Ρογήρος Δέξτερ, Στην γκιόστρα

(και πάλι)
για καμιά τιποτένια

Σου στέλνω λόγια πως δε θα γυρίσω
Ίσως με βρουν στο δρόμο χίλια σπαθιά
Και στην πλάτη βέλη χιλιάδες
Οιωνοί που θα σπαράξουν τη σάρκα
Αφού σωριαστώ
Θεριά σα βράχια που κόβουν όλα τα περάσματα
Γι’ αυτό σου στέλνω λόγο
Μ’ ένα φτερό πουλιού που κελάηδησε
Χωρίς να μπορέσω ο τυφλός ν’ακούσω το μήνυμά του
Δυο μέρες και δυο νύχτες
Δε θα γυρίσω ποτέ στη χαμένη μάχη•
Καλύτερα
Τα όρνια που με τριγυρίζουν από τα ψηλά χρόνια
Να βγάλουν όσα είδαν τα μάτια μου
Πάνω στα σύννεφα
Αν κάποτε λοιπόν γυρίσω
Ο μαθημένος στα ίδια λάθη εις τους αιώνες•
Μέχρι τότε περίμενε
Και περίμενε
Τα χρώματα που αγαπάς τής Νύμφης στα λιβάδια
Το κόκκινο τού τριαντάφυλλου
Το πράσινο τής φυλλωσιάς
Το χρυσαφί από τα μαλλιά σου
Που πλέκεις και ξεπλέκεις
Σαν από στάχυα θημωνιές όταν φυσούν
Των βουνών ο άνεμος
Και το θαλασσάκι στο ακρογιάλι•

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης στιγμιότυπο από την ταινία “Πρωινή περίπολος” του Ν. Νικολαΐδη.

Ειρήνη Παραδεισανού, Με τα χέρια σε όρθιο καημό

Την πέτρα που κουβαλώ στο βραχνό στήθος
μου δίνουν μαντζούνια να σπάσω.
Με συμβουλεύουν με λόγια γεμάτα αγάπη.
Να τη βαστώ πιο χαμηλά
να τη χωνέψω ευχάριστα
με χάπια.
Σχοινιά να ράψουν το χαμόγελο στις άκριες των χειλιών μου.
Σχοινιά να με κρατήσουν όρθια
σε λάσπη που κινείται.

Σχοινιά να στήσουνε το χέρι μου
σε μακαρία στάση
χαιρετισμού στην τύφλα μου
και στο ραμμένο στόμα.

(2)
Τώρα στέκω στην ακμή του κύματος.
Ακροβατώ στο πονεμένο πόδι.
Και παλεύω να φτύσω το χώμα
που μου στόμωσε τα σπλάχνα.

(3)
Σας κοιτώ
μικρά μου χωνεμένα κάρβουνα
και δεν το θέλω να σας σβήσω.

Να γίνω πέτρα θέλω πυρωμένη
ν’ αντέχω τα χτυπήματα του πλάστη

και να σας δώσω τη φωτιά
ν’ αναστηθείτε.

(4)
Αυτός που είπε Προμηθέα το μυρμήγκι
κι ακούμπησε τραχιά την όψη του στο χώμα
στέκει αντίκρυ και με δείχνει
με τα χέρια διπλωμένα στο στέρνο
και τη φωνή
χαλίκι μπερδεμένο στα σχοινιά.

Λέει πως είναι φύλακας
της άγριας πεθυμιάς για μέρες άσπρες
που θα λικνίζουν το κορμί
στο ντέφι του καιρού
θα σιγοκαίνε σαν λαμπάδες από αλάτι
και σιγανά θα λιώνουν
στο στήθος του ασημιού.

Κι αν σου’ παν πως απόθανε
σε μιας στροφής το γέρμα

μην τους πιστέψεις.

Είναι στητός στο χώμα
με τα χέρια σε όρθιο καημό
και τα πόδια του δέντρα.

*Πρώτη δημοσίευση: http://artinews.gr/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B5-%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B9%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B7%CE%BC%CF%8C.html

**Εμείς το πήραμε από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/05/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Σ.Β. Σκοπελίτης, Δύο ποιήματα

Ο ΚΟΥΡΕΛΗΣ

Στην προκυμαία τα παιδιά Πήγασοι πετούσαν
και οι πατέρες στη θάλασσα Ποσειδώνες
Τα κορίτσια Γοργόνες στους βράχους και η μάνα:
— Καιρός να θυσιάσω
καιρός να βάλω τα μαύρα

Μπροστά οι σαρισσοφόροι και πίσω το ιππικό
ανάμεσα οι εργατοπατέρες
Με το αεροπλάνο της γραμμής φτάσανε οι τραγοπόδαροι
με τους αγίους και η μάνα:
— Ακούς εκεί να μας κλείσουν στα σπίτια θυσιαστήριες
μέρες μόνο και μόνο για να καταθέσουν στέφανο
στο άγαλμα της ελευθερίας και πότε θα δείξω το αίμα
του παιδιού – μου στον κόσμο;
και έσφαξε στην κλειστή αυλή το μικρότερο παιδί – της

Νάτος και ο κοντός Κουρελής να μου πει πως όλα αυτά
δεν έγιναν και είναι ψέμματα εκτός απο εκείνον
— Όχι δεν είναι ψέμματα και θα σε βγάλω απο τη μέση
— Δεν θα με βγάλης και αν το κάνεις πάλι θα με βάλεις
ό,τι και να κάνεις σε έχω στον ντορβά – μου

Η μάνα εξαντλημένη απο το σφάξιμο
ακουμπούσε το κεφάλι στο σώμα του γιού – της
Μια γειτόνισσα της έφερνε χόρτα του βουνού να καθαρίσει

— Κρυώνω έκανε ο Κουρελής πατέρας
καί τον σκέπασα παρατηρώντας τα χείλια – του ν’ αργοσαλεύουν.

***

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

Σταθήκαμε έξω από το σπίτι
Αναμνήσεις και τα βάθη και τα ύψη
Πήγαινε να βραδιάσεί’ το σύννεφο μαβί μετά γκρίζο
Η στιγμή φανερώθηκε’ δειλός ήλιος
Το σπίτι φωτίστηκε απαλά ρόζ στην αρχή
Τα ίχνη έσβηναν μόλις πριν απο την πόρτα
Το βάζο και το φώς και το παράθυρο και το ρούχο
Θα μείνω ώς να ρημάξει
Στάθηκα μακρυά πήγαινε να βραδιάσει
Να μήν έρχονται όχι να μήν έρχονται οι στιγμές
που επιθυμούμε
Γερνάμε γερνάμε μές στις πολυπόθητες στιγμές – μας.

* Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, τεύχος 1, Θεσσαλονίκη 1976. (σελ. 33).

Ειρηναίος Μαράκης, I can’t breathe

I can’t breathe

Δεν μπορώ να αναπνεύσω,
δεν μπορώ να ζήσω!
Στο Χάρλεμ,
στο Σάρλοτσβιλ,
στη Μινεάπολη,
στη Συρία,
στην Παλαιστίνη.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω!
Το στήθος μου είναι βαρύ,
και σακατεμένος ο λαιμός μου
από τη σιδερένια φτέρνα σας.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω,
δεν μπορώ να ερωτευτώ!
Στη Μόρια,
στις Σκουριές,
στον Αμαζόνιο,
στην Καταλωνία,
στο Κουρδιστάν.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω!
Το στήθος μου είναι χτυπημένο,
κι έχω χάσει το ένα μάτι
από τις πλαστικές σφαίρες σας.

Δεν μπορώ να αναπνεύσω!
Και όμως, αγωνίζομαι.
Με το μαύρο χρώμα μου,
μ’ ένα κίτρινο γιλέκο
και μια κόκκινη σημαία,
το φόβο και την ταραχή
σκορπίζω στα επιτελεία σας.

2/6/2020

Prattler, Underwater

You can barely see·
Your eyes get blurry
And pain begins to state its presence,
Signalling it is time to shut them tight
Resurface and let them «breathe».

~

Underwater,
You can barely hear·
And as you dive deeper and deeper
The more it hurts, the more it craves
To weaken the pressure,
To resurface and let them «breathe».

~

Underwater,
You can not breathe·
You can only hold your precious air
Enslaved within your lungs, just as you are, in the watery grave
Letting it out,out of need, until there is nothing,
while the nature herself invervenes,
pushing you-forcing you- up
To resurface and let you live.

*Republished from here: https://losinnuendos.com/2020/06/03/underwater/

Λευτέρης Πούλιος, Δυό ποιήματα

ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Συχνά όταν τό σκοτάδι μού έπιτίθεται
κι ό δύστροπος άνεμος τακτοποιεί τή σκέψη μου
παγιδευμένος σέ κύκλο λέξεων περπατώ
σέ σκυθρωπιασμένο παρόν κάτω άπό
άδιάφορους ουρανούς

Τ’ άστρα ρίχνουν σκιά στή σκιά
ή άγρια πολιτεία νά μέ παρατηρεί
καί μ’ άφορά σχεδόν τόσο λίγο.
Ή καρδιά μου μιλά τινάζοντας τόν στίχο
τόν άκριβή ματώνοντας τά λόγια της

Κατάδικος καί γώ σέ τούτη τή φυλακή
βλέπω ολοφάνερα τό πρόσωπο τού καιρού
άν καί κανένα φώς δέν τό φωτίζει.
Μορφές γυναικών καί σχήματα άντρών
μέσα ατό σκοτεινό δάσος τού πολιτισμού
παιδιά μέ άστέρινα μάτια

Τό σπασμωδικό λυσσασμένο νόημα πάνω
στούς δείχτες ένός ρολογιού κι ένα ριγηλό
φόρεμα έγκαταλειμένης νύφης στόν άέρα

Συχνά όταν τό σκοτάδι μού έπιτίθεται
νοιώθω καλλίτερα τόν συνάνθρωπο
πού είναι κι αύτός σάν κι έμένα
καρφωμένος στήν καθημερινότητα όπως
ό Χριστός στό σταυρό του. Ένας σταυρός.
Πού δέν είναι μπηγμένος πουθενά μά κυματίζει
στό βρώμικο άέρα

Καθώς
οι άνεμοι τής καρδιάς
ξεσπάνε ατούς τυφώνες τους
καί τό σκορπισμένο αίμα μιάς νιότης
γλιστράει έξαγνίζοντας
τό ρούχο τής νύχτας.

***

ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Οι τελευταίοι ψίθυροι τής αθωότητας
κι οί τελευταίες κραυγές τής δειλίας
Δέν πρόκειται νά φέρω στόν κόσμο τή χλεύη μου
καί τήν αχαριστία μου, ας τού δίνουμε.
Τί ανώριμοι καιροί τής καρδιάς.

Δάση άπό γλόμπς λουλούδια μ’ άλυσίδες
αλλά τ’ είναι αύτό πού κάνει ένα λαό κουβάρι;
Τό κροτάλισμα τού πολυβόλου
κι οί μελωδίες άπ’ τις έρπύστριες
των τάνκς;

Τό χειρότερο άπ’ όλα είναι τό βρωμερό φιλί
τού καπιταλισμού στό μάγουλο
τών άγανακτισμένων μαζών.

“Εχω ένα λουλούδι
όμως δέν έχω μάτια μονάχα πληγές
πού τά βλέπουν όλα. Τί συμβαίνει λοιπόν;
Δέν ρωτώ γιά ένα χαρακτηρισμό
μυρίζομαι μιά άπέραντη τρελή συνωμοσία
Μέσα στό στρόβιλο τού άέρα όσοι πλανήθηκαν
χρόνια καί χρόνια δέν θά τσακίσουν
σάν τά άνθη. Ξυλοδαρμένοι στ’ άστυνομικά
τμήματα μέ νύχια βγαλμένα δέν θά λυγίσουν
τό πιστεύω τους θά γίνει άστρο στό χέρι τους
καί τά γκλόμπς θά πέσουν άλλη μιά φορά
στό κεφάλι τους.

* Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, τεύχος 1, Θεσσαλονίκη 1976. (σελ. 14-15).

Νικόλας Λεβέντης, Δύο ποιήματα

ΣΥΡΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Περνούσες ανάμεσά μας,
ικέτευες για λίγα λεπτά του ευρώ.
Δήλωσες πως είχες οικογένεια,
έμενες στο δρόμο, ανησυχούσες
για το μέλλον των θυγατέρων σου.

Οι επιβάτες του συρμού είχαν συνηθίσει
το θέαμα. Ψιθύριζαν
ότι εσύ φταις για την κατάντια σου.
Με αδιάφορα βλέμματα σε πλήρωναν.

Τα λίγα χρήματα που συγκέντρωσες
τα κρατούσες σφιχτά στο χέρι,
να αγοράσεις λίγο ψωμί, λίγο νερό,
λίγο δρόμο ακόμη.

Όλοι τους ανησυχούσαν
μην τυχόν οδηγηθούν στη ζωή αυτή,
μην τυχόν κάποιο χαρτόκουτο-στέγη
στερήσει τη σημαντικότητά τους.

***

ΙΚΕΣΙΑ

Υπάρχουν μέρες που δεν θέλω συμβουλές
αλλά απλά να ακουστώ

να νιώσω ένα βλέμμα πάνω μου συμπονετικό
να αισθανθώ ένα άγγιγμα παρηγορητικό
να δω κάποιον να ξεφυσά μαζί μου

κι ύστερα σαν να έχει σωπάσει ο κόσμος
να κλείσουμε τα μάτια να ακούσουμε
την καρδιά να κλαίει

να αφουγκραστούμε τον νου να νεκρώνει
χωρίς να αναζητά ψέματα
να θρέψουν τον εγωισμό της επιτυχίας.

Οι μέρες αυτές κρατούν λίγο,
μα, εντός μου πάντα μένουν
για να μην ξεχάσω την αίσθησή τους.

Φοβάμαι το σκοτάδι που περικλείουν
και τον συλλογισμό που επισύρουν·
πως ίσως η μοναξιά να είναι γραφτή.

Θέλω για μια στιγμή μονάχα
να νοηθώ ένα τίποτα
και κανείς να μην με κρίνει.

που επέλεξα να ταπεινωθώ,
που φορώ προσωπείο την υπομονή,

που έχω για πατρικό μου τον πόνο.

Θέλω για μια στιγμή μονάχα
Να ακούσει κάποιος τους λυγμούς της σιωπής μου.

*Από τη συλλογή “Κυνισμός”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2019.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Χωρίς ανάσα

Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μια μπότα μου πατάει το λαιμό.
Η μύτη μου αιμορραγεί.
Ο τύπος με το χέρι στην τσέπη
μου προκαλεί ασφυξία.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Μια μπότα ποδοπατάει τα δικαιώματά μου.
Είμαι ένας από τους πολλούς,
που ποδοπατήθηκαν
γιατί διαφέρουν στο χρώμα.
Το όνομά μου δεν έχει σημασία.
Ίσως με ‘λεγαν Γκάρνερ,*
ίσως με ‘λεγαν Φλόιντ.
Είμαι ένας από τους χιλιάδες,
που κάποτε θα τρυπήσουν την μπότα,
που τώρα τους πατάει
Και σαν την γάγγραινα
θα απλωθούν και θα νικήσουν
όλο το σάπιο σώμα,
που τους δολοφονεί.
Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Ο αέρας τελείωσε, πεθαίνω.
Ποιο είναι, αλήθεια, τ’ όνομά μου;
Κάποτε με έλεγαν Γκάρνερ,
τώρα με λένε Φλόιντ.

*Ο Έρικ Γκάρνερ, ο μαύρος που έχασε τη ζωή του από ασφυξία το 2014 στη Νέα Υόρκη, επίσης κατά τη διάρκεια σύλληψης από λευκούς αστυνομικούς, είχε πει ακριβώς την φράση: I can’ t breathe (Δεν μπορώ να αναπνεύσω) πριν ξεψυχήσει.

Νίκος Σφαμένος, VI

το γράψιμο ερχόταν πάντα από
μόνο του
περπατώντας σ’ ένα βρώμικο στενό
κοιτώντας τ’ αστέρια μια βουβή νύχτα
στα κορίτσια που μας χαμογελούσαν
αυτό που έμενε ήταν να γεμίσει λέξεις ένα χαρτί
δεν είχαμε τίποτα κι αυτά που ζητούσαν οι άλλοι
μας φαινόταν περιττά
μόνο ένα ποίημα περίμενε
ένα άγιο ιερό ποίημα γραμμένο πάνω
στους λερούς τοίχους
γεννιόταν

η σύγχρονη ποίηση μας φαινόταν ανούσια, βαρετή
χωρίς σπίθα
κι εμείς περιμέναμε
περιμέναμε κάτι μαγικό
που θα ερχόταν ξαφνικά ένα κρύο βράδυ
το ποτό μας συνόδευε πάντα
είμασταν ευτυχισμένοι καθώς παραπατούσαμε
άλλο ένα ποίημα
άλλη μια υπέροχη νεκρή νύχτα:
τι υπέροχο να τραγουδάς μόνος
στους έρημους νυχτερινούς δρόμους

*Φωτογραφία: Αση Φρουφρου.

Langston Hughes, O Nέγρος

Είμαι νέγρος:
Μαύρος όπως κι η νύχτα,
Μαύρος σαν τα βάθη της Αφρικής μου.
Ήμουν σκλάβος:
Ο Καίσαρας μου είπε να κρατάω καθαρά τα σκαλιά του σπιτιού του
Γυάλισα τις μπότες του Ουάσιγκτον.
Ήμουν εργάτης:
Οι πυραμίδες χτίστηκαν απ’ τα χέρια μου.
Έκανα ασβέστη για το κτίριο Γούλγουερθ.
Ήμουν τραγουδιστής:
Από την Αφρική έως τη Γεωργία
Κουβάλησα τα θλιβερά τραγούδια μου.
Έπαιξα Ράγκταϊμ
Ήμουν θύμα:
Οι Βέλγοι έκοψαν τα χέρια μου στο Κονγκό.
Με λιντσάρισαν ακόμα στο Μισισιπή.
Είμαι νέγρος:
Μαύρος όπως κι η νύχτα,
Μαύρος σαν τα βάθη της Αφρικής μου.