Μαρία Πανούτσου, Ύμνος

Α
Πως ενώνονται όλα τα σπλάχνα σε ένα, 
μια τεράστια ζεστή πορτοκαλιά, μπάλα, 
ένα υπέρογκο κερί,
όταν σε σκέπτομαι.

Λαμπάδα μιας Μεγάλης Τετάρτης 
μια εμπιστοσύνη που τρεμοπαίζει
αυτό είμαστε.

Ναι. Είμαστε, πολύ κοντά,
πιο κοντά, δεν γίνεται,
σε αυτήν την γη.

Φτηνό κρασί πίνω,
στην υγειά σου,
και σου λέω:
Με το ίδιο σώμα πάμε σε ένα είδωλο,
με το ίδιο σώμα πάμε στη αγάπη. 
Μου λες μη μιλάς για την αγάπη
και εγώ ανοίγω το πώμα από το μπουκάλι.

Β

Εκεί πέρα στο βουνό
μια κορυφή που δεν επισκέφτηκα ποτέ
θα πάω και εκεί θα ζήσω την σιωπή 

Εκεί η ψυχή παίρνει μορφή
κατρακυλά στους κάμπους/
στα βουνά/
στις λαγκαδιές/
στην ακροποταμιά/
λούζεται με το άγιο ιμάτιο
και αναπολεί /
τις ασώματες στιγμές/
ας είναι ατόπημα κάθε σκέψη/
πράξη/
που δεν σε περιέχει θεάνθρωπε.

Σε ευχαριστώ Κύριε
για τις αμφιβολίες που μου φύτευσες.

Είναι το μόνο που με έσωσε,
από τον τέλειο χαμό.
Εδώ ο αέρας μιλάει,
με ό, τι βρίσκει μπροστά του,
με ό, τι του αντιστέκεται.

Τόσοι κι τόσων χρόνων, δεν έφτασαν για να σε υμνήσω,
μόνο έφτασαν, για να δοξάσω την απώλεια της αθωότητας.

Λυπήσου με κύριε και δώσε φως,
σε κάθε λέξη,
σε κάθε βήμα,
σε κάθε κίνηση, της κόρης του ματιού μου.

Απρίλιος 2019

Ρογήρος Δέξτερ, Από τις “Σχεδίες” – Το Σύνδρομο τού Σκαντζόχοιρου

Κάποτε θα έδινα
Τουλάχιστον μια πεντάρα τσακιστή
Για όλα αυτά που συμβαίνουν
Πίσω απ’ τήν πλάτη μου
Και αρκετοί αποκαλούν γεγονότα
Μιας μέρας και μιας νύχτας
Ικανά ν’ αλλάξουν
Τη ροή τής ιστορίας δυο ανθρώπων
Αλλά εγώ τα ονομάζω πιο ψύχραιμα
Πανέρι γεμάτο συνωμοσίες τυφλών
Που δε νομίζω ότι βλέπουν να έρχεται
Ακάθεκτο από μπροστά το μέλλον
Που θα γίνει σε λίγο παρόν
Και κατόπιν παρελθόν•
Γι’ αυτό δε χολοσκάω πια αν όλα πάνε στράφι
Απ’ όσα ονειρεύτηκα ποτέ να μην κάνω
Στήνοντας αφτί στις Σειρήνες
Και σάρκα στις Άρπυιες
Αν διανύοντας τους παρασάγγες
Οι άγγαροι μιλήσουν φαρσί τα περσικά
Για ν’ αναγγείλλουν
Πως οι βάρβαροι που φτάνουν κατέφθασαν
Αφού τους κουβαλάμε χρόνια στο μυαλό μας
Ενώ πιο κάτω όπως το συνηθίζουν
Από παλιά τα Σάββατα
Νεκροί θάβουν τους νεκρούς τους με οδυρμούς
Στο κοιμητήριο μιας γαλήνης δέντρων
Κι εγώ επαναλαμβάνω μάταια μέσα μου
Πώς τάχα δε σκοτίζομαι για τίποτα
Ούτε γι’ αυτές εδώ τις σκέψεις που τρυπώνουν
Σαν προαιώνιοι εχθροί μες στο κεφάλι μου.

Βασίλης Βασιλειάδης, naif ποίηση

Έβλεπα
μία μία τις λέξεις
μειωμένες σε Σιωπή
να χάνουν το νόημά τους
έβλεπα
έναν έναν τους ανθρώπους
μειωμένους σε Σιωπή
να χάνουν την ομορφιά της ζωής τους
τα έβλεπα όλα αυτά
μειωμένος σε Σιωπή
και ξέρωντας να μιλάω μόνο τη γλώσσα της Σιωπής
ακύρωσα την αιτία της ύπαρξής μου
αφού δεν μπόρεσα να συνενοηθώ
ούτε με τη ζωή
ούτε με τον έρωτα.

(Βιέννη 1993)

Παγωτό από κανέλα

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

play-with-me-tomasz-zaczeniuk “Play with me” Photography by Tomasz Zaczeniuk

Σαν παγωτό από κανέλα,

κολλάει στα δάχτυλα ο θυμός.

Οι αργοναύτες που δε ζύγωσαν.

Γιατί χωρίς την Πηνελόπη

δεν προσμένεις πια το θαύμα.

Έμαθα απ’ έξω τα ονόματα.

Οι προτάσεις τους μου κομματιάζουν τη γλώσσα.

Μαύρη σκιά με το όνομα εκείνης, η ιστορία σου.

Μου χτυπά την πόρτα.

Έμαθα από καιρό να μην ανοίγω σε ξένους.

Μη μου θυμώνεις το όνειρο.

Είχα κι εγώ κάποτε ένα παιδί

που ζήταγε πολλά.

Εντός.

View original post

μεγάλη Πέμπτη

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Photo-0061_056

Υπήρχε μια πραγματικά υπέροχη ιστορία έως ότου αυτή η πρόταση πάρει μπρος μα τώρα πρέπει να αρκεστούμε στην πιθανότητα οι δύο αυτές ιστορίες να συναντηθούν κάποια στιγμή μετά το πέρας της τελείας.

View original post

Γιάννης Ευαγγέλου, Δύο ποιήματα

Όπως πάντα

Γεμάτο το αμφιθέατρο, όπως πάντα.
Πρώτα τοποθετούνται οι άλλοι, όπως πάντα.
Εμείς περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή, όπως πάντα.
«Τακτική, σύντροφοι», μας υπενθυμίζει ο Σ., όπως πάντα.

Πώς ανοίγουν τα μάτια του,
κάθε που μας μιλάει.
Πώς κλείνουν τα μάτια μας,
κάθε που τον ακούμε.

Έχει ιστορία στο χώρο ο Σ.
Μετράει παραπάνω ο λόγος του.
Μη με ρωτάς γιατί.
Απλά, έτσι είναι.
Και μη ρωτάς ποιος είναι ο Σ.
Αυτά τα ρωτάνε οι χαφιέδες.

Έχουν ήδη περάσει τρεις ώρες.
Φωνές, αντιδικίες, ο κακός χαμός.
Αλλά σε λίγο θα σηκωθεί ο Σ.
όπως πάντα,
και θα γλιτώσουμε από τις θεωρίες του κάθε τυχάρπαστου.

***

Οι χτίστες

«Το πανεπιστήμιο είναι δημόσιο

και θα μείνει δημόσιο.
Δεν πρέπει να στοχοποιούμε τα παιδιά

που διαμαρτυρήθηκαν για το αυτονόητο.

Το χτίσιμο ήταν συμβολικό,

ήταν πολιτική πράξη με ιερό σκοπό,

κανένας δεν τραμπούκισε κανέναν,

κανένας δεν τραυματίστηκε,

αλλά αύριο θα βγουν τα κανάλια
και θα πουν ότι φασίστες είναι αυτά τα παιδιά,

τα παιδιά μας,
κι όχι όλοι αυτοί που τους στερούν τη ζωή.»

*Από το βιβλίο “Μαχνοβτσίνα – Τριάντα σημειώσεις”, εκδόσεις διάπυροΝ, Νοέμβριος 2013
.

Τάκης Κουφόπουλος, Επιστροφή

Και ήρθε η στιγμή
όπως πάντα.

Η μέρα τράβηξε τα στήθια της
μια γκρίζα γραμμή στον ορίζοντα
και γύρισα.

Γρήγορο ράβδισμα της μνήμης
-άσαρκα ομίχλινα ερπετά-
γρήγορη θέση
γρήγορη ώθηση
κι είδα
τ’ αρχαία μονοπάτια
τ’ αρχαία πτώματα.

Είμαι μπροστά δυό χρόνια πίσω.

Τό πόμολο ήρθε στό χέρι μου
η πόρτα με κατάπιε
και νάμαι
πρώτος του χορού
αναστενάρης άγιαστος
στην κρύα στάχτη
πιασμένος στο φτερό μιας νυχτερίδας
που σκούζει.

Ο κισσός είναι στή θέση του
το σκυλί αγέραστο
κι ο σκοπός στ’ οργανέτο του.
Μιά ακρίδα κάθισε στήν άκρη του ματιού
έξυσε την κοιλιά της
κι απολιθώθηκε.
Ακίνητες γραμμές
ακίνητη σιωπή κι
οσμή κοπριάς.

Όπως πάντα
Όπως πάντα

Κομμάτι πάγος στήν πυρωμένη άσφαλτο
που λιώνει
κι εξατμίζεται.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα 1942-1946”.

Kenneth Rexroth, Ένα ξίφος σ’ ένα φωτεινό σύννεφο

Πιασμένοι χέρι-χέρι, πάμε να χαζέψουμε
Την Παραμονή των Χριστουγέννων τα πλήθη
Στην οδό Φίλμορ, στη Νέγρικη Συνοικία.
Η βραδιά είναι γεμάτη πάγο. Ο κόσμος
Βιαστικός, τυλιγμένος μες στις ανάσες τους
ου αχνίζουν. Μπροστά στις βιτρίνες
Τα παιδιά αναπηδούν με λαμπερά μάτια.
Ο Αη-Βασίλης χτυπά τα κουδούνια του.
Αμάξια κάνουν ουρές και κορνάρουν.
Τα τρόλεϊ χτυπούν το καμπανάκι τους.
Δυνατά μεγάφωνα στους στύλους των φώτων
Παίζουν κάλαντα, στα τζουκ μποξ των μπαρ
Ο Λούις Άρμστρονγκ παίζει το «Γουάιτ Κρίστμας».
Στα καταγώγια τα κορίτσια
Γδύνονται, χαμογελούν και λικνίζονται
Με τη μουσική του «Τζινγκλ Μπελς».
Στις προσόψεις οι.επιγραφές νέον αναβοσβήνουν
Μηνύματα χαράς, φιλαργυρίας, φόβου, υγιεινής,
Και τα περήφανα μικροαστικά ονόματα.
Το φεγγάρι λάμπει σαν πουτίγκα.
Σταματάμε στην κεντρική γωνία και κοιτάζουμε
Ψηλά, διαγώνια απέναντι, το φεγγάρι που
Υψώνεται και τους σεμνούς, παραταγμένους
Άπειρους χειμερινούς αστερισμούς.
Εσύ λες, «Νά, ο Ωρίωνας!»
Το πιο ωραίο πράγμα που θα γνωρίσουμε ποτέ
Στον κόσμο ή στη ζωή μας, στέκει στον κενό
Φεγγαρόλουστο ουρανό, πάνω από τα πλήθη
Των ανδρών των γυναικών και των παιδιών,
Των λευκών και των μαύρων, των χαρούμενων
Και των άπληστων, των καλών και των κακών,
Των πωλητών και των αγοραστών,
Των ισχυρών και των θυμάτων, σαν ένα
Αχανές θεώρημα που αν κάποια στιγμή
Λυνόταν, θα έλυνε για πάντα το μυστήριο
Και τον πόνο κάτω από τα στολίδια και
Τις καμπάνες. Νά ’τος, ο άνθρωπος
Της Παραμονής των Χριστουγέννων,
Απλωμένος στον ουρανό σαν αληθινός θεός
Που θα τον έφτανε να πίστευες λίγο
Σ’ αυτόν. Είμαι 50 χρόνων και είσαι 5.
Δεν θα ’ταν σωστό να το πω αυτό
Κι ίσως ούτε σωστό να το γράψω.
Πίστευε στον Ωρίωνα. Πίστευε στην νύχτα,
Στο φεγγάρι, στην πολυάνθρωπη γη.
Πίστευε στα Χριστούγεννα, στα Γενέθλια,
Και στα Πασχαλινά κουνέλια.
Πίστευε σ’ όλους αυτούς τους φευγάτους
Συνδυασμούς της φύσης, που είναι όλοι τους
Καταδικασμένοι να χαθούν και να εκλείψουν.
Να είσαι πάντα αληθινός με τούτα.
Μην παρατήσεις ποτέ τούτη την άγρια
Θρησκεία για τις ματωβαμένες, αφηρημένες του πολιτισμού
Έννοιες των καθαρμάτων που ζουν
Σκοτώνοντας εμένα κι εσένα.

* Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.
** Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2014.
*** Η Φωτογραφία του Kenneth Rexroth δημοσιεύεται στο ίδιο βιβλίο (σελ. 20).