Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΧΙ

” Ό χ ι ! “
(Blaise Cendrars)

Όχι! Και πάλι όχι!

Δεν έχω ούτε και θέλω μαζί σας πάρε-δώσε.

Στην πίττα των μεγάλων έργων σας μερτικό, μερσί, να λείπει.
Απ’ έξω, κάλλιο

με το σκυλολόϊ των πληβείων

να χάβω μύγες και να κάνω χάζι τις λακκούβες

στα σκαμμένα σταυροδρόμια -

οπού συχνά-πυκνά τσακίζουνε τ’ αμάξια τους κι’ ενίοτε τα μούτρα τους 

οι μεθυσμένοι μας

και φυσικά οι τουρίστες, που διαβαίνουν με ύφος νέων αποικιοκρατών.

***

ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

Οι μπουλντόζες είναι κάποτε κι’ αυτές άρματα μάχης.

Οι εργολάβοι, γεράκια της λεγόμενης ανοικοδόμησης.
Εδώ ήταν χτες μια γειτονιά γραφική

Σήμερα, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης από μπετόν

συγκρότημα πολυτελών κατοικιών το λένε.

Άγγελοι εκτοπισμένοι στοιβάζονται εδωπέρα…

Τα ΙΧ τους είναι καροτσάκια αναπηρικά.

***

Η ΜΠΟΡΑ

Ρίχνει καρεκλοπόδαρα ο ουρανός.
Στράφτει

Μπουμπουνίζει

Χαλασμός Κυρίου.
Το τσαρδί μας στάζει

Φέρ’ τη λεκάνη.
Μεθυσμένος ο γείτονας

στην βροχή, έξω,

τσίτσιδος

φοράει μόνο το σώβρακό του
(η κυρά του ξωπίσω του

πασκίζει μάταια να τον συμμαζέψει)

τώρα βγάζοντας και σώβρακο
βροντοτραγουδάει με την αγριοφωνάρα του:
“-Εμπρός της γης οι κολασμένοι…”
Ο σκύλος μας στο ντιβάνι αποκάτω

κρυμμένος – 

αρρεί πως αυτή ‘ναι η συντέλεια του κόσμου.

***

ΝΤΑΣΒΙΝΤΑΝΙΑ

Όλη η Ιλιάς μαζί κι’ η Οδύσσεια του 20ού αιώνα, σ’ αυτά τα λόγια του Σβέϊκ:

“- Άμα τελέψει το νταβαντούρι, αδελφέ, έλα να με δεις. Θα με βρεις κάθε βράδυ μετά
τις έξι στην ταβέρνα ‘Ου Καλίχα’ στο Μπογίστιε…”

Yaghma Golrouee, Τρία ποιήματα

Λοίμωξη

Τον ανακριτή δεν τον βλέπω
η μυρωδιά του στόματός του όμως
μου φανερώνει
τη λοίμωξη που έχει μέσα του

***

Αγαθά

Ένα γκαζάκι, κάτι χειροπέδες
Τηλεφωνικά καλώδια και ηλεκτρικές ράβδοι
Η συσκευή του ηλεκτροσόκ
Κάτι πένσες
Κι ένα κρεβάτι δίχως στρώμα…

Αυτά μόνο
Τα αγαθά ενος δήμιου!

***

Δελτίο ειδήσεων

Δεν είμαι ραδιόφωνο
ο δήμιος νομίζει πάντως
ότι θ’ ακούσει από μένα ειδήσεις
όταν θα βάλει το φως στην πρόζα.

*Ο Yaghma Golrouee είναι Ιρανός τραγουδιστής, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννήθηκε το 1975 στην Ουρμία. Εξέδωσε αρκετά βιβλία και πολλά τραγούδια του μελοποιήθηκαν. Στις 9 Νοέμβρη 2015 συνελήφθη από τις μυστικές υπηρεσίες του Ιράν. Τα τρία αυτά ποιήματα είναι από τη συλλογή “Τείχος των ημερολογίων” στην οποία δεν δόθηκε άδεια έκδοσης. Μετάφραση: Babak Sadeq Khanjani.

Clarisse Nicoidski (1938-1996), Το στόμα

Ανοιχτό
σαν μια κώχη
όπου θα μπορούσα να ξαπλώσω
κλειστό
σαν μια πόρτα
όταν σκότωναν στον δρόμο

το στόμα που ψεύδεται
με προσμένει
ξέροντας πως γρήγορα ή αργά
θα με σκίσει

*

Στόμα από πέτρα
ανοιχτό σαν φύλλο πάνω στο άσπρο δέντρο
βγάζοντας κραυγές φωτιάς
λόγια
ουρλιάζοντας φυλάξου
από το μάτι που δίχως να ξες
σε κοιτά
ανοιχτό σαν φύλλο πάνω στο άσπρο δέντρο

στόμα από πέτρα
που ήρθε από χρόνους πεθαμένους
σιωπηλή θάλασσα από αλάτι γέλιο ξεραμένο
πέτρα από φύλλο
στόμα από δέντρο

Έχω γυαλί στο στόμα
γι’ αυτό άνοιξε
γι’ αυτό
γελώ εγώ
μιλώ

κι όταν το γυαλί μπαίνει πιο βαθιά
νομίζω πως ακούω
σπασμένο κανάτι
που παίζει
άσμα λησμονημένης χαράς

*

Γραμμένη
γραμμή πρωτογενούς γραφής
λέξη μιας γλώσσας χαμένης
προσπαθώ να σε ακούσω

όταν
κοιμούνται τα μάτια
το πρόσωπο
το μέτωπο

όταν
δεν εισαι τίποτε περισσότερο
από ένα πλεούμενο στο τέλος του ταξιδιού του
τίποτε περισσότερο από μια βωβή γραφή
καμένη από αγωνία
συγκλονισμένη από τη σιωπή
καταμεσής στο πρόσωπό μου

παίρνοντας τον δρόμο των ματιών
με αυτά πηγαίνοντας
δεν ξέρω πια ποιος με κοιτά
ποιος μου μιλά
ποιος θα εξυγιάνει αυτό το αίμα
που μια μέρα ούτε που ξέρω πότε
στάθηκε γύρω από μια τρύπα
υπήρξε ζωή
κι έγινε στόμα

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2018 του περιοδικού “Ένεκεν”. Μετάφραση: Σάμης Ταμπώχ.

Θωμάς Γκόρπας, Τα ερείπια

Στην Ελλάδα
πλειοψηφούν συντριπτικώς τα ερείπια
δεξιά κι αριστερά και μεταξύ αυτών πάλι ερείπια
όπως λογουχάρη οι Δελφοί
Ντέλφι για τους ξένους μας…

Ψυχές σωφέρ ταλαιπωρούνται
πηγαίνοντας αμάξια μέσα από τοπία ονειρεμένα.
Θυμάμαι τώρα το σκληρό χρώμα της πλαγιάς
που το πατούσαν άσπρα αρνιά σαν μεθυσμένα.
Παντού πωλούνται οικόπεδα παντού
πωλούνται φάρμακα ακριβά για τις αρρώστιες που δεν ήρθανε ακόμα.
Ήδη οι «τυχεροί» και οι «έξυπνοι» ψάχνουν πυρετωδώς
μες στις αυριανές μας σκέψεις…
Ήδη αποθηκεύονται νέες πουστιές νέες ρουφιανιές και Δυστυχώς
ακόμα…
Δελφοί πού είναι λοιπόν οι γκάνγκστερς
που θα διανυκτερεύσουνε στα μπιχλιμπιδωτά οτέλς σου
πού είναι των μεγαλομπακάληδων οι κόρες
που τις κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι σαφρακιασμένοι κινηματογραφικοί αστέρες
που πίνουνε χασίσι για όλους τους μπουζουκτσήδες της Ελλάδας
πού είναι οι «κορυφαίοι» μας ζωγράφοι καί ποιητές
που τους κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι ήρωες των γαργαλάτων
πού είναι τα τέκνα των αθανάτων
παρέα με τεκνά συμμάχους και τα λαχταριστά σκυλιά τους
πού είναι ο ηλίθιος βασιλομήτωρ που μας κυβερνά
πού είναι η δανεική βασίλισσα που δεν την κυβερνά
πού είναι λοιπόν οι σκιές εκείνων που φωτίζουν
τον άνοστο μαντράχαλο και λάμπει;
Βλέπω κάποια ανθρωπάκια… σβήνουν μέσα στ’ αρώματα και στα απεριτίφ
κι όσο κι αν έψαξα την Κασταλία δεν τη βρήκα
όπου κι αν ρώτησα κανείς δεν τους θυμόνταν
τον τσαρλατάνο το Σικελιανό και την Αμερικάνα του…

Έφυγα πήγα στο Δίστομο κ’ έκανα γκάλοπ
ιδού τ’ αποτελέσματα: Πλειοψηφούν συντριπτικώς
οι δεξιοί
οι κεντρώοι μαζεύουν κάτι λίγα
οι περισσότεροι αριστεροί έγιναν κεντρώοι
και δεξιοί
και οι εναπομείναντες βάλαν το κόμμα να τους βρει
δουλειά στη Λειβαδιά ή στην Αθήνα…

*Από τη συλλογή “Τα θεάματα” (1966-1982), που περιέχεται στο βιβλίο “Θωμάς Γκόρπας Τα Ποιήματα (1957-1983)”, Κέδρος 2006.

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες”

Σημειώσεις για ένα μπλουζ από τα όνειρα μιας συνοικίας

Φάνηκε απέναντι στον εξώστη
Και κάμποσα μάτια να γουρλώνουν
Γειτόνων που μονολογούν
Πως ανάμεσα στα πόδια της πρέπει
Να σφύζει ο παράδεισος
Με τα βυζιά της να ξεγλιστρούν από το μπουρνούζι
Πριν καν έρθει η νύχτα και δουλέψει καλά
Τη φαντασία των αισθήσεων
Με αχ και ωχ και αναφωνήσεις
Βουτηγμένες στο μέλι όπως
Πολύ πριν που άφησα
Τα γυαλιά στο γραφείο
Το ποτήρι στο πάτωμα το στυλό πάνω
Σε μια σελίδα Α4
Κομμένη πρόχειρα στη μέση
Ενώ ήρθαν και στάθηκαν
Δυο πουλιά στο μισάνοιχτο παράθυρο
Που νόμισα πως ήταν
Κοκκινολαίμηδες τού γένους
Erithacus rubecula
Τής τάξης των στρουθιόμορφων
Και έμοιαζαν πεινασμένα
Αν και μάλλον είχαν χορτάσει
Από αγάπη• τότε λοιπόν
Ακούστηκε στο δρόμο ένα τραγούδι
Που δεν ήταν ποτέ ξακουστό
Σάμπως να έβγαινε από τα χείλη κοριτσιού
Έναν ολόκληρο χειμώνα
Σφηνωμένο στα βάθη τού λαιμού της.Έτσι
Ή κάπως αλλιώς
Μαζεύτηκαν τα σύννεφα
Λες και δε θα μπορούσε να υπάρχει
Κάτι χειρότερο από αυτό
Που είναι
Η ψιλή βροχή πάνω από άδεια κεφάλια
Σα μισή ζωή που κυνηγάς
Να τερματίσεις μέσα σε τέσσερις τοίχους και
Στις διαδρομές των μικρών και μεγάλων δρόμων
(Κάποιοι λένε παράδρομων και εννοούν
Εκείνα τα όνειρα στον ύπνο)•εντωμεταξύ
Τα δυο πουλιά κελαηδούν και οι στάλες τής βροχής
Φέρνουν νοτιά
Που νοτίζει τα χαρτιά στις σκέψεις μου
Επομένως μένει να δούμε
Πώς θα τελειώσω τώρα
Αυτούς τους έρμους στίχους που ξεκίνησα
Με τόσα βέλη καρφωμένα πισώπλατα
Καρφωμένα στη ράχη όπου και το σαμάρι των τύψεων
Αλλά το ξέρετε βέβαια
Πως το τραγούδι δε σταματά ποτέ
Ν’ ακούγεται μέσα μας
Και φαίνεται
Πως ό,τι καλό έχω ζήσει δεν ήταν
Παρά ένα όνειρο ανάμεσα σε δύο ύπνους
Στους ανθισμένους κήπους μιας λιακάδας
Και φαίνεται πως
Η μόνη λύση δεν είναι
Παρά αυτή η μία που απομένει
Να συνεχίσω να γράφω μέχρι
Να με βρει κατάστηθα ο θάνατος
Όπως ακριβώς σαράντα χρόνια
Με βρίσκει ίσια στην καρδιά η ζωή
Πριν γίνει κολοκύθα τού νερού η άμαξα
Οι φιλημένοι βάτραχοι βουλιάξουν στο ποτάμι
Και νωρίς στη χώρα των παραμυθιών νυχτώσει•

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Απόσπασμα από το « σύννεφο με παντελόνια»

Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος.

Σήμερα πρέπει

με τη βαριά

ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου,

«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»

κοιτάχτε πως διασκεδάζω

εγώ-

ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος

της πλατείας.

Από σας

που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα

εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου

τον ήλιο βάζοντας μονύελο

στ’ ορθάνοιχτό μου μάτι.

Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος

θα βαδίσω στη γης

και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα

θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

………………………………………

Ει, σεις που σουλατσέρνετε,

βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.

Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,

κι αν είν’ κανείς σας δίχως χέρια

να ‘ρθει να χτυπηθεί με κουτουλιές.

……………………………..

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,

σφαδάζει ψοφώντας η δύση.

Όλα πια είναι μια τρέλα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Κ.Μ. ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

View original post

Αναστασία Πελεκάνου, Τρία ποιήματα

Τις πέταξα τις κουρτίνες

τι να τις κάνω χωρίς ήλιο..;

εγώ τα παράθυρά μου τα έχω διάπλατα ανοικτά

και οι μουσικές μου ακούγονται ως εκεί

τα σέρτικά μου δεν τα κρύβω

κι αν ο ηθοποιός άντρας πει τα σκοτεινά του

τα βίαιά του 

και τα συμφέρονταά του φτάσουν ταβάνι…

γίνομαι κι εγώ ηθοποιός – όχι κομπάρσος

ούτε κρύβομαι στην κουζίνα για να είναι όλοι ευτυχισμένοι

άνεμος γίνομαι και περιστρέφομαι σε μυαλά

κυρίως άδεια

μαθαίνω πώς είναι η χαρά του να μη γνωρίζεις τίποτα –
και τι καταλάβαμε;

κορμιά είμαστε και μετά ψυχές
αυτό καταφέραμε

πόσο άδειοι και ζαλισμένοι…
πόσο τραγικοί ηθοποιοί περνούν έξω 

από το μικροσκοπικό κελί μας…
κι εμείς λέμε -άνθρωποι είναι κι αυτοί

πράσινοι βάλτοι γύρω κι εμείς εκεί..
.
να αγοράζουμε χρυσά υφάσματα από τη λαϊκή…-

το φαγητό μη καεί και ρίξε λίγο μπαχάρι

από αυτό το ληγμένο

στους ληγμένους χρόνους μας -

το βράδυ που θα ‘ρθει η μαμά με καλούδια

εκεί να δεις…

ηθοποιάρα θα γίνεις

***

Ήσουν εκεί

αλλά δε μ ‘έβλεπες

εγώ τα βράδια έφευγα

σε δρόμους – σε κόσμο αγιάτρευτο

με φώτα πολλά /
Παντού φώτα μέχρι το ξημέρωμα.

Έμαθα πως με έψαχνες κι είπα να σου γράψω-

Τυλίχτηκες το πρωί με κόκκινη σκόνη

και απόψε δεν θυμάσαι τίποτα.

Μη σε νοιάζει – εγώ θα έρθω ξημερώματα

και θα σου φέρω

λίγα φώτα

μια παγίδα και κόκκινη ανάσα –
Αν δεν σε δω, να ξέρεις το βράδυ θα φύγω

κι αν πετάξει άσπρο πανί πάνω από το σπίτι
σήκωσε το κεφάλι

θα με δεις ~

Στον Άκανθο 

Κέντρο Αθήνας 2019

***

Πόσο νοσταλγώ τις αταξίες μας

μέσα στα ορθογώνια καμαρίνια..
θυμάσαι που σε σκούνταγα όταν έβαζες κραγιόν…;

κατά λάθος έλεγα

κι εσύ χαμογελούσες πονηρά

-έλα δε θα προλάβουμε.. πάρτε τα πόδια σας!.. 

ώναζε ο χοντρός απ’ έξω

κι εμείς φιλιόμασταν με φράουλες και αλκοόλ στο στόμα~

άνοιγε η πόρτα.. έμπαιναν όλοι μέσα 
κι ανταλλάσσαμε φιλιά και φρίκες
όταν σου κούμπωνα τον κορσέ …κρατούσες αναπνοή 

όσο οι σταγόνες των χαλασμένων σωληνών 

έπεφταν στα βαμμένα μαύρα βλέφαρα μας

ξανά απ’ την αρχή

να θυμώνει ο χοντρός!

αυτός που πάντα μας θεωρούσε κάτι το ‘τελευταίο’.

βγαίνουμεεε… φώναζα/

πόσο νοσταλγώ τα γέλια μέσα στα ορθογώνια καμαρίνια.
μετά στη σκηνή δεν μας αναγνωρίζαμε

μα συνεχίζαμε σα τα λιοντάρια πάνω σε ελάφια

δε λογαριάζαμε

τελείωνε η γιορτή

έφευγε ο χοντρός κι η παρέα του

και κλειδώναμε στο κουφό πάρτι των φιλιών

και της αγάπης.

νοσταλγώ.

θυμάσαι;

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Δεν υπάρχει αρνητική εσωτερική ζωή. Υπάρχει πλουτισμός. Συσσωρεύω φθινοπωρινά φύλλα. Συσσωρεύω αγρούς, ξυράφια, εργαλεία στραγγαλισμού, το βοτσαλάκι του φυσικού πόνου.

*

Η μόνη πηγή έμπνευσης είναι η αποτυχία των πηγών έμπνευσης να σου δώσουν μια λύση.

*

Όσο ταΐζω αυτό εδώ το κτήνος, τόσο εκλεπτύνεται. Κι όσο εκλεπτύνεται, τόσο πιο κτήνος γίνεται.

*

Είμαι ο επινοημένος φίλος του λυπημένου παιδιού.

*

Κάποιος ξέρει το πραγματικό μου όνομα: Μια κατάφαση εν είδει φοβερής, παρηγορητικής σκιάς με σκεπάζει, καθώς στέκομαι ακίνητη απέναντί του.

Αυτή η σκηνή θα επανέλθει σαν υπνικό παραλήρημα: «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου», «πρέπει να πεις τ’ όνομά μου».

*

Η απεύθυνσή μου είναι στην τερατώδη ψυχή του κόσμου. Ένας φίλος από συρραμμένα κομμάτια ελέους.

*

Και τώρα ο ανταποκριτής μας από την ύστατη μοναξιά.

*

Όταν λες «ξέχασα», θυμάσαι.

*

Είναι ώρα να πλησιάσουμε το μοναδικό ρολόι με τη σωστή ώρα.

*

Για να ζήσω μια αληθινή ζωή, πήρα τυχαία κάποιες αποφάσεις και τις τήρησα.

*

Το μυαλό του καθενός είναι ένα ζώο μες στη ζούγκλα του εαυτού, που μπορείς να αναγνωρίσεις. Το δικό μου είναι μια καμηλοπάρδαλη. Σύννεφα και γαλάζιε ουρανέ, φυλλαράκια χλωρά, νιώθω το θηρίο που σέρνεται στο έδαφος ίο θηρίο που θα με σκοτώσει.

*

Μοναχικότητα είναι το αποτέλεσμα αυτής της επίγνωσης, ότι με τους φυσικούς συνοδοιπόρους σου δεν πηγαίνετε προς την ίδια νύχτα.

Octavio Paz, Αντικείμενα και οπτασίες

Στον Joseph Cornell

Εξάεδρα από ξύλο και γυαλί
μόλις μεγαλύτερα από ένα κουτί παπουτσιών
Σ’ αυτά χωρά η νύχτα και τα φώτα της.

Μνημεία σε κάθε στιγμή
καμωμένα απ’ τ’ αποκόμματα κάθε στιγμής:
κλουβιά του άπειρου.

Μάρμαρα, κουμπιά, δαχτυλήθρες, κύβοι
καρφίτσες, γραμματόσημα και χάντρες γυάλινες:
παραμύθια του χρόνου.

Μνήμη υφαίνει και ξεϋφαίνει την ηχώ:
στις τέσσερις γωνιές του κουτιού
παίζουν κρυφτό κυρίες δίχως ίσκιο.

Η φωτιά βαμμένη στον καθρέφτη,
το νερό κοιμισμένο στον αχάτη:
Σόλι της Jenny Lind και της Jenny Colon.

«Ένας πίνακας πρέπει να γίνεται», είπε ό Ντεγκά,
«όπως γίνεται ένα φονικό». “Όμως εσύ κατασκεύασες
κουτιά όπου τα πράγματα δραπετεύουνε
απ’ τα ονόματά τους.

Slot machine οραμάτων
δοχείο συνάντησης των αναμνήσεων
ξενοδοχείο γρύλλων και αστερισμών.

Θραύσματα μικρότατα, άσχετα:
αντίθετα απ’ την Ιστορία, τη δημιουργό ερειπίων,
εσύ έφτιαξες με τα ερείπιά σου δημιουργίες.

Θέατρο των πνευμάτων:
τ’ αντικείμενα παίζουν αμάδες
με τους νόμους της ταυτότητας.

Οι οπτασίες είναι χειροπιαστές.
Τα σώματά τους ζυγίζουν λιγότερο κι από το φως.
Διαρκούν όσο διαρκεί και τούτη ή φράση

Grand Hotel Couronne: σε μια φιάλη
το τρία σπαθί, και, όλη μάτια,
η Αμυγδαλίτσα στους κήπους μιας αντανάκλασης.

Μια χτένα είναι μια άρπα
κρουσμένη απ’ τη ματιά μιας μικρούλας
βουβής εκ γενετής

‘Ο προβολέας τού πνευματικού ματιού
σκορπίζει το θέαμα:
θεός μοναχικός πάνω σ’ έναν κόσμο που έχει εκλείψει.

Joseph Cornell: στο εσωτερικό των κουτιών σου
τα λόγια μου έγιναν ορατά για μια στιγμή.

Cambridge, Μασαχουσέτη, στις 12 Γενάρη του 1974

*Από το βιβλίο «Οκτάβιο Πας – Ποιήματα», εκδ. Ηριδανός, Οκτώβριος 1986. Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου.