Σωτήρης Λυκουργιώτης, 16 Χαϊκού

κρύο πρωινό
ο ήλιος ανατέλλει
πίσω από τα μάτια
*
αιγαίου το φως
ο κόσμος που πνίγεται
για μια ελπίδα
*
φωτιά που ανάβει
σε ψυχρό παγετώνα
είναι η ελπίδα
*
ζωή που γεννά
ολόκληρο το σύμπαν
σε ένα σημείο
*
έρως της νύχτας
ένα κορίτσι γελά
μέσ’ απ’ τα χείλη
*
ζεστή μου πηγή
ποτέ δε θα μπορέσω
να ζήσω μακριά
*
μήτρα που ρέει
το υγρό της ποτάμι
γίνεται φως
*
ναυάγιο φως
στη θάλασσα που πλέει
η ιστορία

άραγε μπορώ
να χωρέσω τον κόσμο
σε δυο σταγόνες;
*
τρανέ ουρανέ
των βουνών οι κορυφές
δε θα σ’ αγγίξουν
*
δίνη του κόσμου
στο ζεστό σου ταξίδι
πάρε μας όλους
*
πώς να μαζέψω
τον ανθρώπινο πόνο
σε ένα δοχείο;
*
ίχνος στην πέτρα
μουσική της πλημμύρας
είν’ ο λυγμός μου
*
βάρκα στη λίμνη
λυμένη από κάβους
ειν’ η ζωή μου
*
λευκή ομίχλη
η θάλασσα δε μπορεί
να τη σηκώσει
*
καρποί του δένδρου
ο δειλινός ουρανός
πόσο σας μοιάζει

*Από τη συλλογή “Ιερουργία της Άνιξης”, εκδόσεις Κουρσάλ.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η σκηνογραφία του πάθους

Δυό κονσέρβες
μια μπύρα
και τρεις φέτες ψωμί
όλη η περιουσία
αλλά η καρδιά θέλει
άλλη τροφή

Ο οίστρος ανάχωμα
στην αναλγησία
μια γροθιά στο
σάπιο στομάχι
μια μούντζα στην
υστεροφημία

Τίποτε δεν είναι αληθινό
λένε ότι τα πάντα ρει
η σκηνογραφία του πάθους
παίζει ξυλίκι με τις αδημονίες

Γιάννης Λειβαδάς: Η σύγχρονη ποίηση – Υποβάλλοντας προηγούμενα συναγόμενα σε δεύτερη έκθεση

Raha Raissnia, Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013)

Η ποίηση αποτελεί εγχείρημα δημιουργίας μιας περιεχομενικής υπόστασης. Το γεγονός πως πρόκειται για εγχείρημα δημιουργίας και όχι για διακήρυξη ή έκφραση σημαίνει πως για να μετατραπεί το εγχείρημα σε καταπίστευμα αποκτά μιαν αλλότητα: η υπόσταση του ποιήματος αποκτά ανάκλαση.
Ο σύγχρονος ποιητής εργάζεται σε σύνολα δυναμικών ιδιοτήτων οι οποίες καθορίζουν όσα μας αφορούν δίχως όμως να είναι προσαρμοσμένες σε όσα μας αφορούν. Προσαρμοσμένες υπήρξαν έως το σημείο όπου η ποίηση δεν ήταν σύγχρονη, ήταν άλλη. Προτού ο σύγχρονος ποιητής γνωρίσει, από πρώτο χέρι, πως όσο βαθιά είναι η προσαρμογή τόσο βαθιά είναι η υποταγή, τόσο πιο βαθιά είναι η ψευδότητα. Ο σύγχρονος ποιητής με την ποίησή του δεν περιγράφει απολύτως τίποτα και δεν αναφέρεται σε τίποτα, το οποίο εκκινεί από τη μνήμη, τη χρονικότητα ή τον λογικό συγκριτισμό, μα, αντιθέτως, εκκινεί από το άδειασμά τους – η σύγχρονη ποίηση αδειάζει τις προδιαγραφές και τα, λεγόμενα, θεμελιώματα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα ως εκκενωτήρα.

Διαπιστώνει λοιπόν κανείς, εφόσον τολμά να αποδεχθεί αυτή τη διαπίστωση, πως η σύγχρονη ποίηση διαφέρει από κάθε άλλη ποίηση με τον τρόπο σχεδόν που διαφέρει από την «ποίηση»∙ είναι διαφορετική επειδή η διαφορά αυτή δεν εμπίπτει.

Η κατάσταση ποίησης, δεν είναι κατάσταση ατομική ούτε συλλογική. Πρόκειται για μια υπαρκτική ανανέωση που αναγνωρίζεται από την περάτωση της εξάντλησής της, κατά την οποία καταργούνται οι επαναθεσμοθετήσεις προγενέστερων δημιουργιών ή δημιουργικών τάσεων: τίποτα δεν μετατρέπεται σε κανονιστική αξία, τίποτα δεν αποδίδεται σε πλαίσια «κοινωνικής» δράσης. Το αντίθετό της, η προσπάθεια δηλαδή ενός περάσματος από την επικοινωνιακή αμεσότητα στην επικοινωνιακή εμμεσότητα, είτε το αντίστροφο, αποτελείται από ακολουθίες τελειωμένων επαναθεσμοθετήσεων κατά τις οποίες οι κανονιστικές αξίες χρησιμοποιούνται ως προστατευτικές δυνάμεις ενάντια στις συντριβές και τις ερειπώσεις που η ποίηση προκαλεί. Είναι τώρα πια καταδεδειγμένο πως τα στηρίγματα της «σταθερής ποίησης» και της κουλτούρας που προέκυψε απ’ αυτή, υπήρξαν ευεπίφορα στην αποφυγή και τη νοσηρότητα.

Για να οριστεί στο ποίημα ένα νέο δεδομένο, το ποίημα αποκτά πρώτα ένα χάσμα γι’ αυτό, το οποίο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως φέρνει στο κέντρισμα μιας εσωτερικής ανοικειότητας: το ποίημα αναθέτει έναν ζημιωτικό διαλογισμό. Το ποίημα εισάγει μία ρήξη αληθινή, απρόσμενη, με όρους ύπαρξης. Αναβλύζει μία προέκταση ταυτότητας η οποία αντιπροσωπεύει και εκφράζει εκείνο που απουσίαζε έως το ανάβλυσμά της, και η οποία υπονομεύει ακόμη πιο σθεναρά την ταυτότητα της οποίας αποτελεί προέκταση. Η ταυτότητα αυτή δεν ησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ να ησυχάσει∙ ενώ τα κείμενα κάθε «ποίησης» γυρνούν αενάως γύρω από την επιθυμία παρουσίας σταθεροποιώντας την επιθυμία, διατηρώντας την παρουσία τους εδραιωμένη στις επιλογές που καθιστούν την όποια εκπροσώπηση, μέσω της μη ποιητικής γραφής, απαραιτήτως ανακλώμενη πάνω στην επιφάνεια της «κοινότητας» με την οποία μοιράζεται την ευαρέσκεια αυτή.

Η ποίηση δεν διαμεσολαβεί, μα μεταστρέφει τόσο όσο να αδειάζει τα μεταστρεφόμενα που επηρεάζει, τα οποία γίνονται εαυτός της. Εξ αυτού και ο τρόμος των «ποιητών» την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύπτουν τον πραγματικό τους ρόλο και τον ρόλο που παίζει η υπόληψή τους: η ποίηση δεν διαθέτει εξωτερικότητα μολονότι η σύνθεσή της αποτυπώνεται με ίχνη τα οποία αποτελούν κοινά γλωσσικά στοιχεία, τα οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζουν να προσφέρονται ανωδύνως στον καθένα. Τα γλωσσικά στοιχεία τελούνται επίσης σε κοινωνικότητα, σε κοινωνία, οι οποίες μολονότι δεν μπορούν να αμφισβητούν την ποίηση, μπορούν να την απορρίπτουν, να αδιαφορούν γι’ αυτή, να την αποφεύγουν ως διαχειρίστρια των δυνάμεων αμφισβήτησης της εξωτερικότητας που τις διέπει – παράγοντας μία ανάλογη «ποίηση».

Ποια είναι εκείνη η σχέση την οποία τελικά η ποίηση αναιρεί ώστε την απόκτηση κενού να πραγματοποιήσει; Ερώτημα ή προβληματισμός η διευκρίνηση του ποιητικού δυναμισμού; Τόσο ο τύπος όσο και η ουσία, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο, τόσο το υλικό όσο και το ύφος, εκπροσωπούν την απουσία προτεραιοτήτων της ποίησης – προτεραιότητες υπάρχουν μόνο στο στάδιο της βασικής κατάρτισης. Η αμφισημότητα όσων επιλέγονται και όσων δεν επιλέγονται για τη δημιουργία της ποίησης είναι ως προς το περιεχόμενο της ποίησης ενσαρκωτική∙ η ανάπτυξή της αναπτύσσει ταυτόχρονα την κρίση που της αναλογεί. Το ποίημα όταν τελειώνει αρχίζει, το ποίημα όταν αρχίζει τελειώνει: το αληθινό συστατικό της ποίησης είναι πράξη, όχι εμφάνιση – δεν είναι φωνή, είναι άσκηση, μία παράταση της κατάρας η οποία ζωντανεύει μετά από κάθε «γενεαλογική» κατάρρευση.

Οι επιγνώσεις πολύ συχνά αποθαρρύνουν την κριτική στάση απέναντι στο πεπερασμένο, όταν ως επιγνώσεις αποτελούν μπαίγνια μίας παθητικότητας η οποία εκφράζεται ως επιθυμία για νέα δεδομένα, τα οποία όμως, εν τέλει, αντλούνται από τους ιστούς κάθε προϋπάρχουσας μορφής ή ύλης. Οι μορφές και οι ύλες αυτές παραπέμπουν στην ύπαρξη ανάλογων επιγνώσεων, ακριβώς επειδή η αναδιαμορφωμένη παλαιότητα του ποιήματος είναι μια γλωσσική διαδικασία η οποία εκπέμπει τους ήχους του στραγγαλισμού της. Ο στραγγαλισμός είναι η «ποίηση» και το «ποίημα», ατελής και ανολοκλήρωτος, όντας η επιβεβαίωση μιας κορυφαίας μη κατανόησης, εκείνης της αρνητικότητας της ποίησης η οποία μπορεί να σημάνει το τέλος κάθε προσποιητού αρνητισμού: την επαλήθευση του πεπερασμένου το οποίο θεωρείται ηρωικό διότι αντιστέκεται στην ποίηση, καθώς νομοτελειακά λειτουργεί ως συμπέρασμα κοινωνικής σχετικότητας∙ υποχρεώνεται να υπηρετήσει την εξωτερικότητα γιατί αυτή είναι εντέλει κορυφαία, αυτή αποτελεί την κατ’ εξοχήν υποχρέωση που απελευθερώνει. Το ποίημα, τότε, δεν είναι ποίηση, είναι ενίσχυση μίας παθητικότητας η οποία εντοπίζεται με όρους ενημέρωσης ή ηδονής. Ανάκλαση παγιωμένη στη συνείδηση, η οποία οφείλει να είναι απολύτως παγιωμένη ανάκλαση εντός συνείδησης. Εάν η ανάκλαση αποφύγει την παγίωση και αποδεσμευτεί από τη συνείδηση, θα τείνει προς την ποίηση.

Η αλόγιστη ευαισθητοποίηση όντας παγίωση και ανάκλαση, αμέσως νομιμοποιείται ως κατανόηση, το «ποίημα» αποκτά έναν εσωτερικό προσδιορισμό αδιαφάνειας, που προσδιορίζεται ως τύπος, επιθυμία για επ’ αόριστον αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια, λοιπόν, αποτελεί το υλικό ενός τύπου που αποφεύγει την ουσία∙ παρά την αποφυγή αυτή όμως, πρόκειται για τύπο που τελεσφορεί, που φέρνει σε πέρας τη δουλειά που είναι προορισμένος να κάνει.

Πολλές έννοιες, λιγότερο ή περισσότερο αισθητικές είναι ασήμαντες ή μειονεκτικές ως έννοιες, προϋποτίθενται ως επαναλήψεις προβληματισμών που εγκωμιάζονται ως κάτι αναλλοίωτο – το οποίο διέπει ένα είδος ποίησης που δεν αποτελεί τέχνη, προέρχεται από μία τρομακτικά ιδιότυπη αγάπη προς τη συνείδηση, ή ακόμη και προς τις «συνειδήσεις».

Η διανοητική παθητικότητα διέπεται και αυτή από ανάγκη προσδιορισμού μίας «κοινότητας» συνειδήσεων, συντηρείται μέσα στον αποκλεισμό μίας διασφαλισμένης καθολικότητας, στην εκπροσώπηση ενός προβληματισμού πάγιας αναδρομής στην «αντικειμενικότητα» μίας γλώσσας που ανακλά όλα όσα περιορίζονται από τα σαφή της όρια. Τα περιεχόμενα των ορίων αυτών συνθέτουν μία γλώσσα ακατάλληλη για ποίηση, μολονότι η «ποίηση» αυτής της γλώσσας είναι ιδιαίτερα σημαντική ως γεγονός ακατάλληλης για ποίηση γλώσσας, ως γεγονός μίας ποίησης που όσο πιο χθαμαλή και ανούσια είναι τόσο πιο ισχυρή κοινωνική υπόσταση αποκτά. Τόσο πιο διαπρύσια διαδίδεται.

Το πιο έκδηλο από τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης είναι η κατεύθυνσή της, δηλαδή το είδος της: δεν διαθέτει ενδιαμεσότητα, ούτε στη γενεαλογική της ακολουθία μα ούτε και στη συγκριτική της, δεν διαθέτει πλευρά ή πλευρικότητα – και όπως έχω καταδείξει προηγούμενα, ξεκινά και τελειώνει, ανά μονάδα, με ενός τρόπου τη συνέπεια και όχι λόγω ενός τρόπου ή λόγω κάποιας συνέπειας.

Η «ποίηση» όντας απτή και συνειδητή διαφήμιση όσων επιφυλάσσονται να αναγνωρίσουν και να βασιστούν στην πνευματική δοκιμασία της ποίησης, φέρνει στο κοινωνικό προσκήνιο όλα εκείνα τα περιγράμματα και τις υποσκιάσεις που εξαρτώνται από τη συνοχή και την αναγνώριση της σημασίας αυτού του κοινωνικού προσκηνίου, μα και του παρασκηνίου, στο οποίο δεν βρίσκεται τίποτα κρυφό ή αποθηκευμένο. Το κοινωνικό προσκήνιο φωταγωγείται από το παρασκήνιό του καθώς το παρασκήνιο αντλεί την ενέργειά του από το προσκήνιο.

Η «ποίηση» λοιπόν δεν είναι απλώς αναγκασμένη, μα υποταγμένη, στην «κοινωνική» της υποχρέωση: στον όρθωση ενός λάβαρου που φέρει τα σύμβολα των πανίσχυρων αυτών βεβαιοτήτων, του προσκηνίου και του παρασκηνίου. Από τη σήψη του πτώματος έχει απομείνει ένας λεκές στο χώμα και τα μόρια μιας δυσωδίας που αιωρούνται στο λιόγερμα: ω δύστοκη εσύ αιωνιότητα!
Ουδέν εκ των προτέρων, ουδέν εκ των υστέρων – γι’ αυτόν τον λόγο η ποίηση εμφανίζεται και δημιουργείται με ποιητές, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι δεν υφίστανται εντελώς και λαμβάνονται υπόψη μόνο όταν οι λαμβάνοντες αντιληφθούν πως η ζωή και η ύπαρξη δεν αποτελούν υπονοήσεις μήτε εννοιακές, αξιακές εκπροσωπήσεις. Όταν αντιληφθούν, δηλαδή, πως η πραγματική σήψη είναι η συνείδηση.

Ο χώρος και ο χρόνος όσο υπονοούνται άλλο τόσο υποκινούνται μέσα σε μία ματαιοδοξία ελέγχου ο οποίος στην «ποίηση» εμφανίζεται είτε με όρους αγαθοεργίας είτε ως μέρος μιας ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπου η σκέψη, η αντίληψη και η επινόηση, αποτελούν επιχειρήματα κοινών δοξασιών, όπου η λογική δεν είναι το σύνολο των επιπόλαιων ρηγματώσεων στην επιφάνεια του κενού μα το ζενίθ της ανθρώπινης σύμβασης, ή ορθότερα, το ζενίθ της κοινωνικής σύμβασης∙ η ζωή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ενώ ταυτόχρονα η ερευνητική εξάντληση της ανθρώπινης ύπαρξης εξαρτάται από την πρωτοκαθεδρία των εμμονών: τα είδη και τα υποείδη καταλήγουν στην ίδια σκέψη, στην ίδια προσθετική νοηματοδότηση.

Στην «ποίηση» η ελευθερία αντιμετωπίζεται ως μία απλή δυνατότητα πρόσβασης, ως μία ανώφελη δυνατότητα σχολιασμού, οι οποίες καθιστούν την εποχή κατά την οποία αυτή η «ποίηση» γράφεται, «σύγχρονη». Πιθανώς τίποτε δεν είναι τόσο βαθιά συνυφασμένο με το θέαμα όσο οι εκπροσωπήσεις. Η «ποίηση» δεν είναι ανεπανάληπτη, δηλαδή ποίηση, για έναν λόγο: έχει άπειρες δυνατότητες επανεμφάνισης, μετατροπής, μεταβολής, ακόμη και μεταμόρφωσης – παραμένοντας αδιαλείπτως εκπροσώπηση. Μπορεί να είναι τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα, ποίηση. Όλες οι δικαιολογίες και οι κρίσεις τόσο από όσο και προς την ίδια, εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως απορρέουν από τις προαναφερθείσες δυνατότητες.

Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική, τα όσα συνεπάγονται όμως από τη ζωτικότητα αυτής της απόγνωσης διαπιστώνονται σχεδόν πάντοτε καθυστερημένα ως άχρηστα προνόμια του δημιουργού τα οποία σε κάθε μετέπειτα εποχή αξιολογούνται διαφορετικά. Στη σύγχρονη εποχή, σε μία εποχή δηλαδή η οποία ξεκίνησε τελειώνοντας και τελειώνει με την ολοκλήρωση του επιλόγου της, τα συνεπαγόμενα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση κάποιας καθοριστικότερης και υψηλότερης αλήθειας, μα, για την επιβεβαίωση εκείνης της ποταπότητας η οποία αντιμετωπίζεται και θεωρείται καθοριστικότερη και υψηλότερη αλήθεια, η οποία είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένη ως μία υπερ-αντικειμενική θεώρηση της οποίας το τεντωμένο σκοινί απέχει μόλις λίγα εκατοστά από το έδαφος όπου σέρνονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις.
Το πρόβλημα είναι, βεβαίως, η μεταφυσική, η οποία δείχνει να μην είναι κατάρα, μα καταραμένη. Η ποίηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση από εκείνη στην οποία στρέφονται οι αισθητικές παραισθήσεις, οι διανοητικές δοξασίες και οι κοινές επιδιώξεις που εξασφαλίζουν την ευστοχία τους μέσω της αδράνειά τους.

Ο ποιητής είναι η ποίηση για έναν και μοναδικό λόγο, για το ότι είναι ο μόνος που δεν περιορίζεται στο να ζει και να λειτουργεί υπέρ της ή εναντίον της – όπως συμβαίνει με όλους τους υπολοίπους. Η ποίηση για να δημιουργηθεί συνθέτει τον ποιητή και ο ποιητής για να δημιουργήσει συνθέτει την ποίηση. Με τη σημασία αυτής της διττής σύνθεσης η ποίηση είναι μία εξαίρεση η οποία επιβεβαιώνει έναν κανόνα που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά διευκρινιστεί.

Για τον λόγο αυτό η μετατροπή λεκτικών προϊόντων σε ανάγκες δεν έχει ουδεμία απολύτως σχέση με την ποίηση, καθώς και η ανάγκη για λεκτικό προϊόν δεν έχει απολύτως καμία σχέση με της ποίησης την ανάγνωση. Αυτές οι δύο χαρακτηριστικές γελοιότητες περιγράφουν τα απώτατα όρια έξω από τα οποία στέκεται η ποιητική τέχνη.

Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι το διαλυτήριο της ποίησης, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ποίηση και ο ποιητής είναι αδιαχώριστοι: η ποίηση αποκτά γίγνεσθαι καθώς διέπεται από τον ποιητή στον βαθμό που αυτός δοκιμάζει εντός της τη μεταφυσική διάκριση, ήτοι την προσωρινότητα της ποιητικής του τέχνης: την επίτευξη μιας ακρογωνιαίας καινοφροσύνης.

Παρίσι
Ιανουάριος 2019

*Από το Book Press: https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-sygxroni-poiisi-leivadas (12/1/2019)
** Επίσης: https://livadaspoetry.blogspot.com/2019/01/book-press-12012019.html?m=1&fbclid=IwAR3jaQn6jpu0o71vNAmOYbpwgqDVpRsET1t3qd1qmRZAwY2Vgc0wMS3jsTg
*** Στην κεντρική εικόνα το έργο Animism (μελάνι σε φιλμ προβολής, 2013), της Raha Raissnia, visual artist με καταγωγή από το Ιράν, ο οποίος ζει στη Νέα Υόρκη.

Κωνσταντίνος Μελισσάς, Κάτω Ρίνη

Εκεί, κάπου μετά το 40ό χιλιόμετρο,
δεκαπέντε χιλιάδες μέτρα μετά το σταθμό διοδίων των Μαλγάρων,
κάνε τρεις φορές το σταυρό σου για το σκύλο πού πέθανε
αφήνοντας το κουφάρι του στη βρεγμένη άσφαλτο.
Το νερό της βροχής χάϊδεμα σε μνημόσυνο γαμήλιας σχέσης
σ’ ένα άδειο ξωκλήσι στο βουνό με πλάνο αργό
σαν σε κομμένη σκηνή απ’ τον Μελισσοκόμο του Αγγελόπουλου.

Κι εμείς κι εσείς κι εγώ
στον πρώτο όροφο του Ειρηνοδικείου του χωριού Κάτω Ρίνη.
Στο διάδρομο η διάσημη για τις λανθασμένες ημερομηνίες
στους φακέλους υπερχρεωμένων γραμματέας
να τραγουδά με κολλημένο το κουμπί της επανάληψης
«Ζω στον δικό μου κόσμο εγώ».

Κι εμείς κι εσείς κι εγώ
να αναμένουμε μια δεύτερη συνάντηση
με την κινέζα πριγκίπισσα Τσιν Τσαν Χάκα
με την ελπίδα ότι τώρα
μετά την οικονομική Φουκουσίμα
η ίδια θα είναι επιεικής
με τους γιαπωνέζους υπηκόους της.
Ίσως, σήμερα, ίσως
να μην τους ζητήσει να μιλήσουν μανδαρίνικα
και ζήσει αύριο χωρίς μια νέα τσάντα Λουί Βουιτόν
ή ένα παλτουδάκι της Ερμές.

Στο δρόμο της επιστροφής εσύ
-όχι εμείς, εσείς, εγώ-
ήδη μερικώς δικαιωμένος
(ολικώς μόνο «ο νεκρός δεδικαίωται»)
αγαπούσες πολύ τη ζωή
σκουπίδια όμως οι σκέψεις
και τα λουλούδια «μύριζαν εφηβικό πνεύμα»
όταν βούτηξες στο βυθό της Μεθώνης για γαρίδες.

*Από τη συλλογή «Ματς Πόιντ», εκδόσεις Θράκα, 2018.

Ευριπίδης Δρατσέλος, Ο λύκος που έπινε νεράκι

Είναι νυχτιές
που τ’ άστρα αψηφούν
και τα μαυρίζουν,
και μόνο το φεγγάρι
καταδέχονται,
ολόγιομο, μες τα κλαδιά,
για να βαστιέται,
δριμύ και παγωμένο,
σα σιωπή,-σα θάνατος/
Είναι νυχτιές
που λύκος ομμοι-άζεις,
ξελιγωμένος,
από μια πείνα αβάσταχτη,
κρυφής ανάγκης,
-στην πόρτα του ψυγείου-
για κρέας νωπό,
κι η πλάση κρύβεται.
Σε τρέμει,-Σε φοβάται.

Μα είναι φορές
που και τα άστρα νικούν
και αναβοσβήνουν,
πάνω από το ταβάνι
και σ’ ορέγονται,
κάθε αδύναμη φορά,
που δε βαστιέται,
βάρος σχηματισμένο
στο λαιμό,-σαν κάματος/
Για λίγες στιγμές
που στα βουβά φωνάζεις,
και ιδρωμένος,
με μια δίψα αβάσταχτη,
άμεσης ανάγκης,
-στην πόρτα του ψυγείου-
για κρύο νερό,
και η κάψα μαίνεται.
Σε πνίγει.-Και κοιμάται.

*Από τη συλλογή «το 18», εκδόσεις Κύμα, 2018.

Ράνια Καραχάλιου, βιογραφικό σημείωμα

Η γιαγιά μου ποτέ δεν χτενιζόταν παρουσία άλλων, ήταν φαίνεται για κείνη μια τελετουργία στο έπακρο προσωπική. Το ίδιο δυσθώρητα ήταν και τα μαλλιά της, καθώς πάντοτε φόραγε κεφαλομάντιλο, απόταν πέθανε ο παππούς μαύρο ανεξαιρέτως περιστάσεως. Αυτό το πέπλο μυστηρίου είχε πολύ τη φαντασία μου εξάψει. Άλλοτε πίστευα πως η γιαγιά ήταν καραφλή με κρανίο γεμάτο βρύα και λειχήνες, κι άλλοτε ήμουν βέβαιη πως είχε για τρίχες μακριές πολύχρωμες κλωστές, που τις κένταγε με βελονάκι.
Ένα Νοεμβρίου πρωινό, είδα μια φέτα φως να φέγγει από το δωματιάκι της. Πάτησα στις μύτες και βάδισα αθόρυβα μέχρι τη σχισμή. Η γιαγιά χτένιζε τα γκριζόλευκα μαλλιά της με μια ξεδοντιάρα χτένα, κι όποια τρίχα μαζεύαν οι δαγκάνες, την έδενε κόμπο σ’ άλλη, ριζωμένη. Μόλις τακτοποίησε όλες τις αδέσποτες τις τρίχες, έκανε δυο πλεξούδες τα μαλλιά, τις τύλιξε γύρω απ’ το κεφάλι, και φόρεσε πάλι το μαντίλι.
Ποτέ δεν της ομολόγησα την αδιακρισία μου αυτή, μόνο κάθε που την άκουγα να λέει από τότε που ’φυγε ο νοικοκύρης μου, βκουντάω μέρες, της χαμογέλαγα συνωμοτικά.

*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, εκδόσεις Εκάτη, 2018.

Πηνελόπη Ζαλώνη, Δύο ποιήματα

Για το φως θέλω να γράψω

Το κίτρινο, έξω απ’ το παράθυρο.
Το φως που σε έλουζε, θυμήσου,
κοιμόσουν φωτοστόλιστη, φωτολουσμένη με τις αποχρώσεις όλες
στόμα γεμάτο χρώματα να θαμπώνουν.
Να φανερώνουν το κάλλος.
Να γνωρίζω, να αναγνωρίζω και να αγαπώ
«εκ του οράν τίκτετοα το εράν»
Το ημίφως τρομάζει. Αλλάζει τα σχήματα.
Αντικείμενα διάφορα παίρνουν διάφορες διαστάσεις.
Το σκοτάδι παρηγορεί. Για λίγο.
Γνωστή παρελθοντολάγνα και νοσταλγοποιός
ανατρέχω σε παλιές σημειώσεις.
Σφάλμα μέγιστο που ανακατεύω στιγμές.
Πρέπει να ξαποσταίνουν κι αυτές.
Για το φως που αποκαλύπτει και καταστρέφει.
Επί φωτός βλέπουσα μέχρι το τέρμα.
Δέρκομαι πια.

***

Εξυψώνω και στρέφομαι προς τα πάνω

γύρισμα προς τα μέσα και ανάταση προς τα πάνω
«τρέχα», μου έλεγες,
«μη σταματάς, πρέπει να πάρει μπόι ο πολύχρωμος δράκος»
να ακουμπήσει Θεό και να καθαρίσει
κάθε μέρα κι από λίγο, μεθοδικά
μην τον αγνοήσεις ούτε λεπτό, θα σε κάφει με την ανάσα του φωτιά
εκ των έσω θα παλέψεις
κάθε μέρα κι από λίγο, μεθοδικά
πρέπει να σηκώσεις σκόνη
να δημιουργήσεις σπείρες στην άμμο, απ’αυτές τις χιλιάδες
τότε θα τον δεις να βγαίνει από τον βυθό
για καυτή ανάσα.
θα έχει αλάτι στις τρύπες του, αλάτι στις πληγές του
είσαι όμως άνθρωπος, αναπηδάς και βλέπεις
να αναπηδάς και να βλέπεις, μη σταματάς.
«στην απέναντι κορφή του δράκοντα η ράχη
και η βραχομουσούδα του ρουμπίνια μάτια να’χει».

*Από τη συλλογή «το άλφα του βαλσάμου», εκδ. Provocateur, 2018.

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Αυτό που με πληγώνει
είναι πως όλη αυτή η αγάπη
δεν έχει καμία σημασία
αν θα αγαπηθεί
και πως πια
δεν με ενδιαφέρει.

Το μίσος δεν θα σώσει την παρτίδα.
Παίζει για τη φάση.
Και γαμώ, δηλαδή.

View original post

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

Καστανά

​Καστανά.
Ούτε κάποια απόχρωση του πράσινου
ούτε καν κάποια του μπλε.
Καστανά.

Γαμώτο αυτά τα μάτια.
Γαμώτο αυτά τα μάτια.

Καστανά· απλώς καστανά· και
δεν χρειάζονταν καν χρώμα.

***

Ψυχή Ντυμένη

Ούτε μία σπιθαμή ξεχασμένη:

Τα μαλλιά μου ήταν λουσμένα.

Τα μάτια μου δεν είχαν τσίμπλες.

Τα ρούχα μου: Σοβαρά και καθαρά. 
 


Μα ένα κοριτσάκι 

περπατούσε με τον μπαμπά του.
 


Με κοίταξε στα μάτια. Και είδε τα πάντα. 

Χριστέ μου. Συγνώμη. 

Είδε τα πάντα. 

*Περισσότερα: http://www.alexantonopoulos.com

Ισμήνη Λιόση, Λευκό

α. γλίχεται όσο
ενθυμείται το μείζον μαύρο εκείνου

και ανεπαίσθητα τότε σκιρτά
και ανεπαίσθητα πάει
προς το ρόδινο της κολάσεως
αυτό το επαμφοτερίζον χρώμα
του ερεθισμένου λευκού

β. τα αρσενικά δόντια έλειχαν
το σαφές όριο μεταξύ
πάλλοντος στήθους και κλείδας

το άσπρο φόρεμα έκλινε ηδονικά προς το φιλί
μετά αποσυρόταν κάτωθεν των μαστών και
εσυστέλλετο ζώο όμορφο
με άκρα ντροπαλοσύνη

γ. ω πόση η βάσανος της σωματικής ποιήσεως
γράφει το άσπιλο ένδυμα στα μωβ μυστικά του

και αποτραβιέται ως σαρκολάτρης ποιητής
στην συνουσία των στίχων του

δ. εάν ηδύνατο
το χέρι θα άγγιζε το: εν αρχή η ηδονή
απ’ όπου ξεχύνονταν τα ποιήματα αθρόα

κι ήταν οπός από αρσενικό μανταρίνι
προοπτική επικίνδυνη
συλλήψεως στίχων πάνω στην γλώσσα
εμού του παραληρούντος
θήλεος λευκού ποιήματος εκ μείζονος έρωτος
προς την μέλαινα αρσενική λογοτεχνία

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδ. Τύρφη 2016.