπεριέχεται στα τρανταχτά γέλια μανάδων
και πατεράδων καθώς παίζουν στην πρώτη χώρα της ευτυχίας.

***

Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΝΤΟΥΛΑΠΑΣ

Η ερωμένη μπαίνει
στην ντουλάπα βρίσκει τα ρούχα της
είναι ώριμα φρούτα προσεκτικά στοιβαγμένα
εποχικά μέλη ξεριζωμένα

κληροδοτημένα απ’ τις μανάδες
των μανάδων που έραψαν την καρδιά.
Κυρά του ταιριαστού σκοντάφτει σε άγκιστρα
και μάτια φύλακες του σε ψαρο-

κόκαλο κολάρου με ανάποδες πιέτες που πέφτουν
στον λαιμό του περυσινού
απαραίτητου φορέματος κουφαλιασμένο
δέντρο πλαγιασμένο στα αγαπημένα

χαμόγελα απ’ το πέτρινο κρεβάτι του.
Λαχανιασμένη η ερωμένη ανοίγει
τη συρταροθήκη μεταξωτά κιμονό
γνέφουν από ένα λιβάδι κόκκινα

παπούτσια που διψούν για πόδια
και δέχονται επίθεση από όχλους που καβάλα σε άλογα
καλπάζουν αντίθετα στη φορά του ρολογιού
προς το ποτάμι που διασχίζει τον άνθρωπο

από μανίκι σε μανίκι.
Οι γάτες του ξεπεζεύουν.
Εμβληματικά κουμπιά προηγούνται
των κυκλοθυμικών δαχτύλων

των χεριών του καλεσμένα της σταυρο-
βελονιάς: με πόθο στις ραφές
εκείνη προσπερνά τους άχρονους κορσέδες της
και πυροβολεί κουφόπιετες.

Η ερωμένη στέκεται δίπλα
στην ντουλάπα της καθορίζει
τη θέση των πατζακιών στα παντελόνια
κεντραρισμένα φερμουάρ σε βελούδο

σακάκια που επιβαρύνουν
την πραγματικότητα στις φούστες της.
Επινοεί κουμπότρυπες
για τον εραστή της: είθε η γλώσσα του

να υφάνει το κοράλι της μέσα της.
Αιχμηρή σαν ξυράφι η φωνή του σηκώνει
τις βουκολικές εκτάσεις των
ποδιών της που ξεδιπλώνονται οι πιέτες των προγόνων του

χαμογελούν από παλιομοδίτικα παντελόνια καμπάνες.
Πλεγμένα απ’ την καλή και την ανάποδη τα τρουκ
ενώνονται στη ρίζα όπου πρώτα
άντρας και γυναίκα ράβονται

ο ένας με τον άλλον με της αγάπης τις ελαστικές
βελόνες. Δεμένη μόλις ελευθερώνεται
η ερωμένη φτάνει βαθιά μέσα
στην ντουλάπα κλαίγοντας ύστερα

την κλειδώνει πετά μακριά το κλειδί.

*Από τη συλλογή ”Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, εκδ. Βακχικόν, 2019.
**Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη.
***Πρόλογος: Μικαέλ Λεβί.

Nέα κυκλοφορία /// «Μαρκ Στραντ /Προσωρινή αιωνιότητα», εκδ. Βακχικόν

Είναι είναι ένας σημαντικός ποιητής που αξίζει να γνωρίσει το ελληνικό κοινό. Σπουδαία ποιήματα, σπουδαία η αίσθηση των πραγμάτων. Ο λόγος για τον Αμερικάνό ποιητή Μαρκ Στραντ.

«Μαρκ Στραντ /Προσωρινή αιωνιότητα». Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν σε ανθολόγηση-μετάφραση και επίμετρο της ποιήτριας Ασημίνας Ξηρογιάννη,ενώ τον πρόλογο της έκδοσης έχει κάνει ο ποιητής Αναστάσης Βιστωνίτης.

Ο Μαρκ Στραντ (Mark Strand) γεννήθηκε στις 11 Απριλίου του 1934 στο νησί Πρινς Έντουαρντ του Καναδά αλλά έζησε και δημιούργησε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σπούδασε ζωγραφική και λογοτεχνία και στη συνέχεια δίδαξε αγγλική και συγκριτική λογοτεχνία σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ (Υale, Princeton και Harvard) και της Βραζιλίας.

Ο Μαρκ Στραντ πέθανε στις 29 Νοεμβρίου του 2014 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, σε ηλικία 80 ετών.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1964 με την ποιητική συλλογή Sleeping with One Eye Open. Το 1999 τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για την ποιητική συλλογή του Blizzard of One.

Ένας άντρας και μια γυναίκα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.
«Μόνο μια φορά», είπε ο άντρας, «μόνο μια φορά ακόμα».
«Γιατί το επαναλαμβάνεις;» είπε η γυναίκα.
«Γιατί δεν θέλω να τελειώσει ποτέ» είπε ο άντρας.
«Τι δεν θέλεις να τελειώσει;» είπε η γυναίκα.
«Αυτό», είπε ο άντρας,
«αυτό δεν θέλω ποτέ να τελειώσει».

ΤΕΦΛόΝ – Ποιητικό σκεύος και όχι μόνο /// Τεύχος 21 Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2019

ΘΕΜΑΤΑ

Sean Bonney: Βιτριόλι, καθρέφτες, φαντάσματα, οστά
«Φτιάχνω ποίηση από την ολότητα του λόγου. Από ήχους, στριγκλιές. Ψέματα. Ιστορίες», διακηρύσσει ο Σον Μπόνι. Το έργο του είναι βαθιά ριζωμένο στον κοινωνικό ανταγωνισμό, εκφράζει την ανάγκη για μια ποίηση που «καθιστά ορατά όλα όσα εξαναγκάζονται στην αορατότητα από τον μπατσικό ρεαλισμό». Απέναντι στον εξευγενισμό του ποιητικού λόγου προτάσσει ποιήματα που μοιάζουν με «αντικατοπτρισμούς των πυροτεχνημάτων της Κόλασης», μια ποίηση που φιλοδοξεί να γίνει «βόμβα βάθους τοποθετημένη στις αισθήσεις της πόλης». Κείμενα: Helen Dimos, William Rowe, Μετάφραση κειμένων: Αλκιβιάδης Ζαλαβράς, Μετάφραση ποιημάτων: Felix J. Culpa, Kyoko Kishida

Γκαλίνα Ρίμπου: Σπόροι διχόνοιας στη νεκρή γλώσσα
Βαθιά βιωματική, η ποίηση της Ρωσίδας ποιήτριας μιλάει για την άνοδο του εθνικισμού στη Ρωσία, για τα αδιέξοδα της νεολαίας και την ανεργία, για την κυβερνητική προπαγάνδα, αλλά και για τους αγώνες ενάντια στο «μαύρο φασισταριό», για την αλληλεγγύη μεταξύ των φιληνάδων, για την ώρα που «η αγάπη και η πολιτική γίνονται ένα και το αυτό». Με τις φίλες της περνάνε «τρεμοφέγγοντας τα κορδόνια των μπάτσων/ αφήνοντας πίσω [τους] γκραφίτι και ποιήματα», ποιήματα που ξεχύνονται σαν μπλε ταύροι στον σκοτεινό ουρανό, ποιήματα που ρίχνουν «τους σπόρους της διχόνοιας στη νεκρή γλώσσα». Κείμενο-Μετάφραση: Νίκη Κ.

Ghérasim Luca: Ερμητικά ανοιχτός
Ο Γκερασίμ Λούκα, αυτός ο άπατρις ποιητής που επηρέασε όσο λίγοι τη σύγχρονη γαλλόφωνη αβανγκάρντ, έφτιαξε μια ποίηση που αποσκοπεί στην αποδέσμευση από κάθε καταγωγή, ταυτότητα, σύμβαση, νοηματική ή ιδεολογική αγκύλωση. Κύριο διακύβευμα του έργου του υπήρξε η αποκάλυψη της ηχητικής και παρηχητικής λειτουργίας της γλώσσας, η δημιουργία μιας «φωνητικής ηθικής» που εναντιώνεται στη «νεκρώσιμη τελετή των λέξεων» και κάνει την ποίηση να πάλλεται ξανά στα χείλη, μεταδίδοντας τον παλμό της στα σώματα των ακροατών και ακροατριών της. Κείμενο: Γιάννης Χονδρός, Μετάφραση: Ελένη Γιώτη

Γαγιάθ Αλ Μαντχούν: Μην πιεις το μαύρο γάλα
Ο Σύριος-Παλαιστίνιος ποιητής γράφει για τον πόλεμο που καταβροχθίζει τους φίλους του, για τη σιωπή των Ευρωπαίων απέναντι στους θανάτους των Αράβων, για τη Γαλλική Επανάσταση που έχει γίνει «μια νίκη στα βιβλία ιστορίας και μια ήττα στα βιβλία γεωγραφίας». Μελαγχολικές ελεγείες για μια πατρίδα που έχει μια για πάντα χαθεί, ρέκβιεμ για μια ζωή που δεν υπάρχει πια, τα ποιήματα του Αλ Μαντχούν, άλλοτε με αφοπλιστική αμεσότητα και άλλοτε με γλώσσα λυρική και εικονοπλαστική, μιλάνε για την ποίηση, τον έρωτα και τον θάνατο ως αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινής ζωής. Κείμενο-Μετάφραση: Jazra Khaleed

Ποιήματα: Χαρά Αηδόνη, Θανάσης Αθανάσιος, Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Γιάννης Αργυρός, Μαρίζα Αυγέρη, Δημήτρης Γκιούλος, L’Étranger, Αλκιβιάδης Ζαλαβράς, Αφροδίτη Κατσαδούρη, Κουρτ, Πάνος Κουτούλιας, Veronica Lacuna, λΑΜΠΕΡΟύΚ, Σωτήρης Λυκουργιώτης, Απόστολος Μαϊκίδης, ΜΚΧ, Kai Pohl, Πρόκνη, Γεωργία Τρούλη.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: Lotta Thießen

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]
Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοκαφέ Vertigo, Σολωμού 23 και Μπόταση 8 [με κουτί ενίσχυσης]
Ταξίδι χωρίς χάρτη, Αριστοβούλου 16 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη Παπουτσάδικο, Δαβάκη 20 [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com