John Berger, Born 5/11/26 / Γεννηθείς 5/11/26

Redder every day
the leaves of the pear trees.
Tell me what is bleeding.
Not summer
for summer left early.
Not the village
for the village though drunk on its road
has not fallen.
Not my heart
for my heart bleeds no more
than the arnica flower. **

Nobody has died this month
or been fortunate enough
to receive a foreign work-permit.
We fed with soup
let sleep in the barn
no more thoughts of suicide
than is normal in November.
Tell me what is bleeding
you who see in the dark.

Hands of the world
amputated by profit
bleed in
streets of bloodsheds.

John Berger, γεννηθείς 5/11/26

Πιο κόκκινα κάθε μέρα
τα φύλλα των αχλαδιών.
Πες μου τι αιμορραγεί.
Όχι το καλοκαίρι
γιατί το καλοκαίρι έφυγε νωρίς.
Όχι το χωριό
γιατί το χωριό αν και μεθυσμένο στο δρόμο του
δεν έχει πέσει.
Όχι η καρδιά μου
γιατί η καρδιά μου δεν αιμορραγεί πια
απ’ ό,τι το λουλούδι άρνικα.

Κανείς δεν πέθανε αυτό το μήνα
ή ήταν αρκετά τυχερός
να λάβει άδεια εργασίας στο εξωτερικό.
Τρεφόμαστε με σούπα
κοιμόμαστε στον αχυρώνα.
Δεν υπάρχουν πλέον σκέψεις αυτοκτονίας
απ’ ό,τι είναι φυσιολογικό το Νοέμβριο.
Πες μου τι αιμορραγεί.
εσύ που βλέπεις στο σκοτάδι.

Τα χέρια του κόσμου
ακρωτηριασμένα από το κέρδος
αιμορραγούν
στους δρόμους των αιματοχυτών.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Το λουλούδι άρνικα είναι ποώδες πολυετές φυτό που ευδοκιμεί στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και παράγει κίτρινα λουλούδια που μοιάζουν με μαργαρίτες.

Άρης Φίλιππας, «Αυτοί που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι» 

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ: σκέψεις με αφορμή τη συλλογή ποιημάτων του Άρη Φίλιππα «αυτοί που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι» (Θράκα, 2022)

Επιχειρώντας να μιλήσω για την ποίηση του Άρη, θα μου επιτρέψετε να μη σταθώ στις λέξεις, ούτε να αποδελτιώσω συγκεκριμένους στίχους, όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Όχι γιατί ο ποιητής δεν μας προσφέρει εξαιρετικές στιγμές που θα μπορούσαν να γίνουν συνθήματα, αλλά ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Γιατί μια τέτοια ανάγνωση της ποίησης, στην οποία δυστυχώς και η κριτική έχει συμβάλει, έχει αποκόψει την ποιητική εμπειρία από το περιεχόμενό της. Κυρίως όμως γιατί η ποίηση του Άρη ΔΕΝ βρίσκεται ακριβώς στις λέξεις. Η ποίησή του κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Θέλω, λοιπόν, να μιλήσω για την ποίησή του χωρίς να αναφέρομαι ειδικά σ’ αυτές, στις συγκεκριμένες λέξεις.

Η συλλογή ποιημάτων του Άρη Φίλιππα με τίτλο «αυτοί που πεθαίνουν είναι πάντα οι άλλοι» αφιερώνεται στη μνήμη ενός συμφοιτητή του, του Βασίλη, που έφυγε πολύ πρόωρα από τη ζωή. Ο τίτλος και η αφιέρωση δεν είναι τυχαία. Με αφορμή αυτή την απώλεια, ο ποιητής επιχειρεί μια κατά μέτωπο επίθεση στην επιδερμική αισιοδοξία του βλέμματος που αγνοεί τη γεύση του θανάτου. Μοιάζει σαν την “δοκιμή για το κιτς” του Μίλαν Κούντερα, που το είχε ορίσει κάποτε ως «άρνηση του σκατού».

Κάτω από την επιφάνεια ενός ραπ ρυθμού κρύβεται ένας Μποντλέρ. Ο λυρισμός εξοστρακίζεται στο πυρ το εξώτερο ως κάτι που παραδόθηκε στον εχθρό, ως κάτι που βρωμάει ναφθαλίνη και συμβιβασμό. Κάτι, σαν την ποίηση, προσπαθεί να κρυφτεί εδώ…

Μπροστά στην απώλεια, στα νεκροκρέβατα, στις δολοφονίες, τα σύγχρονα κρεματόρια και τα Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποίηση, σκέφτεται ο Άρης, σε άπταιστα γερμανικά. Κι όμως η σκέψη του, όσο κι αν τον εμποδίζει, δεν τον αποτρέπει. Του επιβάλλει μόνο τη μετάθεση: να μιλάει γι’ αυτό που δεν θέλει να μιλήσει, να αφήνει την ποίηση στο ακροκέραμο του στίχου.

Ως μεταφραστής, ο Άρης ξέρει πως η ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση. Μόνο που στη δική του μετάφραση, η γλώσσα που μεσολαβεί την αλήθεια του είναι η δική του γλώσσα. Κι αυτή η τραγωδία της γραφής, που γίνεται τώρα η δική του τραγωδία, βιώνεται οδυνηρά, ως το γενέθλιο γεγονός του ποιήματος.

Σε μια πρόσφατη ταινία του Βιμ Βέντερς, ο ήρωας δεν μας μιλά καθόλου για τη ζωή του. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν. Κι όμως, όσο λιγότερο μιλάει γι’ αυτόν, τόσα περισσότερα λέει. Αυτός ο οδοκαθαριστής, σε μια αντεστραμμένη ανάγνωση, είναι ο κρυφός ήρωας της ποίησης του Άρη.

Κάποτε, ο Βύρων Λεοντάρης είχε διατυπώσει μια αιρετική άποψη για την ποίηση του Καβάφη: «Πρέπει να υπερασπιστούμε τον ποιητή ενάντια στην ποίηση», είχε γράψει. Ο βασανιστικός εγκλωβισμός του Καβάφη στην τέχνη της ποίησης, αν και βιογραφικά προφανής, είναι ακόμα και σήμερα λογοτεχνικά σκανδαλώδης. «Μα πώς είναι δυνατόν;» θα αναφωνήσουν οι συμπαθητικοί ακαδημαϊκοί καβαφιστές, μην μπορώντας να συλλάβουν πως ο ποιητής είναι και αυτός ένας κανονικός άνθρωπος.

Ευτυχώς για τον Άρη, ο σημερινός ποιητής έχει την ευτυχία να αγνοείται επιδεικτικά από το κοινό και την κριτική. Σε αντίθετη περίπτωση, η ποίησή του θα ύψωνε κυκλώπεια αμυντικά τείχη απέναντι στην ποίηση. Η απαίτηση του κοινού για σαχλή συνθηματολογία, για φτηνή και εύκολη συναισθηματική ταύτιση, για περιτυλίγματα μαλακίας στους λευκούς τοίχους των σόσιαλ μίντια, θα είχαν μετατρέψει τον ποιητή σε influencer.

Όσο κι αν προσπαθούν οι λέξεις να το κρύψουν, η ποίηση, πίσω από τη σκιά τους, δεν μπορεί να κρυφτεί. Είναι το πένθος του ποιητή για την απώλεια αυτού που θέλει να φέρει ακέραιο στον κόσμο, αλλά χάνεται στο δρόμο. Όπως το είχε περιγράψει ο Γιάννης Πατίλης:
«Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.

Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υ π ά ρ χ ε ι.»

Αυτό που υπάρχει είναι αυτό που η ποίηση αντιμάχεται. Αυτό για το οποίο η ποίηση χάνει τον ρόλο της. Αυτό που δεν ενδιαφέρει τον ποιητή, όπως λέει, παρότι θα ήθελε — «μακάρι να με ενδιέφεραν», λέει. Αλλά τι να σε νοιάζει αυτό που υπάρχει, όταν έχεις δει τι «θα μπορούσε να υπάρχει!»; Όταν έχει ανοίξει η πόρτα και εσύ τώρα ψάχνεις τις αρμαθιές με τα Αντικλείδια (Παυλόπουλος).

Ο ποιητής θρηνεί. Και όποιος έχει καταλάβει τι είναι το βάσανο που λέγεται τέχνη, ξέρει καλά τι εννοώ. Γιατί ο Άρης ξέρει πως από τότε που μπήκαμε στην κατάρα των λέξεων, θα μένει ασυμφιλίωτη η σχέση μας με τα πράγματα· αγεφύρωτη η θέση μας στον κόσμο.

–Κοίταξα στα μάτια σου (ποίηση) και είδα μόνο ένα αδιέξοδο.

Ο Άρης συνομιλεί με τους ποιητές που δεν γράφουν πια, προσπαθώντας να τους καταλάβει. Ποιο είναι το νόημα της ποίησης; Γιατί μέσα σε μια ζωή χωρίς περιεχόμενο το να αναρωτιέσαι ακόμα για νόημα εκεί που κάποτε πίστευες πως ήταν το έσχατο καταφύγιο, είναι σαν να αναμετριέσαι καθημερινά με τον βράχο του Σίσυφου. Ο ποιητής προδίδει την ποίηση; Αφήνει τη δουλειά στους άσχετους; (Χριστιανόπουλος) –Αυτό ακριβώς κάνει! (του απαντά ο Λεοντάρης).

Κι όμως, με έναν παράδοξο τρόπο, η προδοσία της ποίησης του Άρη γίνεται η μεγαλύτερη αποθέωσή της. Γιατί τι άλλο είναι ποίηση άξια του ονόματός της, αν όχι η διαρκής αμφιθυμία, αμφισβήτηση και επαναστοχασμός πάνω στο νόημα των λέξεων και των πραγμάτων.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Με την πλάτη στον τοίχο

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Ένα βλέμμα δρόμος η απόσταση
ανάμεσα σ’ εκείνον τον φράχτη
και στην τρενογραμμή
καθώς δρασκελώ τα ρυάκια
να φτάσω στην άλλη άκρη

το λίκνισμά μου είναι ιδιωτικής χρήσης
περιφέρομαι με σημειωματάρια
και μαζεύω ονόματα
οι προγραφές μου σηματοδοτούν
μια μακρά πορεία

στην επερχόμενη χειμερινή ισημερία
ξοδεύω όλη μου την ορμή
νύχτες ακοίμητες
και με την πλάτη στον τοίχο

Ανδρέας Βουτσινάς, Δύο ποιήματα

Είμαι από τις γειτονιές

Είμαι από τις γειτονιές εκείνες
που αποστεωμένες πόρτες
κάθονται στο κατώφλι χαμόσπιτων,
ξεχασμένες από την λάμψη της λεηλασίας

από εκεί που εργάτες σακατεμένοι, χωρίς χέρια
κρατάνε μέσα τους κόσμους ολάκερους

από τις γειτονιές που νυχτολούλουδο
και άνθος πορτοκαλιάς,
ξεφεύγει από το τσιμέντο
εκεί που τα παιδιά, ποδήλατο
και άλλα ξεχασμένα παιχνίδια
δοκιμάζουν
και όταν με την θάλασσα και τον ουρανό
πάνε να ενωθούν,
η γειτονιά τους καταπίνει

*

Μείζονα απολογία σε μικρούς στίχους

Ζητάω συγγνώμη. Πίστεψα που σε κάποια
ποιήματα και στις σχέσεις των ανθρώπων.
Ζητάω συγγνώμη γιατί πίστεψα σε όσα
με το αίμα της ψυχής γράφονται.
Ζητάω συγγνώμη από την μνήμη,
διότι στην λήθη δεν την παρέδωσα
Και από τα αισθήματα που ζωντανά
τα κράτησα, από του χρόνου το σφαγείο

*Από τη συλλογή “Πολίχνη στο ημίφως”, έκδ. Φερτά Υλικά, Κέρκυρα 2024.

Σοφία Πολίτου, Η επαναστατική μνήμη της Παταγονίας

στον Oσβάλντο Μπάγιερ

Τα δέντρα υποφέρουν από μοναξιά
όπως τα παγόβουνα και οι μέλισσες
που δεν μπορούν να επιστρέψουν στις κυψέλες.
Η βαθύτερη προέλευση της συνείδησης
μου λέει να τρέξω μήπως κι εγώ τη γλιτώσω
από τη θλιβερή ύαινα που δεν κοιμάται ποτέ.
Απομακρύνομαι από τον κυκλοφορικό θόρυβο.
Τα φαντάσματα των βουνών μου δείχνουν τον δρόμο
και την ειρήνη των άγριων πραγμάτων.
Ενθουσιάζομαι την ίδια ώρα
που το σκουλήκι της απελπισίας
κλαίει στις αποσκευές μου.
Ούτε να το φιλήσω μπορώ.
Οι ειδικοί αναλύουν τον μεταβατικό τόπο,
μα εγώ βρίσκω τον τρόπο να χτίζω φωλιές μες στον χειμώνα.
Οι αριθμομηχανές των επιστημόνων
ασθμαίνοντας ακολουθούν ό,τι παρεκκλίνει,
ηχογραφούν τον παλμό του βυθού της καρδιάς
και είναι οι ίδιοι που καταγράφουν
τα ερωτικά καλέσματα πουλιών
που πρόκειται να εξαφανιστούν.
Χάνομαι αθόρυβα υιοθετώντας την τεχνική
των χιονονιφάδων. Κανείς δεν με βρίσκει.

Γιώργος Δομιανός, Τρία ποιήματα

ένας φίλος
του είχε πει
πως οι κεραίες
των πολυκατοικιών
είναι τα αγκάθια
της πόλης
μα αυτός
τις έβλεπε πάντα
σαν ρίζες
προς τον ουρανό

*

καμιά φορά
το δωμάτιο
στένευε τόσο πολύ
που αναγκαζόταν
να ξεχάσει
για να επιβιώσει

*

όταν χωρίσανε
αυτή πήρε μαζί της
τα χέρια του
και τώρα αδυνατεί
να της απαντήσει
στο μήνυμα
που του έστειλε

*Από την ενότητα [πάω στοίχημα πως ο Χριστός κάπνιζε], που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τρυφερούλης νεκροτόμος”, Κάπα Εκδοτική, 2022.

Πάνος Κυπαρίσσης, Έξι μικρά ποιήματα

ΝΗΠΕΝΘΗ

Διάφανα νήματα βροχής

Μακρόσυρτες βουβές συλλαβές
φιλούν τη γη και μέσα της πεθαίνουν

*

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Μαύρο σκυλί
βόσκει τ’ ασήμαντο

*

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Τι γυρεύ’ η ύλη και πλάθει κάποτε ζωή;

Αποχτά μυαλό και πανικό
χάνει χρόνο κι αίμα

*

ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

Τ’ άνθη στα ρείθρα επιμένουν

Ωστόσο δεν ξέρουν τίποτα
Για την τυχαία σκόνη που τα θρέφει

*

Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αν τολμήσεις να φανείς
ίσως να μ΄ αφοπλίσεις

*

ΕΓΓΕΝΩΣ

Υπόρρητη γλώσσα, σκοτεινή
το νου μου μάχεται
την άμαθη ψυχή και τη ραγίζει

*Από την ενότητα “Το σώμα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Νίκος Χρηστίδης, Βρυχ

Τα βράδια μπορώ να γράψω τις πιο μελωδικές
κραυγές
σε ένα κομμάτι χαρτί
αυτές που στον ύπνο μου
αγαλλιάζουν την ψυχή
και στον ξύπνιο κουρνιάζουν δίπλα στην
συνείδηση

είναι κι αυτή μια ακόμη γαμημένη μέρα
η σημερινή
πηγάδι κι ανεμοδαρμένο δέντρο
που φουντώνει μέσα απ’ τις έγνοιες
και μ’ οδηγεί στο αποκορύφωμα ενός θρόνου
από τον οποίον τόσο εύκολα με ένα άγγιγμα
θα πέσω
πρέπει να μάχεσαι κάθε μέρα
μου είπαν
μα και γι’ αυτό χρειάζεσαι να κατοχυρώσεις
όλα σου τα σπαθιά
που το καθένα έχει λαβή ασήκωτη
σε πληγώνει κάθε που το σηκώνεις
ενάντια στους δύσκολους καιρούς
ακραιφνής να δείχνεις μπρος τον χρόνο
οι αιώνες να σε ικετεύουν γονατισμένοι
και μέσα από την αστείρευτή σου παρουσία
να τους αγριεύεις
μαγεία
αυθεντική λατρεία να κάνεις τον θάνατο σου

δεν μπορώ να σκαρφαλώνω στο φεγγάρι απόψε
αλλά αυτό αναβοσβήνει
χάνεται
κι ύστερα γίνεται θεά
πλασμένη από φως, λίμνες και χλέπες
γιατί με πυροβολείς όταν σε κοιτώ;
Δε σε μέμφομαι
απλώς πάρε το μαχαίρι μου
και δώσε μου το χέρι σου να λαβώσω
ό,τι έχει μείνει
αν έχει μείνει
ζωντανό. –

*Από τη συλλογή “Ποίηση Συνελεύσεων”, Γιάννινα, Φλεβάρης 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Μέσα από τα βλέφαρα

Αλαργινή θύμηση ανέμελης μορφής
μιας εποχής που ξεθωριάζει
στο βάθος του αχνού πλάνου

Καθώς πλησιάζει η εικόνα
οικεία μοτίβα προβάλλουν
περιγράμματα φιγούρας με κενό περιεχόμενο
χαμένου στο μακρινό χρόνο

Εκπλήρωση απωθημένων κουκκίδων
στο όριο του πραγματικού
ανθοφορεί στον ζοφερό περίγυρο
υπενθυμίζοντας την ηχηρή παρουσία
πριν το πέπλο καλύψει τα πάντα

Peny Delta, Ένα σπίτι καιγόταν

Με έκλεισα στο ποίημα.
Μου φρόντισα τη στίξη.
Με διάβασα ξανά.
Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν.
Ένα ζώο πεινούσε.
Ένας άνθρωπος φώναζε.

Με έκλεισα στο ποίημα.
Τελείες και θαυμαστικά,
εκεί που κοίμιζα την κόρη μου.
Αποσιωπητικά όνειρα • ζούσα.
Παύσεις, κενά, κομμάτια • αγαπούσα.
Με τις λέξεις ερωτοτροπούσα.

Δίπλα ένα σπίτι καιγόταν.