Η ήττα που πιστέψαμε ότι δεν είναι δική μας μεγαλύτερη καθώς ήταν και από τον ίσκιο της μικρότεροι καθώς ήμασταν και από το άθροισμά μας μας βρήκε στον χάρτη
όπως το σύννεφο εκείνο που ρίχνοντας τα αντίβαρα στάθηκε από πάνω μας και άνοιξε στα δύο
ΠΟΙΑ ΓΕΝΙΑ;
Η καύτρα στο στόμα της το αστέρι του Δαυίδ έδειχνε κατακείθε τον Θεό να παίζει στα ζάρια τον σκύλο του και τον άνθρωπο γονατιστό καθώς έχανε την πίστη του στον εαυτό του
Φως φανάρι πως παγιδεύτηκε κι εκείνος όπως η αράχνη λεία και ο παλλόμενος ιστός της
Είχε ορέξεις ο αέρας Ήθελε να ξεριζώσει τον όλεθρο
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΟΡΑΣΗ
Δεν κλειδώνουν το μέλλον ούτε γράφουν ιστορία ανάβουν με καντήλι ή κερί
Μόνο στα νεκροταφεία τις έβλεπε ανάλογα με τον καιρό όταν μαύρες ή άσπρες του έκαιγαν τη σάρκα
Είχε περπατήσει σε όλες τις ενδείξεις.
*Από τη συλλογή “Διώρυγα μεταξύ νεφών”, Εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2018.
Βράδυ Σαββάτου διαβάζοντας, το πορτατίφ φέγγει από μέσα κοντά στο μπαλκόνι. Το πνεύμα ερεθίζεται όταν ασκείται. Ιδρωμένος κοιτώ στον καθρέφτη το σώμα μου, τα μαλλιά, τα μάτια. Τα χέρια αγγίζουν παλμικά και οι μορφασμοί εικόνες που σφύζουν. Απολαμβάνω την ανήσυχη ησυχία του κορμιού, του σπιτιού, θηρεύοντας άπεφθο της στιγμής μυστήριο. Μεθώντας παραδίδομαι στων σιωπών τις άρπες. Με την δροσιά του νερού το σφρίγος χαίρομαι. Ηδονή οικουμενική ψελλίζει φθόγγους πρωτάκουστους, στους βρυχηθμούς της νύχτας που νήνεμη ειρωνεύεται. Να μοιραστώ την χαρά της ύπαρξης, του σύμπαντος το δέος! Τα αποθέματά μου σωτήρια. Φενάκη! Της μοναξιάς η ευωχία συνδαιτυμόνες ποθεί.
Το πρωινό του ανέργου μια βόλτα στην πλατεία στα παγκάκια κι ύστερα σπίτι τηλεόραση πολιτικοί ψευδολογούν η αστική τάξη χαριεντίζεται μοντέλα πλασάρουν το κορμί τους διαφημίσεις προϊόντων τεχνητών αναγκών δημοσιογράφοι μεταφέρουν στις μάζες τις κυβερνητικές πολιτικές ώσπου να εμπεδωθούν αυτά κάθε μέρα κάθε μέρα μέχρι να γίνει το μυαλό ζυμάρι να μη μπορεί να κρίνει να σκεφτεί ότι μαζί με τους άλλους κάτι μπορεί ν΄αλλάξει.
Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου Οδυσσέας Ελύτης
Ι Το εφτασφράγιστο όνειρό μου άνοιξε απότομα απόψε και μετατράπηκε σ΄ ένα χρυσαφένιο σύννεφο για να κατέβουν ομαδικά να κουρνιάσουν μέσα του χιλιάδες άγρια πουλιά
ΙΙ Ένας μαύρος ήλιος κατέβηκε το βράδυ ορμητικά και μ’ ένα μεγάλο κοντάρι τρύπησε το τρυφερό όνειρό μου. Από την σκοτεινή τρύπα του ξεχύθηκαν προς τα έξω χιλιάδες τρομαγμένα πράσινα πουλιά που τώρα περιίπτανται επικίνδυνα στο γαλάζιο ουρανό της σκέψης μου. 20/2/2000
*Από τη συλλογή «Στις πολιτείες των αλλόκοτων πουλιών», Λευκωσία 2010.
Βγάζοντας χρυσό με ανύπαρκτο εξοπλισμό – Σε βάθος εβδομήντα μέτρων – Για ξένη πολυεθνική που με αμείβει με ψίχουλα – Στο Luhihi της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό-Με λένε Bisimwa Hardy – Είμαι 22 ετών κι είμαι πατέρας δύο παιδιών – Η μεταλλευτική περιοχή Luhihi – αποτελεί επίκεντρο συγκρούσεων καθώς επίσης και εστία παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – Μόνο τους τελευταίους πέντε μήνες – Επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους υπό απάνθρωπες συνθήκες – Βγάζοντας χρυσό σε βάθος εβδομήντα μέτρων – Για ξένη πολυεθνική.
Κοίτα στον καθρέφτη. Ας κοιτάξουμε μαζί. Εδώ είναι το γυμνό μου σώμα. Προφανώς σου αρέσει, εγώ όμως δεν έχω λόγο να το αγαπώ. Ποιος μας έδεσε εμένα και το σώμα μου; Γιατί πρέπει να πεθάνω μαζί του; Έχω το δικαίωμα να γνωρίζω πού χαράζεται το όριο ανάμεσά μας. Πού είμαι εγώ, εγώ, εγώ ο εαυτός μου. Είμαι στην κοιλιά; Στα έντερα; Στην κοιλότητα τού σεξ; Στο δάχτυλο τού ποδιού; Προφανώς στον εγκέφαλο. Δεν μπορώ να το δω. Βγάλε τον εγκέφαλο από το κρανίο μου. Έχω το δικαίωμα να δω τον εαυτό μου. Μη γελάς. Είναι μακάβριο αυτό, μου λες. Δεν δημιούργησα εγώ το σώμα μου. Φοράω τα χρησιμοποιημένα κουρέλια τής οικογένειας μου, έναν ξένο εγκέφαλο, καρπό τής τύχης, μαλλιά που κληρονόμησα από τη γιαγιά μου, μια μύτη συναρμολογημένη από άλλες νεκρές μύτες. Τι κοινό έχω εγώ με όλα αυτά; Τι κοινό έχω μ’ εσένα , που σου αρέσει το γόνατό μου, τι σημαίνει το γόνατό μου για μένα; Ασφαλώς θα ήθελα να είχα επιλέξει ένα διαφορετικό μοντέλο. Θα σας αφήσω εδώ εσένα και το γόνατό μου. Μη ξινίζεις το πρόσωπό σου ∙ θ’ αφήσω το σώμα μου για να παίξεις μαζί του. Και θα φύγω. Δεν υπάρχει χώρος για μένα εδώ, στο τυφλό σκοτάδι περιμένοντας την τελική φθορά. Θα τρέξω έξω, θ’ αποδράσω από τον εαυτό μου. Θα αναζητήσω τον εαυτό μου τρέχοντας σαν τρελή, μέχρι την τελευταία μου πνοή. Ο καθένας πρέπει να βιαστεί πριν έρθει ο θάνατος. Διότι σαν ένας σκύλος τραβηγμένος από την αλυσίδα του, πρέπει να επιστρέψω σε αυτό το σώμα που βασανίζεται έντονα. Θα πάω να κάνω την τελευταία, πιο διαπεραστική και οξεία τελετή τού σώματος. Ηττημένη από το σώμα, εξολοθρευμένη εξαιτίας τού σώματος, θα μεταβληθώ σε νεφρική ανεπάρκεια ή σε γάγγραινα τού παχέος εντέρου. Και θα σβήσω μέσα στη ντροπή. Αλλά και το σύμπαν θα σβήσει μαζί μου, υποτιμημένο, συρρικνωμένο σε μια νεφρική ανεπάρκεια και σε μια γάγγραινα τού παχέος εντέρου.
Οι δικές μου ημέρες ξενύχτησαν στα σινεμά και στις πλατείες. Κάρπισαν σε άγονες εποχές, αθόρυβες, λυπημένες, Συλλογισμένες πάνω από βιώματα, βιβλία και μνήμες. Το ανάστημά τους παραμορφώνονταν στο βάθος του καθρέφτη. Σαν το κερί που πάει να σβήσει κι απ’ το πουθενά ανάβει. Ξενύχτησαν ακόμη στο φτερούγισμα του έρωτα. Ακοίμητες στον έρωτα της ψυχής τους. Είναι απόμακρες στις πρώτες εντυπώσεις, στα πρώτα ψέματα. Στα τελευταία ωστόσο, διαθέτουν αχίλλεια πτέρνα. Συνομιλούν με ποιήτριες και ποιητές, με συγγραφείς στο χορό της μουσικής
Τραβήξανε βόρεια, βαδίσανε σε καλντερίμια κάστρων, στην παραλία, σε χειμώνες του Νοέμβρη. Προτιμούσανε το τραίνο της φυγής, Αυτό το ακοίμητο σιδερένιο άλογο Τις παράλληλες ράγες σαν τις παράλληλες τροχιές μας. Βαγόνια ,κουπέ, άγνωστες και άγνωστοι, φόβοι, ανίες και προσδοκίες.
Τραβήξανε νότια. Συνάντησαν το κοινότυπο μυστήριο όσων τραβήξανε λάθος μες στην αγωνία τους. Κοιμήθηκαν σε δροσερά σεντόνια δίπλα σε αγαπημένα κορμιά. Μετά, χάνονταν τα δωμάτια στις ξέρες και ξυπνούσε ο ίλιγγος. Έστεκαν μέσα στη βροχή περιμένοντας την άφιξη του παντοτινά χαμένου που εμφανίζονταν ματαιόδοξο στις πρώτες ώρες της ημέρας.
Οι δικές μου ημέρες έσκιζαν τα δίχτυα που έριχναν. Μάτωναν στα δίχτυα που πιάνονταν και δεν ξέφευγαν ποτέ. Συλλάβιζαν ευχές αγωνίας, φορούσαν φθαρμένα μαντήλια στο μαύρο λαιμό τους. Μετά το καλοκαίρι άρχιζαν τον χορό του φθινοπώρου πατώντας σε στοίβες φύλλα, βαριές απ’το λαχάνιασμα με πρόσωπο χλωμό, ανίατα νικημένες. ξεδιψούσαν σε στερεμένες πηγές, έσπαγαν τον καθρέφτη τους και απομονώνονταν. Δεν φοβήθηκαν το μαχαίρι παρά το χέρι που το κρατούσε.
Έχουν κυρτό λαιμό, στραβά πόδια, λευκά χείλη, στήθος ανοικτό. Βαστούν στα άδεια χέρια τους φλόγα ήλιου, αυγή μεθυσμένη, κύμα υψωμένο. Τί άλλο να προσφέρουν; Πού αλλού να ξεπέσουν; Έχουν νύχια φαγωμένα και δάχτυλα ξεφλουδισμένα από τον καπνό των τσιγάρων
Θυμίζουν χαμίνια του δρόμου, μαυροντυμένους νεαρούς που περιμένουν καπνίζοντας τον επόμενο θάνατό τους σε μια απατηλή συνάντηση, κάποιο βροχερό και παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ. Στο μέτωπό τους μαζεύονται σύννεφα βαριά και μαύρα. Συλλογίζονται συνέχεια όνειρα καμένα. Ανεβάζουν πυρετό στο καταμεσήμερο και στα φιλήσυχα βράδια των πολλών που πιστεύουν πως έχουν νικήσει. Τα φιλιά τους έχουν γεύση ζεστού ψωμιού που δεν χορταίνουν τ’ ακόρεστο του έρωτα, της φιλίας και της συντροφίας Θυμίζουν ερειπωμένα δώματα ψηλών πολυκατοικιών.
Οι δικές μου ημέρες στρώνουν να κοιμηθούν σε βυθούς της αβύσσου. Είναι ακατανόητες στους πιο πολλούς, είναι κραυγές επίθεσης στ’ αυτιά τους. Τα νεύρα τους δεν φαίνονται μήτε οι ποταμίσιες φλέβες τους. Μαζεύουν άχρηστα αντικείμενα όπως παλιοί δίσκοι, παλιά βιβλία, χρησιμοποιημένα έπιπλα και ποτήρια, παλιές εφημερίδες. Σκονισμένες μνήμες. Κοιμούνται επάνω σε μακρινά ταξίδια πο υδεν έκαναν ποτέ. Σηκώνουν το τηλέφωνο όπως σηκώνουν τις λεπτές φωνές του χωρισμού. Λατρεύουνε τις αστραπές. Τους αρέσει να βαδίζουν στη βροχή, Αποχαιρετούν τα κορμιά. Δεν γνώρισαν νιότη.
ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΜΕΝΩ είναι στη μέση του πουθενά. Ο ουρανός του, τετράδιο μιλιμετρέ, ευθείες αεροπλάνων που διασταυρώνονται. Ουρανός – Σημείο-Χ. Και Γη-Χ. Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ, πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη. Το ίδιο και εμείς.
Νησί καταφύγιο, ανάμεσα σε τούτο και εκείνο, στο σημείο Χ που μπασταρδεύονται οι πορείες μας και ομοιοκαταληκτούμε.
ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ Ο γρανίτης επιμένει κάτω από τα βότσαλα. Οι αιχμηρές γωνίες, καμουφλαρισμένες από την απαλή στρογγυλάδα, θα τραυματίσουν τον ανύποπτο επισκέπτη. Παραπέρα, τα σκουλήκια Ophelia bicornis δουλεύουν ακούραστα τον πουαντιγισμό της υγρής άμμου.
Κι ανάμεσά τους τα δικά μας αποτυπώματα, καθώς βαδίζουμε παράλληλα στο νερό.
Ο ήχος από το κύμα που θα τα σκεπάσει ήδη στα αυτιά μας.
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ SATIE Δύο ώρες με το καράβι, άλλες δυόμιση με το αυτοκίνητο, και φτάνεις στην κοπεγχαγική Honfleur, όπου γεννήθηκε ο Satie. Στο λιτό ομώνυμο μουσείο ακούς τις Γυμνοπαιδίες, τις Gnossiennes. Ο επαναληπτικός, μινιμαλιστικός τους ήχος γρήγορα συντονίζεται στους καρδιακούς κτύπους, για να τους εκβιάσει τελικά στη δική του αφήγηση.
Μουσική-ρητορική, που παραμένει γοητευτική και αιχμηρή. Σαν τις μνήμες που επιμένουν, ο ήχος τους να δυναμώνει με το χρόνο, έως ότου γίνει κυρίαρχη μουσική στα αυτιά μας.
Τους σπόρους του κόπου μου, έμελλε να φυτέψω εδώ· πάνω στην καυτή άσφαλτο. Ψάχνοντας απεγνωσμένα στους παρηκμασμένους οικίσκους μέσα σε αυτή την ανυπόφορη ζέστη. Έχοντας για μόνα εφόδια στο σακίδιό μου ένα σακουλάκι ξηρούς καρπούς κι ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερό που του απόμειναν λίγες μόνο σταγόνες. Οι πατούσες μου έχουν κάνει φουσκάλες απ’ την πολύωρη πεζοπορία κι ο ήλιος του καλοκαιριού ξεφεύγει από το γείσο του καπέλου χτυπώντας με στο κούτελο ανελέητα. Την είδα. Είμαι σίγουρος. Το θυμάμαι καλά. Σαν μια σκιά ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου που έτρεχε τρομαγμένη να κρυφτεί. Μα όσα χαμαιτυπεία κι αν έψαξα εκείνη τη μέρα κανείς δεν γνώριζε να μου πει ποιο είναι τ’ όνομά της. Ή αν έφυγε απ’ την περιοχή. Όταν ήρθε το βράδυ κάθισα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας αποκαμωμένος. Λυπημένος καθώς ήμουν κοίταξα στον ουρανό. Άξαφνα γύρισα το βλέμμα μου και νάτη, μέσα στης πόλης την αδιαφανή νύχτα την είδα ξανά. Έκανα να σηκωθώ όμως τα πόδια μου δεν με κρατούσαν πια.