Χρίστος Κασσιανής, Εκκένωση

Δεν είχανε αναστολές ούτε ανάπαυλα στο καλοκαίρι
Μεταξύ εξολοθρευτών απανωτές διαταγές
Εκκένωσης

Στις Προσταγές δεν βρέθηκαν ένοχοι
μόνο καπνοί στο βάθος, στρόβιλοι αναμμένοι,
μόνο εντολές ρητές
στη σταθερά ασυρμάτων υψηλής τεχνολογίας
στη σταθερή τροχιά του ξεριζώματος
με τις θαλάσσιες σχεδίες
στην ψάθα της προχειρότητας

Σπαράζανε τα σύννεφα μακριά μες στη λευκή τους πλάνη
μόνο γεννήτριες βροχής και μηχανές ανέμου
σημάδια μιας κατάβασης σε χρυσαφένιους παραδείσους
που σ’ απαλλάσσουν οριστικά απ’τους οικείους φόβους
μ’απόκοσμη ταχύτητα βαρυτικής δίνης

Αγνοούνται ως τώρα χωρίς μέλλον
τα εκτός θέματα
χωρίς ρίζες πια
πλάσματα ξεπερασμένα

Απ’ το βυθό της Εκκένωσης
αναδύονται τα εκτοπλάσματα αδηφάγων ολοκληρωμάτων
θριαμβικών ιαχών
ευγενών και υπηκόοων του νέου κόσμου
της εξελιγμένης νοημοσύνης
θεραπευμένης λογικής σφριγηλών σωμάτων

Σε μια Εκκένωση του συντριμμένου κόσμου
και των λυγμών του
σ’αυτό το οραματικό θαύμα
οι εκκενωμένοι κόσμοι δεν χωρούν
η Εκκένωση προσφέρει λύση τελική
ενώ, σε μια πλατφόρμα υψηλής νοημοσύνης
συγκεντρώνεται η αγνοούμενη ζωή

Το σηκωμένο δάχτυλο πιέζει Διαγραφή
στον παραπαίοντα κόσμο

10/11 Αυγούστου 2021

Αντώνης Βάθης, Από τις “45 Ιστορίες απ΄την άκρη του μυαλού μου”

2
Μέρα Απορίας

Ήταν εκτός του μυαλού του Πλάτωνα, μια μέρα που χάζευε, αυτός λοξοδρόμησε, τον άφησε χωρίς μια μνα στην τσέπη, λύσσαξε ο καθίκης και έσπασε 600 πλάκες του Δημόκριτου σε μια μέρα. Έκανε και γυμναστήριο εκείνας τας εποχάς, πάει και συμπόσιο, πίνει οκάδες τον κράσο και βουτά μια μιγάδα από τα μαλλιά όξω, όλα στα λευκά απόψε. Έτσι η νύχτα τον βρήκε Πνύκα-Φιλοπάππου να τραγουδά για τα μάτια τα μελιά, που ταν σαν πουτάνα, ξάβεργας παγίδα, να του πάρουν τα πλατωνικά μυαλά, ωχ αμάν, νύχτα ήταν, νύχτα έμεινε, κανείς δεν το ’μαθε.


3
Ο λαχταρώσσας

Όλα ήταν σαν ρόδα απλωμένα σε κορμί μικρής νύμφης. Ήταν έτοιμος να τα μαζέψει στόμα με στόμα, σάρκα με σάρκα, πετσί με πετσί, αλλά η ζωή τον τράβαγε σε μακρινά καθήκοντα βρωμολεγεωνάριας ζωής. Ξανά άθλια συσσίτια, ξανά μπουρδέλα στη Συρία με ιέρειες, όλο ανάγκες, ανάγκες, ανάγκες, μπούχτισε, μοτέλ-καπηλειό και να σφάζει επαναστάτες χριστούς, παναγίες, μωρά του Ηρώδη, παρθένες σε βουνά που προσπαθούσαν να του σπάσουν το κρανίο με ξόρκια του μυαλού, ήρεμα λιποτάχτησε, καταδικάστηκε σε θάνατο, περίμενε την ώρα, αλλά γνώρισε μια Κλεοπάτρα, του ’δωσε χάρη. Πήρε άδεια να πουλά προϊόντα κροκοδείλου. Τσάντες, δάκρυα, πανωφόρια, πορτοφόλια, κάποτε θα γυρίσει στη σάρκα από τη σάρκα του, να τελειώσει ό,τι άρχησε, να ενωθούν φλέβα με φλέβα, αναπνοή με αναπνοή, σάλιο με σάλιο.


4
Γαλάζιο Φιλί

Νύχτες ο Κερμπ έξυνε ένα παλιό κασόνι που βρώμαγε σαν να ’χαν ξεράσει χίλιες φάλαινες μαζό ό,τι φάγαν σ’ ένα μήνα. Ο ίδιος άντεχε κάθε είδους βρώμα και γι’ αυτό χρόνια δούλευε στον υπόνομο της Νέας Υόρκης ως κυνηγός αλιγατόρων. Η φήμη του ήταν μεγάλη και πάντα τον καλούσαν πρώτο από όλη την πόλη.
Η κασέλα ήταν από ένα περίεργο ξύλο νοτισμένο από τις θάλασσες που ταξίδεψε, το φυσικό του χρώμα χαμένο κάτω από στρείδια, μύδια και περιττώματα αχινών. Το χρώμα, ένα περίεργο γαλάζιο που έμοιαζε με αιγυπτιακό, αλλα και δεν ήταν. Πήρε δυο τηλέφωνα εδώ, δυο εκεί, ένα παραπέρα, τι διάολο, γαλάζιο βαμμένο είναι το κασόνι. Βάζει σ’ ένα περιοδικό για αντίκες μια αγγελία ζητώντας πληροφορίες και γνώση, τίποτα. Δέκα χρόνια μετά, νύχτα, του χτυπά την πόρτα ένας ολλανδός και του λέει «έχεις το Γαλάζιο Φιλί, την κασέλα που έβαλε το πρώτο βιολί την πρώτη νύχτα ο Στραντιβάριους, γι’ αυτό βρωμάει θάλασσα, ήταν από τα πάνω ξύλα που αγόρασε ο Στράντι για τα βιολιά, αλλά τα πάνω ήταν σάπια, πιο σάπια από τα νερά στο λιμάνι της Βαλτιμόρης, οπότε έφτιαξε ένα γαλάζιο με πολύ στάχτη μέσα και αντισηψιά και το ανακάτεψε με πολύ οινόπνευμα και φορμόλη έτσι βγήκε αυτό το χρώμα, το Γαλάζιο Φιλί».

*“45 Ιστορίες απ΄την άκρη του μυαλού μου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Μαρία Θεοφιλάκου, Δύο ποιήματα

ΒΙΚΤΩΡΙΑ

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά κυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι


ΠΑΡΑΚΜΗ [Ή Η ΕΥΛΟΓΗ ΑΠΟΡΙΑ]

Ξάφνου ο χρόνος σώθηκε,
αφήνοντάς μας όλους σαστισμένους
Εν όψει και της σύγκρισής μας μ’ άλλους,
έμελλε καθώς φαίνεται σε εμάς
άδικα το κακό να πέσει
Τώρα τι να λογίζουν τα κιτάπια μας;
Και στα παιδιά πώς να εξηγηθούμε,
γι’ αυτό το εκνευριστικό τικ-τακ
που τίποτα δε μένει να μετράει;
.
*Από τη συλλογή “Αν[ών]υμα”, εκδόσεις Δωδώνη, 2010.

Έφη Καλογεροπούλου, Σφάλμα τυχαίας διαδρομής

Marwan Kasab Bachi, Untitled, 1974

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα
οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο

Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο

Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου

ERROR OF ACCIDENTAL ROUTE

We are the lost possibility
the words we never were
the children falling from our dreams
at dawn
roads blind alleys and their endless
gestures
the vacant seats next to the train’s
window

We are the least
the minimum of time

The world’s aloneness
we are
the dust of slain time

*Από τη συλλογή “Χάρτης ναυαγίων / Chart of Shipwrecks”, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2017. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

“What do you think of that, sweet Rebecca?” he asked and couldn’t help adding, “Come give me something, now that I want it.” He leaned closer to her, gazing deep in her eyes.

Rebecca smiled back. “I’ll give you something you won’t forget … but not here,” she laughed, her promiscuous lips playing with his eyes, her easy laughter exciting him. Reaching under the table he placed a hand between her legs and squeezed before saying, “I could do the same to you right now, my love.”

Rebecca trembled slightly as she reverted to business for a moment. “I’ll start the registration process tomorrow and think of a couple more names for you too. When I have an approval on the name, we’ll do the rest of the papers.”

They had almost finished their meals by now, and the wine was almost done as well. Rebecca was ready for other…

View original post 406 more words

Ανδρέας Καρακόκκινος, Μέρες Αυγούστου

I
Σμίξαμε το μεσονύχτι
κάτω απ’ το φέγγος των Πλειάδων
στην άπλα τ’ ουρανού
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
κι ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ τα φεγγάρια του
δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.

II
Το θαμπό πρωινό
του Αυγούστου
αγκαλιάζει νωχελικά
κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο
την αγουροξυπνημένη
μοναξιά.
Σε χάρτινα καραβάκια
πολύχρωμες σκέψεις
αφήνονται σε ακύμαντη
θάλασσα.
Αράζουν στα πόδια
της θεάς του έρωτα
και χαράσσουν
στο μαξιλάρι της προσμονής
το φιλί.

III
Κόψανε στη μέση
τον Αύγουστο
κι ο έρωτας κύλισε
καυτή κόκκινη άσφαλτος
σε χαραγμένους δρόμους.
Μισός ν’ ανθοβολεί
από το γέλιο σου
κι ο άλλος να φουντώνει
μες στη φωτιά
από το άγγιγμα σου.

IV
Οι μέρες
κυλάνε γεμάτες
ζεστό Αύγουστο
και θαλασσινό μελτέμι.
Οι στιγμές
σβήνουν ξαναναμμένα
κύματα έρωτα
σε άμμο υγρή και λείες πέτρες.
Η πρωινή αύρα
πάθος αδρόσιστο
φουντώνει Όστρια
σε ερωτευμένες αγκαλιές
Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.

*Από τη συλλογή “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2017.

2 ποιήματα | Χρήστος Γραβάνης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

gravanis

Κι εγώ δεν θέλω το αύριο
ας μην έρθει ποτέ το αύριο

πάντα στο αύριο θα ήμαστε
Διαφορετικοί.

Και πάντα διαφορετικά
Θα γνωριζόμαστε,
Θα ερωτευόμαστε
ο καθένας για τον εαυτό του

κάνουμε έρωτα,
Και παύουμε να είμαστε.

Αυτό που όμως
πραγματικά θα είμαστε
θα είναι κάτι καινούριο
Κάτι που θα το ανακαλύψουμε
Μαζί.

***

Η φύση είναι απάντηση στο ψέμα,
όχι η αλήθεια,

ό,τι καταστρέφει η φύση
και δεν ξανά γεννιέται
είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Γι’ αυτό και μόνο,
αν συναντήσεις κάτι
από όλο αυτό που ζήσαμε κάποτε

να είσαι σίγουρη,
Ότι υπήρξαμε πραγματικά.


[από την ποιητική συλλογή Παρίσαινα, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2021]

View original post

Διώνη Δημητριάδου, ελάχιστο ποιητικό

σμιλεύοντας τις λέξεις φτιάχνεις γλυπτά ποιήματα
να αστράφτουν στις προθήκες μουσείων ασωμάτων

αν τις αφήσεις όμως ακατέργαστες αυτόνομα να ξεπηδούν
γεννάς κραυγές που αρέσκονται να περπατούν
σε γήινες ανθρώπων όψεις

μα όλο αυτό θα πούνε κάποιοι
μοιάζει απλό και τότε ποίηση δεν είναι

μάλλον ξεχνούν πως η γραφή
με χρώμα και αποχρώσεις και θαυμαστά σκαλίσματα
συχνά παινεύτηκε με ανούσια λόγια και μεγάλα

ενώ η ωχρή στο βλέμμα η στεγνή και κάποτε σκληρή
για την αλήθεια της πολύ πάρα πολύ αγαπήθηκε

*Από τη συλλογή “Ο Ευτυχισμένος Σίσυφος”, Εκδόσεις ΑΩ.

Βίκυ Λιούκα, Περιοχή: άκυρη

Οι λούφες σφουγγίζουν τα σάλια που τρέχουν στα γόνατα των πιστών (θα τους έλεγες αδαείς, απροσάρμοστους, ζούνε στην εποχή του ταύρου τότε που οι μάγοι έγδερναν τις συνειδήσεις και άφηναν τα τομάρια να στεγνώσουν πάνω σε πασσάλους από γλάσο ζυμωμένο με φόβο, μαεστρία και ψεύτικη προβολή)

Ό(ρ)αση τα δυο επίκτητα συνεχόμενα βέλη βουτηγμένα στο αίμα αλυσίδων περασμένων στους αστραγάλους της συρρικνωμένης πόλης

Ψάχνουμε ψίχουλα πάνω στα τετράδια των εξομολογήσεών μας

Πίσω από τον πάγκο στέκουν ασάλευτα δυο μάτια προϊστορικά έτοιμα να αρπάξουν τη στιγμή που η γη σείεται στο πέρασμα του βασιλιά θανάτου

Η απρόσμενη καταιγίδα βούλιαξε το δικαίωμα του φρύνου στο άλγος των πελμάτων του

Ήρθαμε ως επισκέπτες: θα φύγουμε ως αρρωστημένη ύλη, εφάμιλλη των αγώνων προσδοκίας (αδιαμαρτύρητα: όπως ζήσαμε)

Ήρθαμε ως χειραγωγοί του ψύχους, ως οικοδεσπότες της πανωλεθρίας και του μίσους

Φύλαξε μια ιστορία για το τέλος για να σωθείς από το πλήγμα της έννομης ζωής

Ήρθαμε ως κόκκινες τραμπάλες

Ζυγίζουμε τις ορέξεις, τις προθέσεις και τα θύματα των επιλογών μας

Οι αλεπούδες βάφτηκαν πορτοκαλί ως ένδειξη θαυμασμού στη δύση του ήλιου / Οι αλεπούδες γνωρίζουν τη σημασία της ζωής: φορώντας τα μαύρα γάντια τους διστακτικές και υπέροχες γλείφουν την αστραπή του χρόνου

Οι τεχνίτες της συμπόνοιας σημάδεψαν τη γη με πέτρες και αίμα

Αφύλαχτα τα σύνορα και οι παραμεθόριοι της ανυπότακτης μοίρας

Ασήμαντη η ελαφρότητα της ματωμένης ρίζας

Κινητική έξαρση σε μηδενική έκδοση

Λοξά ψηφία, ανισόπεδα γράμματα

Συστολή, διαστολή, έξοδος

Η εξουσία σαπίζει την ψυχή μας (όπως η τερηδόνα το εσωτερικό των δοντιών μας)

Τρίφτηκαν τα μάτια μας στο παρκέ της γνώσης

Το κοσμικό φως ξόδεψε την ενέργειά του στο δώμα της ατομικότητας

Περιοχή: άκυρη

Όπλα μας η τρέλα, η ελευθερία, η ποίηση

Δυνάμωσε τον (σ)τοίχο / στρίψε (στην) ευθεία

Φυλακίσαμε τη φωτιά σε γυάλινο μπουκάλι

Ο μουγγός επικοινωνεί δουλεύοντας τα μάτια (ο κωφός τα χείλη, ο τυφλός τα χέρια)

Αμείλικτοι οι δεσμοί αίματος οδηγούν το θύμα στην αυτοχειρία

Το τρυπημένο (καινούριο) σου σώμα στάζει άπειρο και ήλιο

Με συρμάτινα νύχια σκάβουμε τους ωκεανούς των μαξιλαριών

Η άγνοια ελλοχεύει στον πυρήνα της γης

Πωλείται υποκρισία σε σακουλάκια δυστοπίας

Πολιτισμικό χάος vs δυστοπική πραγματικότητα

Στέκουμε σιωπηλοί απέναντι στο τείχος της ερμαφρόδιτης φιλοσοφίας του «όλου», με απάθεια αλωνίζουμε στον τρόμο μην έχοντας ιδέα για την περιφορά του σαρκίου μας στο ανένταχτο «είναι» του απολωλού ακροβάτη με το τεράστιο στόμα και την αγκάθινη γροθιά, ας όψεται η ανάγκη

Ζ. Δ. Αϊναλής, από τη “Η μονωδία της έρημος”

Ηθελα να ’μαι υπόδειγμα πατρός αλλά δεν μπόρεσα
ν’ αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου. Μέσα
στα δύο ετούτα χρόνια πόσες φορές να διέψευσα
τον εαυτό μου, με βία τσακίζοντας τις μεγάλες
του μυαλού μου αρτηρίες, καθεμιά από τούτες
τις εφτακόσιες τριάντα μέρες, μετρημένες ως τη
μία ώρα ώρα, πόσες αθετημένες υποσχέσεις στον
εαυτό μου, άγγελέ μου. Πόσο με άλλαξες βαθιά,
χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι
σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ’ όσα είχα
για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Πόσα
τραύματα που ποτέ δεν θα μάθω άθελά μου έχω
στη βρεφική ψυχούλα σου σταλάξει; Και πώς να
εξιλεωθώ; Πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι
αποφάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα.
Ανοίγω στα χέρια μου την καρδιά μου και ψάχνω
το σκουλήκι που ψευτίζει τα μέσα μου. Άχρηστα
λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

*“Η μονωδία της έρημος”, Εκδόσεις “Κέδρος”, 2019.