Σωθικά | Θοδωρής Βοριάς

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

ioa

Σαν θα κατηφορίσουμε, να ’ναι τέλη Νοέμβρη,
θά ’ρθει η μυρωδιά απ’ τα καζάνια και τα ψησίματα,
θα σου μιλήσει κι η χειμωνιάτικη καταχνιά,
και θα δεις πως μοναχός
θα ζητήσεις να γευτείς
τ’ αποστάγματα της πατρίδας.

Να πλύνεις τα σωθικά σου
με το καυτό νερό της βάφτισής σου.

View original post

Δημήτρης Ζουγκός, Δύο ποιήματα

Ε, κύριε
έξω από την πόρτα σου υπάρχουν κατεψυγμένα πτώματα
τι πάει να πει είσαι πλούσιος;
Δυο βήματα απ’ την αυλή σου υπάρχει κάτι χαλασμένο
Αυτά είπα και συνέχισα
Τα κοράκια νοικοκύρευαν τους δρόμους
κι εγώ σκεφτόμουν πως θα είμαι ο επόμενος
στο όνειρο μιας γυναίκας

Θυμάμαι τον άνθρωπο
που ξέμεινε με δυο κότες
πλέον η γνώμη του μειοψηφούσε
Όσο έκλαιγε στα αποκαΐδια του σπιτιού του
οι κότες βρήκαν μια φωλιά
και του έδωσαν μερικά αυγά να γελάσει την πείνα του
Μόλις πήρε λίγο τα πάνω του
άρχισε να τους μιλάει για έναν καλύτερο κόσμο
οι κότες δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται
πήραν τα κο κο και τα φτερά τους και ξεχύθηκαν στον ήλιο

Λεωνίδας Καζάσης, Μετά τον πολιτισμό

  • Τον τελευταίο καιρό, διακρίνω μιά απροθυμία από μέρους σου προς εμένα.
  • Ναι! Με έχει αποσπάσει αισθητικά κάτι άλλο, Ηλία.
  • Αν και θίγεται ο εγωισμός μου, σε κατανοώ˙ θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα, Ελένη. Αυτός είναι ο έρωτας, και υποκλίνομαι μπροστά του! Χωρίς να διασαλεύει καμιά ηθική τάξη (όπως οι βάναυσοι του πολιτισμού επίστευαν, χρησιμοποιώντας βία), η εναλλαγή που ο έρωτας ορίζει, τσούζει λίγο αυτόν που παραγκωνίζεται, έως ότου έρθει το καινούριο ερέθισμα να ιάνει το παλιό, όμως, είναι σύμπαντος ψαλμωδία, οικουμενικότητος κάλεσμα!
  • Ελπίζω να διατηρήσουμε φιλικές σχέσεις, Ηλία.
  • Δεν μαλώνουμε βέβαια, αλλά δεν θά’ σαι και η καλύτερη ανάμνηση για μένα˙μια καλημέρα θα την έχουμε, εκτός αν συνεχίσω να τρυγώ τους μαστούς σου.
  • Δεν λέω, είσαι δεξιοτέχνης τρυγητής, όμως, όπως γνωρίζεις, η ποικιλότης των ερεθισμάτων είναι γητεύτρα οδηγός των πάντων! Ίσως, διά της απουσίας σου μου λείψεις.
  • Δεν θα ‘μαι για πολύ διαθέσιμος.
  • Καλώς να γευτείς, να γευτώ, να γευτούμε τα καινούρια˙ και που ξέρεις, μπορεί να συνευρεθούμε πάλι.
  • Γειά σου Ηλία˙ θα τα πούμε στην συνέλευση για το λάδι της κοινότητας, όπου θα αποφασίσουμε πόσες ελιές θα μαζέψουμε φέτος και πόσες ώρες θα χρειαστούν.
    Όλα τα μέλη της κοινότητας θέλουμε να μας πάρει λιγότερο χρόνο από πέρυσι, γιατί έχουμε καινούριους έρωτες να χαρούμε˙ βλέπεις, η αυτάρκεια του ερωτικού γίγνεσθαι δεν μας επιτρέπει να έχουμε χρόνο και διάθεση για να κακουργήσουμε φιλοδοξώντας, κυνηγώντας των υλικών αγαθών το υπέρπολυ.
    Θεωρούμε δεδομένη την αναγκαιότητα των υλικών αγαθών την οποίαν άλλωστε βιώνουμε, χωρίς να την εξιδανικεύουμε( όπως οι πολιτισμένοι), γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο ευχάριστο, τίποτε πιο ενδιαφέρον από το να ανακαλύπτεις την ερωτική έκφραση των ανθρώπων εκείνων, των οποίων τα μορφικά στοιχεία σε καλούν να ανιχνεύσεις, ταξιδεύοντάς σε στα εσώτερα απόμακρα μονοπάτια της κάθε οντότητος, τα οποία δεν εκπροσωπούν μόνο την αισθητική, αλλά με έναν πρωτόγνωρα ιδιαίτερο τρόπο, και την πνευματική υπόστασή της.
    Οι ελιές και τα άλλα δένδρα περιμένουν να καρπίσουν ακούγοντας λόγια, ψιθύρους, ανάσες βαθιές.

Νίκος Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΝΥΧΤΑ

Απόψε δεν έχει αστέρια
μισόγυμνες γυναίκες θα
με κοιτάνε απ’τα παράθυρα
και κάτω στο γιαλό
θα φεύγουν τα τελευταία
ζευγάρια .
Είδα πολύ λίγα
έμαθα ακόμη λιγότερα
μη με κοιτάζεις έτσι.
Ο νυχτερινός αγέρας
μου φέρνει πολύ λίγα
πράγματα στο νου
και τα σύννεφα
ακόμη λιγότερα .
Τρομάζω.
Τα στάχυα ανεμίζουν
προαναγγέλουν πολύ λίγα
ενώ στα σπίτια
ένα ένα
τα φώτα σβήνουν.

11/6/05
Μούδρος

ΑΓΑΠΗ

Σωριάζεται σε φθαρμένα πατώματα
τινάζεται σε βρώμικους τοίχους
απλώνει τα χέρια του σε θολές οπτασίες.
Καθώς εκείνη η σκύλα
στέκεται σε μια γωνιά
και του τρίζει τα δόντια.

ΑΥΤΟΙ

Ανάψανε τις έγχρωμες οθόνες
νεκρά χαμόγελα
κρύα πανηγύρια
αναλώθηκαν σε καταστήματα
με πολύχρωμα λαμπιόνια
τα βράδια όλοι τους γράφανε
καθημερινές
αργίες
μεγάλοι έρωτες
ξακουστές εταιρείες
δείπνα
διακοπές
…μα να θυμάσαι εκείνους
που ονειρευόταν στα χέρια
της τρέλας
που αγωνιούσαν
σε μικρές κάμαρες
που ναυάγησαν παρέα με
ζεστές οπτασίες
παραμιλώντας
χαμογελώντας
γράφοντας
εκείνους να θυμάσαι.

Παναγιώτης Δημητριάδης, λευκή σιωπή

μάτια;
λευκά
μητρώο;
λευκό
απάντηση;

ένιωσε πως άκουσε δίπλα το δέντρο να ουρλιάζει
‘μα δεν έχετε γράψει τίποτα, μια λέξη ζητώ, ένα φωνήεν
κάτι για τις ρίζες που τινάχτηκαν να γίνουν έπος κάτι για τον ιδρώτα του ξυλοκόπου’

‘η ποιητική
για εμάς τους γαλανούς
είναι γλώσσα
λευκοδίαιτη
δεν με εκφράζουν
ούτε τα αποσιωπητικά
δεν είναι σπόρια οι τελείες
κρύβουν το λευκό του χαρτιού
κρύβουν τη σιωπή που αρμόζει
ύστερα, ο γόνος του λευκού
δεν έχει τίποτα να πει χωρίς
να κατηγορηθεί για φλυαρία’

η σφαγή λοιπόν
είναι χρώμα
κύριε γαλανόλευκε
δεν ήταν ποτέ λέξη

*Από τη συλλογή “Ο φόνος του λευκού”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Max Jacob (1876-1944), Δύο πεζά ποιήματα

Η ΟΔΟΣ ΡΑΒΙΝΙΑ

«Κανένας δεν κολυμπάει δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», έλεγε ο φιλόσοφος Ηράκλειτος. Κι όμως είναι πάντα οι ίδιοι που ανεβαίνουν πάλι. Στις ίδιες ώρες περνάνε χαρούμενοι ή λυπημένοι. Εσείς όλοι, διαβάτες της οδού Ραβινιά, σας έχω δώσει ονόματα πεθαμένων της Ιστορίας. Να ο Αγαμέμνων! Να η Δις Χάνσκα! Ο Οδυσσέας είναι γαλατάς! Ο Πάτροκλος είναι κάτω στο δρόμο, ενώ κάποιος Φαραώ βρίσκεται δίπλα μου. Ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης είναι οι κυρίες του πέμπτου πατώματος. Αλλά εσένα γέροντα ρακοσυλλέκτη, εσένα που, στο μαγικό πρωινό, έρχεσαι να πάρεις τα συντρίμμια: ακόμα ζωντανά, όταν σβήνω τη βαριά καλή μου λάμπα, εσένα που δε σε ξέρω, φτωχέ κι όλο μυστήριο ρακοσυλλέκτη, εσένα, ρακοσυλλέκτη, σε ονομάζω μ’ ένα όνομα ένδοξο κι ευγενικό, σε λέω Ντοστογιέφσκι.

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΔΑΣΟΣ

Μέσα στο σιωπηλό δάσος, δεν ήρθε ακόμα η νύχτα και η θύελλα της θλίψης δεν έχει προσβάλει ακόμα τα φύλλα. Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες έχουνε φύγει, οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, το ρυάκι δεν έχει πια κύματα, μια κι ο χείμαρρος κυλάει χωρίς νερό σχεδόν και γυρίζει.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος, υπάρχει ένα δέντρο μαύρο σαν το μαύρο και πίσω από το δέντρο υπάρχει ένας θάμνος που έχει τη μορφή κεφαλιού και που φλέγεται, και που φλέγεται από αιμάτινες και χρυσές φλόγες.
Μέσα στο σιωπηλό δάσος όπου οι Δρυάδες δε θα ξανάρθουνε πια υπάρχουν τρία μαύρα άλογα, που είναι τ’ άλογα των μάγων βασιλιάδων κι οι μάγοι βασιλείς δεν είναι πια επάνω στ’ αλόγα τους ούτε αλλού, αυτά μιλάνε σαν άνθρωποι.

*Μετάφραση: Τάσος Κόρφης.

William Carlos Williams, Ποιήματα

ΠΟΙΗΜΑ

Κοιτώντας προς τα πάνω ξαφνικά,
τα γέρικα μάτια μου είδαν
το νέο φεγγάρι στον ουρανό
Μα ήταν των ματιών μου
ένα παιχνίδισμα.
Δεν υπήρχε φεγγάρι στον ουρανό

Το ποίημα
είναι αυτοσυγκράτηση
Ό,τι χρειάζεσαι
για να σε κρατήσει νηφάλιο
είναι ό,τι έχεις ήδη
Τα παιδιά σου
Άσε
τα παιδιά
να σε διδάξουν
Το ποίημα
βρίσκεται ήδη εκεί
πριν από σένα

ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΑΚΙ

Θα γράψω αυτό στο ημερολόγιό μου:
Στα 65α γενέθλιά μου
τη φίλησα ενώ ήταν εκνευρισμένη
(οι μηροί της είναι μηλιές
των οποίων τα άνθη αγγίζουν τον ουρανό!)
Στα 65α γενέθλιά μου
ζούληξα τα στήθια της.
Δεν έστρεψε το βλέμμα της
αλλά χαμογέλασε!
Είναι τα 65α γενέθλιά σου!
(Τη φίλησα ενώ ήταν εκνευρισμένη)

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

Βασίλης Βασιλειάδης, Naive ποίηση

Μήν μέ αφήνεις νά ξεχαστώ
θύμιζε μου πώς έχω τήν ελευθερία νά φύγω
κι εγώ θά μείνω
μέ θέληση ελεύθερη
νά αναζητάω νά πιάσω τό χέρι σου
νά αγγίξω τά δάχτυλα σου
ας μήν αφήσει ό ένας τόν άλλον νά ξεχάσει
νά ζεί
τίς μαγικές μερικές φορές
πού
τό σχεδόν τίποτα
είναι
πολύ αρκετό,
μήν ξεχαστείς
άσε με νά σού θυμίζω
πώς γιά νά μπορείς νά ζείς σάν πολίτης τού κόσμου
πρέπει νά μπορείς καί νά θελεις
νά ταξιδεύεις
έξω καί πέρα από τόν κόσμο,
μήν ξεχαστούμε
πώς σχεδόν τίποτα δέν μένει ανεξέλεγκτο
σχεδόν τίποτα δέν είναι ελεύθερο,
νά μήν ξεχάσουμε
νά θυμόμαστε
πάντα
πώς μία ελάχιστη αταξία
καί όλα μπορούν νά πάνε τόσο στραβά γιά τίς ευταξίες καί τίς τακτοποιήσεις
πού ένας ολάκερος καινούργιος κόσμος
μπορεί να γεννηθεί
γιά μάς
καί γιά τόν κόσμο.

[Τό εκκλησιαστικό άσμα ονομάζει τό άγιο πνεύμα τού δόγματος του “γλυκειά δροσιά” (Dulce refrigerium) γιατί κρυώνει τήν φωτιά τής απαίτησης καί κυρίως τήν φωτιά τής αμφισβήτησης πρός τό δόγμα καί τίς μαλακίες του. Eγώ αποφεύγω τίς γλυκιές δροσιές, αγαπώ τήν άγρια ομορφιά τού άνεμου πού χτυπάει στό πρόσωπο τό πείσμα τής απαίτησης μου, κάνοντας με περισσότερο απαιτητικό, γιά ζωή πού νάχει μέσα της ζωή.

*Σέ κάποιο ανοιξιάτικο καφέ τής Πράγας 1985.

Κώστας Κουκούλης, Δύο ποιήματα

ΦΥΓΟΣΤΡΑΤΟΣ

Το πρωτόγνωρο χάδι τής μοναξιάς
στο χνουδωτό μάγουλο. Κάποτε.
Είδαμε την αντιλόπη τής μοναξιάς σου
στο άλμα της να χάνεται. Τώρα,
στέκει μαβί ένα σύννεφο
απορία παιδιού ή πίκρα ενός άντρα.
Έφυγες. Είπες μακριά θα πας. Και πήγες.
Ταξιδεύεις. Και η μαρμάρινη σκάλα
στη σκόνη της έχει κρύψει τα ίχνη τού Τελευταίου.
Τα κάγκελα πεσμένα, τα χρώματα του κήπου
εξαϋλωμένα ― και το λιονταρίσιο στόμα
που δάγκωνε στην ξύλινη πόρτα το χτύπημα
του Ερχόμενου, τώρα ένα ρόπτρο βουβό.
Πού είσαι; Να αναστήσεις την παιδική εκείνη κούκλα
που μες στην αγριάδα και την τσουκνίδα πέταξαν
― πού είσαι, να βρείς το φυλαχτό από τη μάνα σου
που ανάμεσα σε θρύψαλα ακροκεράμων το ’θαψαν.
Πού είσαι, να ανταμώσεις το πιστό σκυλί, που περιμένει;
Ταξιδεύεις. Πάντα για κάπου αλλού. Και η δική μας η ζωή
άτεχνα αν θα διορθωθεί σε μιας αστραπής τη λάμψη.
Ταξιδεύεις. Ταξιδεύεις όλο και πιο μακριά κι επάνω
στης ώχρας τη φθορά παίρνει το σχήμα της η απουσία σου.
Μα, κι αν κάποια φορά γυρίσεις
ποιος, τάχα, θα μπορέσει
της καρδιάς σου το κόκκινο αίνιγμα να λύσει;
Κάποτε, μέσα σε θρήνους θα θριαμβεύσεις ―

Ο ΙΑΜΟΣ

Ο Ίαμος
μοναχικός ένας περιηγητής αυτός
και μαντεύει ― δεν είναι ο Ναζωραίος
μα έχει απ’ τις πληγές του
και η ομορφιά του απερίγραπτη
και το κορμί του
σ’ έναν χορό αδιάκοπο
ανάμεσά μας.
Τι να μηνάει τάχα η χειρονομία του αυτή;
Τόσες κινήσεις δυσερμήνευτες, ανεξήγητα νεύματα
(να μας μηνάει καλό;
να μας μηνάει κακό;)
και όπως τα όνειρά μας χρωματισμένος.
Χορεύει ανάμεσά μας. Μια παντομίμα.
Αύριο, όμως, θα είναι αλλού.
Γιατί δεν είν’ ολοδικός μας.
Ο Ίαμος, ο γιος των μενεξέδων,
ταξιδεύει προφητεύοντας για όλους.

*Από τη συλλογή “Δύο Κύκλοι Ποιημάτων (1972-1984)”, 1984.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Το τραγούδι του βοριά

Πως γράφω ό,τι με ριγεί τη λύπη τη χαρίζω
σ’ αδάμαντα και κρύσταλλο τη σπάω και τη λιανίζω
μόνο που στέκομαι σιμά στο βράχο και στο κύμα
του αθηριού με τον ανθό γεννά μονιά το ποίημα
κι ολότελα ταξίδεψα στου Άτλαντα την πλάτη
αρνήθηκα να με μετρώ διασκελισμούς γεμάτη
ανάσα φεγγαρόλυτη κι ελεύθερη σπαθίζει
τον ίαμβο ζευγαρωτή τα λόγια μου γυρίζει∙

όπως στέκομαι
στην άκρη του βράχου
θυμάμαι τους αυτόχειρες ποιητές
/ο λόγος τους βαρίδι στη ψυχή μου
κι όμοια με άσεμνη σκέψη ή
με την πιο κρυφή επιθυμία
/το βυζί ζεστή τροφή
στο στόμα του εραστή μου
τα νύχια μπηγμένα
στο δέρμα το δοσμένο
τινάζω τα μαλλιά μου και
πέφτουν οι ανθοί
που μάζεψα στο δρόμο
προς τη θάλασσα τάχα
που διάλεξα μες στην παγκόσμια μοίρα
προτού να ριχτώ
στην ανάγκη της
κι ας με ζώνει ο φόβος∙

οι δυο μου φύσεις πολεμούν, η μια να τραγουδάει
κι η άλλη η πικρότερη θάνατο να σκορπάει.-