Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Δεν υπάρχει αρνητική εσωτερική ζωή. Υπάρχει πλουτισμός. Συσσωρεύω φθινοπωρινά φύλλα. Συσσωρεύω αγρούς, ξυράφια, εργαλεία στραγγαλισμού, το βοτσαλάκι του φυσικού πόνου.

*

Η μόνη πηγή έμπνευσης είναι η αποτυχία των πηγών έμπνευσης να σου δώσουν μια λύση.

*

Όσο ταΐζω αυτό εδώ το κτήνος, τόσο εκλεπτύνεται. Κι όσο εκλεπτύνεται, τόσο πιο κτήνος γίνεται.

*

Είμαι ο επινοημένος φίλος του λυπημένου παιδιού.

*

Κάποιος ξέρει το πραγματικό μου όνομα: Μια κατάφαση εν είδει φοβερής, παρηγορητικής σκιάς με σκεπάζει, καθώς στέκομαι ακίνητη απέναντί του.

Αυτή η σκηνή θα επανέλθει σαν υπνικό παραλήρημα: «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου», «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου».

*

Η απεύθυνσή μου είναι στην τερατώδη ψυχή του κόσμου. Ένας φίλος από συρραμμένα κομμάτια ελέους.

*

Και τώρα ο ανταποκριτής μας από την ύστατη μοναξιά.

*

Όταν λες «ξέχασα», θυμάσαι.

*

Είναι ώρα να πλησιάσουμε το μοναδικό ρολόι με τη σωστή ώρα.

*

Για να ζήσω μια αληθινή ζωή, πήρα τυχαία κάποιες αποφάσεις και τις τήρησα.

*

Το μυαλό του καθενός είναι ένα ζώο μες στη ζούγκλα του εαυτού, που μπορείς να αναγνωρίσεις. Το δικό μου είναι μια καμηλοπάρδαλη. Σύννεφα και γαλάζιε ουρανέ, φυλλαράκια χλωρά, νιώθω το θηρίο που σέρνεται στο έδαφος ίο θηρίο που θα με σκοτώσει.

*

Μοναχικότητα είναι το αποτέλεσμα αυτής της επίγνωσης, ότι με τους φυσικούς συνοδοιπόρους σου δεν πηγαίνετε προς την ίδια νύχτα.

Octavio Paz, Αντικείμενα και οπτασίες

Στον Joseph Cornell

Εξάεδρα από ξύλο και γυαλί
μόλις μεγαλύτερα από ένα κουτί παπουτσιών
Σ’ αυτά χωρά η νύχτα και τα φώτα της.

Μνημεία σε κάθε στιγμή
καμωμένα απ’ τ’ αποκόμματα κάθε στιγμής:
κλουβιά του άπειρου.

Μάρμαρα, κουμπιά, δαχτυλήθρες, κύβοι
καρφίτσες, γραμματόσημα και χάντρες γυάλινες:
παραμύθια του χρόνου.

Μνήμη υφαίνει και ξεϋφαίνει την ηχώ:
στις τέσσερις γωνιές του κουτιού
παίζουν κρυφτό κυρίες δίχως ίσκιο.

Η φωτιά βαμμένη στον καθρέφτη,
το νερό κοιμισμένο στον αχάτη:
Σόλι της Jenny Lind και της Jenny Colon.

«Ένας πίνακας πρέπει να γίνεται», είπε ό Ντεγκά,
«όπως γίνεται ένα φονικό». “Όμως εσύ κατασκεύασες
κουτιά όπου τα πράγματα δραπετεύουνε
απ’ τα ονόματά τους.

Slot machine οραμάτων
δοχείο συνάντησης των αναμνήσεων
ξενοδοχείο γρύλλων και αστερισμών.

Θραύσματα μικρότατα, άσχετα:
αντίθετα απ’ την Ιστορία, τη δημιουργό ερειπίων,
εσύ έφτιαξες με τα ερείπιά σου δημιουργίες.

Θέατρο των πνευμάτων:
τ’ αντικείμενα παίζουν αμάδες
με τους νόμους της ταυτότητας.

Οι οπτασίες είναι χειροπιαστές.
Τα σώματά τους ζυγίζουν λιγότερο κι από το φως.
Διαρκούν όσο διαρκεί και τούτη ή φράση

Grand Hotel Couronne: σε μια φιάλη
το τρία σπαθί, και, όλη μάτια,
η Αμυγδαλίτσα στους κήπους μιας αντανάκλασης.

Μια χτένα είναι μια άρπα
κρουσμένη απ’ τη ματιά μιας μικρούλας
βουβής εκ γενετής

‘Ο προβολέας τού πνευματικού ματιού
σκορπίζει το θέαμα:
θεός μοναχικός πάνω σ’ έναν κόσμο που έχει εκλείψει.

Joseph Cornell: στο εσωτερικό των κουτιών σου
τα λόγια μου έγιναν ορατά για μια στιγμή.

Cambridge, Μασαχουσέτη, στις 12 Γενάρη του 1974

*Από το βιβλίο «Οκτάβιο Πας – Ποιήματα», εκδ. Ηριδανός, Οκτώβριος 1986. Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου.

Δημήτρης Γλυφός, Δύο ποιήματα

Μικρόκοσμοι

Λιπαρό δέρμα που σέρνεις κοκάλινες φτέρες σε κάθε
γωνιά, ανταποκρίσου σήμερα στον ήχο αυτής της πόλης.
Δείξε στα διακριτά σημεία των ανθρώπων, πώς
πρέπει ν’ αποδέχεσαι και πώς
να εξοστρακίζεις.
Κι οι δρόμοι σου παράλληλοι με τη λογοκρισία του πλήθους.

*
Σε τζαμαρίες κυκλικές φαντάζεις φέρετρο.
Δοξολογείς την όξυνση του τεχνητού με σοκολάτα υγείας.
Σε ράβδους.
Σκήπτρα ετερόκλιτα μ’ αυτά της εξουσίας.

*

Σαλιώνεις δύο δάχτυλα.
[αντίχειρα και δείκτη]
Τεντώνεσαι, ενώνονται.
Σβήνεις τον ήλιο.
Τσιτσίρισμα, καπνός, ανάληψη, απόδοση τιμών.
Μαζεύεις την προέκταση.
Μαύρισαν τα δάχτυλα και ψάχνεις άσυλο στη σκοτεινή πλευρά σου.

***

Κέδρος

Αλίμονο στη μήτρα που τον έχτισε.
Στα δάκρυα που πήζουν κι εξατμίζονται μ’ ένα μπουκάλι ούζο.
Στα μοιρολόγια τα λευκά.
Σ’ εκείνα τα εξαπτέρυγα, σ’ ακτίνες δίχως ήλιο.

*

Με μυροβόλο αγκάλιασμα, λαιμό για δεκανίκι, τεντωμένα
σκιάχτρα θερίζουν ουρανό.
Στα χέρια μου που τρέμουνε, στο σάλιο που
αποφεύγω, διατάζω στην
υπομονή με θρήνο μη με σκάψει.

*

Χωρίς ψυχή.
Με άρωμα.
Χωρίς ματιά.
Με πάγο.
*
Απόψε ενταφιάζεσαι θεέ με τους ανθρώπους.

*Από τη συλλογή «Παρεστιγμένος», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2015.

Λάζαρος Γεωργιάδης, Έξι παρά τέταρτο

Μικρά τριχτά κουδουνίσματα
Πυροβολισμοί και μαστίγιο
Το στόμα της Χάρυβδης στο πρώτο φως

Τα δόντια μου μικραίνουν
Λες και βρίσκω θέση για παρκάρισμα
Δίπλα σε γκρεμό

Κάτι έξω από μένα αλλά γνώριμο πια
Με σπρώχνει στις απαρχές μιας ανόθευτης ήττας

Είμαι αιχμάλωτος στα χέρια της πληροφορίας

Το ίσως κι αυτοθέλητα θύμα
Του βιοτεχνικού πολιτισμού

Ένα λεπτό μετά βραστήρας on για καφέ
Καπάκι τσιγάρο

Παράθυρο

Όπως ανοίγω τα πόδια σου σε φάση
-Όχι πάντα- αλλά ξέρεις τώρα
Τα παράθυρα συνήθως μας χαμογελούν
Με μια τζογαδόρικη κι εθιστική αγωνία

Να μπει αέρας
Να μπω στο νόημα

Τα σύννεφα δε μου κάνουν συχνά το χατίρι

Ευγνωμονώ με σιγουριά το γέρικο άστρο
Φτύνω τον βίο που βρήκε δρόμο να ξεθαφτεί

Έξι και πέντε στο ντους
Φαντάζομαι όλους τους ωκεανούς να εξατμίζονται
Να κυλάω μαζί με τα σαπούνια στο νεροχύτη

Έξι και τέταρτο σε αποχαιρετάω
Κι άλλο τσιγάρο κι άλλος καφές

Μωρό μου μισή τζούρα κι έφυγα

Έξι και μισή ακόμα σε αποχαιρετάω
Τα ρούχα πάλι στο πάτωμα

Πρέπει να φύγω

Να ντυθώ
Προτού με ξεκλειδώσει η πόρτα του αμόλυντου νου.

*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Για τη μελλοντική ανθρωπιά – Λογοτέχνης, αναρχικός και αντιφασίστας

furdenkommunismus's avatarShades online

Του Ντίτερ Σίλερ

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Βραχοκηπος

Πριν από 80 χρόνια δολοφονήθηκε ο Έριχ Μύζαμ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ. Λογοτέχνης, αναρχικός και αντιφασίστας.

Το πρωινό της 28ης Φεβρουαρίου 1933 ήθελε να μεταβεί στην Πράγα. Με κόπο βρέθηκαν τα χρήματα για το εισιτήριο. Η βαλίτσα ήταν έτοιμη. Ο συγγραφέας και αναρχικός πίστευε ότι μπορούσε να εκτιμήσει τι τον περίμενε στο κράτος του Χίτλερ. Ο Έριχ Μύζαμ (Erich Mühsam) δεν ήθελε να καταδικάσει τον εαυτό του στην παθητικότητα-και αυτό σήμαινε πως θα συνέχιζε τον αντιφασιστικό αγώνα στο εξωτερικό.

Μια εβδομάδα νωρίτερα είχε μιλήσει σε συνέλευση μελών από την τοπική οργάνωση του συνδέσμου προστασίας Γερμανών συγγραφέων στο Βερολίνο. Στις 20 Φεβρουαρίου 1933, είχαν συγκεντρωθεί ακόμα μια φορά αριστεροί και σοσιαλιστές συγγραφείς στην πύλη Χάλλε του Βερολίνου, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας από τον φασισμό και να συζητήσουν τι έπρεπε πλέον να γίνει. Στο προεδρείο κάθονταν ο Λούντβιχ Ρεν, ο Καρλ…

View original post 574 more words

Δευτερόλεπτα του φόβου.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το μισό του προσώπου έσκαβε το φως

το άλλο μισό ήτανε στο σκοτάδι.

Ηθοποιός και παίζει τον ίδιο ρόλο μια ζωή.

Κλασικός έγινε. Ο ίδιος νιώθει σαν να αναβοσβήνει

το φως και κλείνει τις πόρτες.

Έτσι μια μέρα κοκάλωσε.

Τα ξέχασε όλα. Τα μόνα που έλεγε όπως χαμένο παιδί

στην ακρογιαλιά: «θα, θα, όταν, θα»,

και προσπαθούσε να κλάψει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

«ΔΕΥΤΕΡΌΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ»

View original post

Στέλιος Ροϊδης, Πέντε ποιήματα

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ

Το απομονωμένο βασίλειο του χθες
Βασιζόταν στον εαυτό του πια τώρα
Δεν με είχε ανάγκη πια
Γύρισα, εκείνο το μαχαίρι στην πληγή
Αλλά το μαχαίρι ποτέ δεν ξαναγύρισε
Ούτε ποτέ δεν ξαναγύρισε, η πληγή.

***

ΒΙΤΡΟ

Ένστικτο επιβίωσης
κάλεσμα εικόνων
τα ορυχεία ταό στο δρόμο
αόρατο χιόνι
γιατί το κάνεις αυτό που σε έκανε
έφυγε
όλη η ομορφιά είναι μέσα στα κύτταρά μας
άφωνο μεγαλείο
ή ίσως τίποτα που να καταλαβαίνεις τόσο καλά
ο χρόνος μέσα από το ορυχείο
φωτοκύτταρο της ζωής
ή μακρυνά λάθη
που ξέρουν την ουσία.

***

ΛΙΜΑΝΙ

Ποτέ δεν θα νικήσεις το γραφικό σου αποτέλεσμα
Είναι ο τόπος, αυτά που είπες
Είναι ο τρόπος που περίμενες το αποτέλεσμα
γραφικός, η μεθοδολογία σε βάση μυστική
ακόμα προστατεύεις την αποκλειστικότητα
και εκείνη σε σφετερίζεται
μειδιώντας αντιδράς, είσαι εσύ, ακολουθείς
Ποτέ δεν θα νικήσεις το γραφικό σου αποτέλεσμα.

***

ΚΥΜΑΤΑ

Η ομορφιά σου μπορεί να σώσει αυτόν τον άνθρωπο
Τα κύματα φέρανε την ομορφιά σου
Έξω από αυτή την πόρτα
Τώρα μη με αφήσεις να βγω
Δεν θέλω να τους ξαναδώ
Μη με αφήσεις να κάνω τις δουλειές μου
Δεν έχω άλλη δουλειά από την ομορφιά σου,
Τα κύματα μας κλείνουνε την πόρτα.

***

ΦΘΟΡΑ

Η λάμψη στα μάτια της
μου είπε, πήγαινε
Είναι ένας πολύ σκοτεινός κόσμος
Αλλά εσύ θα περάσεις ανάμεσα
Η αμφιβολία αυτή θα διαλυθεί
Σαν να μην υπήρξε ποτέ
Και εσύ που δεν πίστευες ποτέ
Καινούργια πράγματα
Θα θυμηθείς

μ
ό
λ
ι
ς.

*Από τη συλλογή “Κόσμοι”, εκδ. Image, 2019.

Αντώνης Μπουντούρης, Κραυγές σε φτεροκόπημα

Σχέσεις ολιγόκλαδες φθισικές

οι σχέσεις των ημερών μας.

Τα αισθήματα δειλά χαμηλωμένα σύννεφα

που δεν τολμούν να στάξουν.

Αναθρεμμένα μες στην ήττα.

Μυλόπετρα στο στήθος μας
τούτη η κάθε μέρα…