Μαγδαληνή Τσακάλωφ, Το βλέμμα του χάους, Εκδόσεις «Αρισταρέτη»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Έχει συμβεί σε αρκετούς ποιητές να έχουν εκλεκτικές συγγένειες. Δηλαδή, η ποίησή τους να παραπέμπει σε άλλους ποιητές ακόμα κι αν δεν υπάρχει άμεσος επηρεασμός. Πέρα από την διακειμενικότητα, που υπάρχει στην ποίηση, υπάρχει και μια τάση ποιητών να γράφουν χρησιμοποιώντας παρόμοιο στυλ με παλιότερους ποιητές, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν την ποίησή τους ή να έχουν επηρεαστεί από αυτή.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρισταρέτη». Στην πρώτη ανάγνωση μας φέρνει στο νου την Κατερίνα Γώγου, αλλά και την μπιτ γενιά της Αμερικής. Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο και ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πεζοποιήματα. Η ποιήτρια δεν ψάχνει ιδιαίτερες τεχνικές και δεν έχει κρυμμένα νοήματα. Τα λέει όλα καθαρά, έξω από τα δόντια, χωρίς φτιασίδια και ωραιοποιημένες εκφράσεις. Αν μέναμε, όμως, μόνο σε αυτά τα στοιχεία, θα βγάζαμε ένα γρήγορο συμπέρασμα, θα τοποθετούσαμε την ποιήτρια κάπου ανάμεσα στους μπιτ και στην Γώγου και θα χάναμε την ουσία.

«Το βλέμμα του χάους» της Μαγδαληνής Τσακάλωφ, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια διαμαρτυρία για την σύγχρονη απάνθρωπη κοινωνία, δεν είναι όμως μια διαμαρτυρία. Είναι μια κραυγή. Μια κραυγή για το χάος, που είναι δίπλα μας, αλλά δεν το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει. Και αυτό είναι το πιο τραγικό. Για το χάος, που έχουμε μέσα μας. «Είμαι το χάος!», γράφει στο «Προοίμιο» προετοιμάζοντάς μας για το τι θα επακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι η εξάρτηση, όχι πια από τα ναρκωτικά, αλλά από τα ψυχοφάρμακα: «Απαγορεύεται να πεθάνουμε! / Καταργήσανε και την πρέζα. / Τώρα στα τζάνκια σπρώχνουν / κινέζικα ψυχοφάρμακα με πονστάν στο μπλέντερ.» Λίγο παρακάτω θα δούμε στίχους, που θα μας θυμίσουν Street poetry και πιο συγκεκριμένα το σύνθημα: «Είμαστε αυτοί, που οι γονείς μας έλεγαν να μην κάνουμε παρέα», δηλαδή τα κακά παιδιά. Ας δούμε τι γράφει γι’ αυτό η Μαγδαληνή Τσακάλωφ: «Απλά, μου λέγανε: / «Εσύ; Γιατί; Εσύ είσαι καλό παιδί!» / κι έγινα κακό παιδί / μόνο και μόνο για να μην είμαι καλό παιδί.»

Σε αρκετά σημεία του βιβλίου της η Μαγδαληνή Τσακάλωφ είναι απαισιόδοξη και κατηγορηματική: «Η Επανάστασή σας πέθανε.», γράφει, αλλά δεν ξεχνά να προτρέψει, να προειδοποιήσει και να στηλιτεύσει: «Έχετε ευθύνη για τα όνειρά σας! / Κάνουν ζωές εφιάλτες!»

Θα σταθούμε λίγο στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Ζώα». Πρόκειται για τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μας, ποιήματα της συλλογής. Σε αυτή την ενότητα η ποιήτρια αναπτύσσει ένα δικό της προσωπικό στυλ, που απογειώνει όλη τη συλλογή. Εδώ ξεχωρίσαμε το πεζοποίημα «Κότες», όπου με αφοπλιστική ειρωνεία περιγράφεται ο έρωτας μιας πλούσιας Κολωνακιώτισσας και ενός υδραυλικού. Η Μαγδαληνή Τσακάλωφ γίνεται αποφθεγματική στο ποίημα «Καναρίνι», ενώ στο ποίημα «Κοράκια» τα «μαύρα άμφια» ακκίζονται με τις «χρυσές πιστωτικές». Η οργή είναι μεγάλη και η αντίδραση μια: «Τουφέκι, ρε!!!»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Μαγδαληνής Τσακάλωφ «Το βλέμμα του χάους» είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια επιβεβαιώνοντας πως και η σύγχρονη ποίηση έχει τις δυνατές της στιγμές.

ΕΡΕΙΠΙΑ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Το κλειστό βιβλίο

Το λυπημένο βιολί

Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί

.

Που είστε παιδικά μου χέρια

Με λησμονήσατε

Μα δεν μπορώ

Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω

.

Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο

Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται

Καρδιές

Μικρά φώτα

Ο ήχος μιας καμπάνας

Η προσευχή

.

Ακόμα καπνίζουν των ημερών τα ερείπια

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από την συλλογή « Φύλλα ύπνου»

View original post

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Ανάμεσα στη γη και σε μένα
παρεμβάλλεται ένας κρατήρας
ο Θεός απλώς τον παρατηρεί
παίρνουν φωτιά οι προβλέψεις:
Θα επιβιώσουν οι άγγελοι
απ’ την χρήση χημικών;
Ποιος είπε πως η επανάσταση
θα σταυρώσει τα χέρια της;
Εν συντομία, τι κόσμο θέλουμε;
Εγώ βέβαια δεν είμαι σίγουρος
ακόμη και για την ηλικία μου
πόσο μάλλον για την ανατροπή
τα ίδια λέγαμε σε άλλη γλώσσα
τα τείχη δεν γκρεμίζονται άλλο
να ξεκουραστούν τα τσιμέντα
κι οι ποιητές να γίνουν στάχτη
απ’ την αποτέφρωση των λαών.

***

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στη δευτερολογία μου θα υποστηρίξω
ότι κάθε πρωί νυχτώνει. Εδώ και αιώνες.
Ξαφνικά θα βρεθώ καρφωμένος στο χάος
κι οι λέξεις ριγμένες στο χαρτί ανάποδα.

Υπάρχουν φόνοι που επαναλαμβάνονται
με το ίδιο θύμα, στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Το φεγγάρι, ας πούμε, πάντα σφαγμένο
στην αυλή μου. Ανεξιχνίαστο το έγκλημα.
Ο φυσικός δικαστής είναι ο αναγνώστης.
Κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Εδώ τελειώνει κι αυτός ο κύκλος αίματος.
Η αλήθεια είναι πικρή, δεν εξωραΐζεται.

***

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ

Το ποίημα δομείται με πρόκες
πρέπει να ξέρεις να καρφώνεις
αλλιώς γεμίζει το χαρτί αίματα

Και μη νομίζεις πως τελείωσες
μετά αρχίζουν τα πιο δύσκολα
να ξεκαρφώνεις μερικές λέξεις
και να τις πετάς στα σκουπίδια
να ξαλαφρώσει λίγο το ποίημα

Στο τέλος αναρωτιέσαι πότε
θα σε σταυρώσουν οι κριτικοί.

*Από τη συλλογή ”Ωδίνες της ποίησης”, εκδόσεις “Στίξις”, 2019.

Έχω αρχίσει και με υποψιάζομαι για ποίηση

Στρατής Φάβρος's avatarΣτρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Έχω αρχίσει και με υποψιάζομαι για ποίηση

είμαι θλιμμένος μα κι οργισμένος
κι όλα με δένουν σε ένα κουβάρι
μ’ ενα μανδύα και φιμωμένο
με πάνε στη χάση θα δύσει και πάλι
θα χω κεφάλι η χύχτα θ’ αρπάξει
ήττα τη λένε τα πόδια βαραίνει
στο λάκκο μας στέλνει όχι εμένα
όλη τη φαρα μ’ πάλι και πάλι

Η πρόοδος ανεστραμμένη συντήρηση
νομενκλατούρα της προόδου
προοδευτικές καταδίκες
προοδευτικά γκούλαγκ
Ω η Πρόοδος τι ωραία μας φιμώνει

View original post

αγορά θάλασσας

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Υπάρχει μια στιγμή στη μέση ενός τυφώνα ή στη γωνία ενός μπαρ, τις πρώτες πρωινές ώρες, που αναρωτιέσαι, ταυτόχρονα, για το πως βρέθηκες στην θέση αυτή κι ακόμα αν είσαι εσύ ο ίδιος που κάνει αυτή την σκέψη ή έχεις αντικατασταθεί με κάποιον ή κάτι που αρκείται σε τέτοιες απορίες προκειμένου η καταστροφή να συμμαχήσει με την σιωπή που απλώνεται πάνω από τα φιλικά πυρά της βλεμματικής επαφής που απέμεινε γύρω από δέκα ή περισσότερα μπουκάλια μπύρας, ξεθυμασμένης και στυφής, σε παράτολμες επιχειρήσεις θάρρους ή αλήθειας, ανόητα απροκάλυπτης ως επιχείρημα υπεράσπισης της αποτυχίας της ή της θυσίας της για το κεφάλι μες στα παπλώματα ενός ακόμα αύριο.

View original post

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Στις ρυτίδες του νου (Ι)

Ο άνεμος δακρύζει
Πυρόχρωμο βέλος τινάζεται
εξάφνου δίχως φασαρία

Μπορούμε ακόμη στις πόλεις που δαιδαλώνουν

Οι αυλακιές στα μέτωπα
στρέφονται στα πρόσωπα που
ατάραχα ανησυχούν

Τα βλέφαρα των φίλων βάρυναν
όπως τα βλέμματά τους

Σαν πέφτει το μαυροκύανο σύννεφο
στις ρυτίδες του νου
μια ανάσα κόβεται κι ένα φως θαμπώνει

Σπίτια και τοπία σκορπίσανε
Δεν φτάνει η καλοκαιρινή βροχή
να δροσίσει τις καρδιές μας
τεγνές απ΄ την ξηρασία

Πλαστικά χαμόγελα στα πέλματά μας

Κι άφωνοι δεσπόζουμε στη συρροή των υποταγών μας
Για τη ζωή αναθαρρούμε
Στεναχώρια,καμία..στον καθρέφτη με τις αλυσίδες

Ιούνιος 2018

***

Στις ρυτίδες του νου (ΙΙ)

Λήξις θερινού ηλιοστασίου
η μνήμη της πέτρας εμφανίζεται
ασάλευτη σε κίνηση
βαθύ καλοκαίρι με φεγγάρια και ήλιο

Αντάμα με τους “σωτήρες”,γλέντια και καημοί
Μαζί και οι “φωστήρες”
(μας σώνουνε κλωτσηδον και κατ’ορυμαγδόν)

Κι εμείς βάρδιοα βαθιά, χαζεύουμε γλυκια βραδιά
ώσπου ο Αποσπερίτης..

Με μια βαθιά αναπνοή
με τεντωμένες της χορδές της καρδιάς
κι άσπαστους εγκεφαλικούς νευρώνες

Αγία Νοσταλγία κι αγία τρομάρα μας μαζί
σε μια παλαιότητα που σφύζει από νεότητα

Ιούλιος 2018

***

Αυτοσχέδιο με 3 λέξεις

(στον φίλο μου Μωβ και τ’αερικό Αντιγόνη)

Μην ζητάς τίποτε αναζητείς ωστόσο,

Σε μια αδιάρπαστη στιγμή
να ονομάζεις τη φυγή φαλκόνι
ύστερα και λίγο πριν
τινάζεσαι σε μια στεριά, μαζί με το ψαρόνι,
αθήριτος, σαν ασπίθα απ’ τ’ αμόνι

Φεβρουάριος 2019

Ποιήματα για την Εργατική Πρωτομαγιά

Νίκος Γκάτσος
(Από 
την ποιητική συλλογή του “Ξένα” 2001) 


Παράξενη πρωτομαγιά

μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

ήρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»

τι να την κάνεις πια την περηφάνια.

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά

σκοτάδι πέφτει και συννεφιά

ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές

σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
 

Παράξενη πρωτομαγιά

ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση

μα της καρδιάς την πυρκαγιά

πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.

Πρωτομαγιά

με το σουγιά

χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά 

σαν τα θεριά 

σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα τον μπόγια να περνά και το φονιά

γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω

μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί

μες στη ζωή

σε είχα αραξοβόλι

μα μιαν αυγή 

στη μαύρη γη

σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά

είδα τον μπόγια το ληστή και το φονιά

του `χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά

και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.

***

Τόλης  Νικηφόρου

Ωραία που ήταν η συγκέντρωση

στην πιο μεγάλη μας πλατεία

ωραία τα μάρμαρα

ωραία τα μέγαρα

ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει

να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές

με τις γυναίκες, τα παιδιά και τα γεμάτα τους καλάθια

απόμεινες εσύ

απόμεινα εγώ

να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο

και τα στολισμένα μπαλκόνια

με τους βραχνούς ομιλητές

***

Γιάννης Ποταμιάνος

Η Πρωτομαγιά 
    
Βγήκες αιμοστάλακτη
στην όψη

με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση

στο φως του Μάη

Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
όνειρα

κι αστείρευτη αγάπη για ζωή

Να μυρίζει ο ιδρώτας σου

έρωτα

και η δουλειά σου ελπίδα
Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
σαν στάχυ

τα κόκκινα τριαντάφυλλα

έγιναν παράσημα στα στήθη σου

επίμονα να αιμορραγούν

της λεβεντιάς το νάμα

Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα

εμπνέεις και εμπνέεσαι

απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες

της ανοιξιάτικης βροχής

και περιφρονώντας το χαλάζι

βλέπεις μόνο καλοκαίρι

Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
σε κάδρο κρεμασμένη

Οι εικόνες των μαρτύρων σου 
μας οδηγούν

***

Α. Κ.

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Στους δρόμους με τις πλαστικές σημαίες 

ενδοσκόπηση. 

Τ’ αγάλματα της πόλης 

σαν να ξεχύνονται στις διαδηλώσεις.

Πιάνεται η καρδιά μου κάθε Πρωτομαγιά  

Μεγάλη Παρασκευή 

αποκαθήλωση…

Ως η ζωή εν τάφω… 

Τόσος καημός

Τόσες ήττες

Τόσο αίμα…

Μα το κόκκινο πέταλο της παπαρούνας 

σαν κάνω πουκάμισο 

θα είμαι του κόσμου της καταφρόνιας 

όχι το σύμβολο μιας χαμένης άνοιξης 

μα ένα τραγούδι σαν μυρωδιά του κάρβουνου

να βάψω όλα τα όνειρα…

Κι έτσι αγνός μέσα στα κουρέλια μιας ύπαρξης 

να αναδυθώ σαν πρωινή δροσιά 

σαν το άρωμα γαρίφαλου…

Πάλι προστάζω όραμα…
     

Λίνα Βαταντζή, Ελπίδα


Ελπίζω να επιχειρηματολογήσω με χάρη

για την εμμονή μου να ελπίζω

ότι θα βρεθεί η αγάπη

κάτω από πεταλίδες θαλασσόβραχων

σύμβολο ευαισθησίας

και αντοχής.


Ελπίζω ότι θα ανακαλύψουμε

το δρόμο που οδηγεί σε θαύματα,

το μονοπάτι που ξεκλειδώνει

η θολή ματιά μας.


Ελπίζω ότι θα ακολουθήσουμε
το φως της αλήθειας

θα κατεδαφίσουμε
τον τοίχο της παραπλάνησης

που έχει καλυφθεί από πυκνό κισσό

και κρύβει βρύα ομιχλώδους προσέγγισης.


Ελπίζω ότι θα κορφολογήσω

το κλήμα της γνώσης

που φορτώθηκε αλήθειες

βαριές,

τα τσαμπιά τους κρεμούν

περήφανα στους κήπους.


Ελπίζω ότι θα αντιμετωπίσουμε

τις αντιπαραθέσεις μας

με σωφροσύνη αντήχησης

στις ποταμίσιες όχθες

καθώς στροβιλίζεται
ορμητικό το νερό.


Ελπίζω ότι θα βιώσουμε

την αναγέννηση της χαράς μας

όπως το περιβόλι απολαμβάνει

την ετήσια ανθοφορία 

της κερασιάς.


Ελπίζω ότι θα εμπλουτίσουμε
την υπομονή μας

όπως η ροδιά ωριμάζει

τον καρπό της
σε τρεις εποχές.


Ελπίζω ότι θα ανακτήσουμε
την εμπιστοσύνη μας

όπως τα φανάρια αλλάζουν χρώμα 

σε σταθερό χρόνο

ώστε τα οχήματα γλιστρούν 

στο οδόστρωμα.


Ελπίζω ότι οι λέξεις μου

θα αποκτήσουν φιλοσοφία

αυτή που δημιουργήθηκε

από την ένωση των πυξίδων μας

όταν οι διελκυστίνδες

χόρευαν.


Ελπίζω ότι ο έρωτα
θα χρωματίσει το ουράνιο τόξο
μετά από μπόρες

σε αστροποβολημένους ορίζοντες

όταν οι λάμψεις θα καταγράφουν

καρδιακές εκρήξεις.


Ελπίζω ότι η εικόνα μας θα ασπαστεί

το μπουμπούκι της παιώνιας 
στο λιβάδι της ζωής

και θα αποδείξει

ότι το στρείδι

που έχουμε κλειδώσει
θα ελευθερώσει

το αισιόδοξο ποίημα.

Τη χάρη που απλόχερα 

αρμάτωσε

το θαύμα του νου μας.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Η μάχη της Μαγνησίας

Έχασε την παληά του ορμή, το θάρρος του.
Του κουρασμένου σώματός του, του άρρωστου

σχεδόν, θάχει κυρίως την φροντίδα. Κι’ ο επίλοιπος
βίος του θα διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος

τουλάχιστον διατείνεται. Απόψe κύβους παίζει
έχει όρεξι να διασκεδάσει. Στο τραπέζι

βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τί άν στην Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

έπεσ’ επάνω στου λαμπρού στρατεύματος τα πλήθια.
Μπορεί να τα μεγαλώσαν όλα δεν θάναι αλήθεια.

Είθε. Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μια φυλή.
Όμως ένα «είθε» είν’ αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Ο Φίλιππος την εορτή βέβαια δεν θ’ αναβάλει.
Όσο κι άν στάθηκε του βίου του η κόπωσις μεγάλη

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δεν του λείπει.
Θυμάται πόσο στην Συρία θρήνησαν τί είδος λύπη

είχαν, σαν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.—
Ν’ αρχίσει το τραπέζι. Δούλοι τους αυλούς, τη φωταψία.

THE BATTLE OF MAGNESIA

He’s lost his old ardor, his courage.
His body, nearly ill with fatigue,

will be his only concern now. And the rest
of his life will go by without any worry. This

at least is what Philip contends. Tonight he plays
at dice to amuse himself, loads the table

with roses. What if Antiochos was destroyed
at Magnesia? They say complete carnage

crushed the ranks of his brilliant army. Perhaps
those claims were stretched a bit. Perhaps they are not all true.

Let us hope. Because, although enemies, they belong to our race.
However, one “perhaps” is enough. Maybe too much.

But of course Philip will not postpone the feast.
No matter how great the weariness of his life,

one good thing remains: his memory has not left him.
He remembers how much they mourned in Syria, that charade

of sorrow, when their Mother Macedonia fell to dust.—
Let the feast begin. Servants: the flutes, the lights!

*CONSTANTINE CAVAFY — SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions., Victoria, BC, 2014

**http://www.ekstasiseditions.com