Γιάννης Στίγκας, Αποσπάσματα από ποίημα μεγάλο σαν αγανάκτηση

ΙΙ.
Ίσως

εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος

μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής

αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού

-ξέρετε-

ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
όπως τους έραβε ο Θεός

ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
εάν ερχότανε
και κοίταζε
από το μάτι της βελόνας που σας έλεγα
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα

θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;

VΙΙΙ.

Είναι που να τρελαίνεται κανείς
όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα
το αίμα σου κλωστή –κλωστή

οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε
τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ
δεν είναι παραμύθι αυτό
Είναι
μονάχα το κουφάρι του

Λευτέρης Πούλιος, Πικρία

Αχ!, τόσα ακόμα μπόραγα να πω.
Τις νύχτες μου που γύρναγα αλητεία
τις πύλες έσπαγα Αλέξανδρος να μπω
σα μου τις βρόνταγε στα μούτρα η πολιτεία.

Είχα να πω, στην άκρη αυτή του ωραίου κόσμου
που βρέθηκα για μια φορά για πάντα:
Σφυροκοπάει ο κεραυνός εντός μου
κι ουρλιάζουνε οι κέρβεροι στην μπάντα.

Πια τώρα τίποτα δεν λένε οι ανθρώποι
κι οι αγαπημένοι δρόμοι βουτηγμένοι στο σκοτάδι.
Σάμπως να με ξεπροβοδάν μοιάζουν οι τόποι
για το στερνό ταξίδι μου στον Άδη.

Ωραία λοιπόν κι όλα καλά, μονάχα,
οι στίχοι μου περήφανοι αλαργεύουν
γλάροι στα ποντοπόρα φορτηγά, σαν τάχα
μες στη βροχή και στα νερά να με ξοδεύουν.

*Aπό τη συλλογή “Μωσαϊκό”, εκδ. Κέδρος 2001.

Γιώργος Βέης, Η επόμενη μέρα

Επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει τώρα ν’ αρχίσουμε να γράφουμε
όλο και περισσότερα ποιήματα
για να καθαρίσουμε το τοπίο
από τον τρόμο, την απειλή και τον θάνατο
πρέπει τώρα να ‘ξορκίσουμε τους δαίμονες
που κρύβονται ακόμη μέσα στην ελευθερία
έτοιμοι να μας πιουν όλο το αίμα
κι επειδή όποιος σήμερα ξεχαστεί μέσα στον εαυτό του
θα είναι αύριο λησμονιά και στάχτη
πρέπει τώρα να μάθει τι θα πει εχθρός και αδικία
διότι η πραγματικότητα δεν γίνεται κατανοητή
χωρίς την κατανόηση της αθλιότητας και της απελπισίας
κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο μετράει
πρέπει από τώρα να πάμε στο σχολείο της φαντασίας
για να σώσουμε ξανά τα όνειρα.

Gary Snyder, Μέσα Αυγούστου στο παρατηρητήριο του βουνού Sourdough

Κάτω η πεδιάδα μια ομίχλη καπνού
Τρεις μέρες ζέστη, μετά από πέντε μέρες βροχής
Φως από ψηλά πέφτει στους κώνους των ελάτων
Διασχίζει τα βράχια και τα βοσκοτόπια
Σμήνη από νεαρές μύγες.
Δεν μπορώ να θυμηθώ πράγματα που κάποτε διάβασα
Έχω λίγους φίλους, αλλά είναι στις πόλεις.
Πίνοντας παγωμένο νερό από χιόνι σ’ ένα σιδερένιο κύπελλο
Κοιτώ πέρα για μίλια
Μέσα απ’ τον ακίνητο, σιωπηλό και ήρεμο αέρα.

*Μετάφραση: Σ.Θ.

Γιάννης Ρηγόπουλος (1952-2017), Δύο ποιήματα

ΧΑΜΕΝΟ

Παρακαλώ σας
Αν δεν υπάρχει άλλη Άνοιξη
Σκοτώστε τα χελιδόνια
Εμείς τελειώσαμε το κρυφτό
-Πορτοκάλι – Μανταρίνι-
και ζητάμε να γίνουμε άνδρες

ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

Ένα κορμί να ξεσπάσουν οι θύελλες
των λιμνασμένων ματιών
Ένα κορμί
να πάψουν οι δρόμοι να στενεύουν
οι πόρνες να γίνουν βασίλισσες
όπως τους πρέπει
Ένα κορμί
τα φαντάσματα να χαθούν
στα υγρά υπόγεια
στους πρόστυχους καπνούς να γεννηθεί η Άνοιξη
Ένα κορμί
να βρει έναν αντρίκιο θάνατο
να ξαποστάσει

Νατάσα Χατζηδάκι, Επιστασία

Πρόσεξε

χωρίς δυνατότητες

χωρίς συμπάθεια

μπορείς να κτίσεις σ’ έναν καινούργιο κόσμο
με ή χωρίς ενστάσεις

άκουσέ με

δενμπορείς να ξεκινήσεις για κάπου
μακρύτερα.
Αφήστε με λοιπόν
να περάσω

όλες οι ενστάσεις
Είναι
Καρφιτσωμένες
στο κορμί μου.


Γιάννης Κοντός,  Η γενική απεργία

Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές.
Η άσφαλτος είναι θάλασσα.

Η φωνή μνήμη και η μνήμη μαχαίρι
που σχίζει τη χάρτινη ησυχία σας.
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές

να σπάσει την τζαμαρία της Ιστορίας.
Εδώ είναι, εκεί είναι. Άνοιξη είναι,

θέρος είναι, αέρας είναι και μας παίρνει μαζί του.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό

Περνώ τη ζωή μου
από την κεφαλή της ίδιας πάντα
σκουριασμένης βελόνας
και ράβω, ράβω τα πάθη μου.
Οι ζάρες της κοιλιάς μου
όπως οι δρόμοι της πόλης
η πλατεία με το ηρώον στη μέση
όλα γνωστά
κι εγώ γνωστή μ’ άμαθη
ξέρω μόνο ό,τι είμαι στον έρωτα
ό,τι με νικάει στον έρωτα,
μια κοινοτοπία που τραγουδάει.
Φτιασιδωμένη τις εποχές
αλλάζω υφάσματα
και το σώμα αλλάζει στάση
μπρος στον καιρό
το φουσκώνω κάθε πρωί
κι απομακρύνεται ο πλανόδιος
με το φυσητήρι.

Άρχισα μ’ ένα γαργαλητό
στο κέντρο της παλάμης
καρφί η ατίθαση μύγα
άγγιζε η τριγωνική μουσούδα της
τη σκοτεινή αντιστοιχία
το θυμωμένο σμάρι
το φόβο––σαν της ρίζας.

Και να, σκοινάκι πηδώ στον ουρανό
δειπνώ με τους δαιμόνους
τις μασκαρεμένες αγελάδες
με τα χορταρίσια όνειρα.
Τίποτα δε θ΄αποδείξω
με τη ζωή μου
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα
θηλαστικό μιας προϊστορίας
που θά ‘ρθει
φαρμακωμένη απ΄ τον τόσο σπόρο
μηρυκάζω τα μάταια λόγια
του ρόλου μου
–­–πάντα πως θα πεθάνω σε λίγα χρόνια
παίζω-–
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα.

Ο χρόνος μας είναι μετρημένος
θα επιζήσουμε κι οι δυο
μετά την αποκαθήλωση
εγώ σέρνοντας
χρονοφαγωμένο το σώμα
κι εσύ με λάμψη πάντα
μέσ’ απ’ τα βαθιά, μωρουδίστικα
τραγούδια του Μεσσία:
“Χριστέ μου
τι όμορφος που είσαι
κι έχεις ένα όνομα
σκληρό σαν το ρετσίνι
μ’ άλλο σκληρό απάνω σου
δεν έχεις.
Πάει η καρδιά σου όμοια
με τη θάλασσα
γύρω απ’ όλα τα νησιά”.

Οι γερανοί του λιμανιού
τραβούν τη νύχτα πάνω,
μικρά φτερένια σύννεφα
της θείας γαλάζιας κότας
ανοίγουν τη μέρα στα νησιά.
Σ’ έρημη αποβάθρα
κομμάτι σκοτάδι
πελεκημένη από βράχο σκοτάδι
περιμένω να με πάνε σε κλειστό αμάξι
ή να σπάσω από φως.
Πάντα κάτι παλιό είναι γύρω
για να μοιάζεις βγαλμένος
απ΄ τα χαλάσματα
πάντα κάτι μαλακές λουρίδες
έχει το χώμα
για μας τους άστεγους
της τελευταίας ώρας.
Καμιά ανάσταση δεν κάναμε
καμιά αντίσταση
καμιά πράξη
μόνο κουρνιάσαμε
Απελπισμένοι μες στα ρούχα μας
που μας στένευαν στον έρωτα
σιγομουγκρίζαμε με μύτες υγρές
που πάγωναν στην ψύχρα.
Θα φύγεις για τους ουρανούς
θα φύγεις με φως
σαν να μην είχες σώμα
κι ας ονειρευόσουνα το σκοτεινό καμαράκι
του φωτογράφου.
Πας στο χειμώνα των αηδονιών
και με τα δάχτυλα σε στρώνω
σκιά στο δρόμο με τους ευκάλυπτους.
Σε ακουμπώ ολόκληρη
ολόκληρο
και παλεύω να πειστώ για το θάνατό σου
––για τον δικό μου
είναι ακόμα πολύ δύσκολο––
έτσι όπως το απόβραδο
σκουραίνει το κίτρινο
βαραίνει η κρυφή μυρωδιά
κι είναι το άνθος στίγμα μόνο.
Το τσάγαλο θα γίνει αμύγδαλο
το πάθος πίστη
με τον καιρό…
Πίστη καθίζει μέσα μου
με μικρά τινάγματα λατρεύω
ό,τι υπάρχει
κι ό,τι ποτέ δε δύναται.
Τι θεία διαδικασία
η φλεγόμενη βάτος!
καίγεται πάντα
σε τοπίο παρόμοιο με το δέρμα μου
κάτι ανάμεσα στο έρημο κίτρινο
και το βουβό καφέ της ευφορίας.
Πάσχω τότε και συμπάσχω
τον κόσμο
αποκαλύπτεται ξαφνικά η αλήθεια
στα λόγια των πεθαμένων
πιέζω τον αφαλό
και προχωρώ το άδειο.
Με τον έρωτα μαθαίνω
Τι βάρος θα σηκώνεις εσύ πάντα
––θεός ή επισκέπτης;––
μεταλαβαίνω το σώμα σου
το νερωμένο αίμα
γρατσουνισμένη απ’ τα τόσα αντίθετα
θρησκεύομαι τη γοητεία
Το σχήμα των δοντιών σου
στο παλιό μας μήλο.
Είναι ένα βαθούλωμα
που μύρισε λιβάνι,
ό,τι είσαι διαιωνίζεται
ό,τι εγώ σταματάει εδώ
κι έμεινα χνάρι μοναδικό
στις θεϊκές επαναλήψεις.

*Μαγδαληνή, Το Μεγάλο Θηλαστικό (1974)

**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.kalliopex.com/feature-poet-katerina-anghelaki-rooke/

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Leonora Carrington (1917-2011), The Messenger, from The Dybbuk Series, lithograph (1974)

ΣΥΝΕΝΟΧΗ

Με ρώτησαν.
Στα λιβανέζικα ποτάμια
των μαυρισμένων γιασεμιών,
το φευγαλέο πέρασμα
τι σημασία έχει;

Και δεν εγνώριζα,
κλυδωνισμούς, πλοκάμια,
καθημαγμένων οιμωγές
του τρομαγμένου νότου.

ΚΟΡΥΒΑΝΤΩΝ ΑΠΟΗΧΟΙ

Ταϋγετοι απεκήρυξαν
φιλαρέτων αγοραία υπέρογκα.
Λίθων αιχμηρών όψεις,
στις παρειές σας αίματα.
Πνοή! Αρωγή τελευταία.
Φέρετρα τα βλέμματα.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Photo: John Cannon

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά
περνούν από το χέρι του πολλά.
Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι
εκείνος που έχει χέρι σταθερό,
πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.
Εννοείται: ο κάθε μπάτσος
φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα ̇ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.
Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει
και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.