Κωστής Τριανταφύλλου, η απειλή

εκεί
για μια λάθος λέξη
μια αδυναμία στη φωνή
μια παρανόηση
ένα στραβοπάτημα 
και μια κουβέντα παραπάνω 
σα λαχτάρα

εκεί
καραδοκούν οι μηχανισμοί
της εξουσίας 
των αρπαχτικών
της διαφθοράς
της κολακείας 
των αυλικών
που επιτέλους νοιώθουν τώρα πια την απειλή

Federico Garcia Lorca, Μπαλάντα του θαλασσινού νερού

Η θάλασσα
χαμογελάει από μακριά.
Δόντια από αφρό,
χείλια ουρανού.
.
Τι πουλάς, πουλάς θαμπόχρωμη κοπέλα μου
με τα στήθια σου στον άνεμο;
.
Πουλάω, κύριε , το νερό
των θαλασσών.
.
Τι κουβαλάς, μαύρο παλικάρι μου,
ανακατεμένο με το αίμα σου;
.
Κουβαλάω, κύριε το νερό
των θαλασσών.
.
Τούτα τ’ αρμυρά δάκρυα,
μάνα, από που έρχονται;
.
Κλαίω, κύριε, το νερό
των θαλασσών.
.
Καρδιά κι αυτή η βαριά
πικράδα, από που γεννήθηκε;
.
Πολύ πικρό είναι το νερό
των θαλασσών!
.
Η θάλασσα γελάει από μακριά.
Δόντια από αφρό, χείλια ουρανού.


*Από το βιβλίο “Federico Garcia Lorca Ποιήματα”, Εκδόσεις Καστανιώτη.


**Σχετικός σύνδεσμος: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/07/ballada-tou-thalassinou-nerou/

Μίλτος Σαχτούρης, Το περιστέρι

Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου


τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα


*Από τη συγκεντρωτική έκδοση: Τα ποιήματα (1945-1971), Εκδόσεις Κέδρος 1988.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Η Αγία Νταίζη των ξυλιασμένων σκύλων

Ο χειμώνας έφτασε αιχμηρός
για να τακτοποιήσει εκκρεμότητες
την απόγνωση ενός κοκκινολαίμη
που χτυπιόταν στα τζάμια απ’ το φθινόπωρο
ή την παραίτηση στα μάτια ενός αστέγου
μεσημέρι Κυριακής πλατεία Ασωμάτων
στο τέλος ανέλαβε η ψυχοπομπός
Αγία Νταίζη των Ξυλιασμένων Σκύλων
καθώς αργά και με την κοιλιά της σε αναστροφή
πώς να υποκύψουν στο χιόνι
τους δασκάλευε.


*Από τη συλλογή “Κάτω Χώρες – Pays Bas”, Εκδόσεις Έναστρον, Οκτώβριος 2025.

Yvan Goll, Κύμα και σύννεφο

Είσαι κιόλας κύμα, είσαι ακόμα σύννεφο;
Χαμόγελο συγκρατημένο, παρθένα των ανέμων,
Νοσταλγία για τον ουρανό;
Ή ήδη μυστική περιπλάνηση
Προς τα κάτω
Των νερών ψυχή;
Μοίρα που δεν θέλει να πάρει μιαν απόφαση
Αιωρούμενο ερώτημα ανάμεσα στους ουρανούς,
Μισό σύννεφο μισό κύμα,
Ψυχή ακόμα κι όμως θλίψη;
.
Αχ, σε παρασύρω, Γήινη, στην ανθρώπινη δίνη,
Θάλασσα- γυναίκα!
Είσαι σκλάβα του κόσμου, υπηρέτρια,
Γεννημένη στον Κάτω Κόσμο μας,
Πρέπει γεννώντας να φωνάζεις στα φαράγγια!
Ώ αγγελικό σύννεφο που έπεσες στη γη αλλαλάζο-
ντας
Βρόχινη γυναίκα των άρρωστων πόλεων,
Πόρνη θρηνούσα των αφέγγαρων δρόμων,
Αιώνια φόνισσα!
.
Όμως χαμογελάς αθώα,
χαμογελάς ακόμα από τον οχετό μου,
Φωτίζεις και γυαλίζεις και καις,
Βαθιά από την νύχτα της κατάρας,
Κύμα με χρυσόψαρα και μ’ άστρα στον πυθμένα!
Νέφη κοκκινίζουν την αιδώ σου,
Ουράνια, γήινη ερωμένη
Κυματίζεις από τ’ αγκάλιασμά μου, μεγαλώνεις,
μαραίνεσαι
Μικρή φοινικιά, μανιασμένο κλαδί, πουλί ασημένιο
.
Θαλασσοτράγουδο στα χείλη!
Πες, τι ανεμίζεις
Απολαμβάνεις και πετάς, ψυχή νερού
Αίνιγμα νέο ανάμεσα στους ουρανούς,
Αεικίνητο θηλυκό,
Μάνα και κόρη:
Είσαι ήδη σύννεφο, είσαι ακόμη κύμα;


*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg.
**Σχετικός σύνδεσμος: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/07/kyma-kai-synnefo/

Τζένη Μαστοράκη (1949-2024), Το ποτάμι

Στον Άρη Αλεξάνδρου


Το ποίημα παντοδύναμο
σαν μυθικός ποταμός
γενάτο
με τα φυσεκλίκια σταυρωτά
κατεβαίνει κορνάροντας
και λιγώνει τις αγαπητικές
Κι ο ποιητής
που ερωτεύτηκες στα δεκαοχτώ σου
δεν υπάρχει πια,
γιατί υπάρχω θα πει
έχω σπίτι στην Κυψέλη
πού θα πάτε το Σαββατοκύριακο
ή από δω η κυρία μου.
Κάτι τύποι ψηλά στις εξέδρες
κάνουνε κόλπα με χρωματιστά μαντίλια
όπως παλιά οι κομπογιαννίτες
με το κάρο
σου βγάζαν το γερό σου δόντι
μ’ ένα τάλιρο.


*Από τη συλλογή “Το σόι”, εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Philip Levine (1928-2015), Δύο ποιήματα

The Simple Truth / Η Απλή Αλήθεια

I bought a dollar and a half’s worth of small red potatoes,
took them home, boiled them in their jackets
and ate them for dinner with a little butter and salt.
Then I walked through the dried fields
on the edge of town. In middle June the light
hung on in the dark furrows at my feet,
and in the mountain oaks overhead the birds
were gathering for the night, the jays and mockers
squawking back and forth, the finches still darting
into the dusty light. The woman who sold me
the potatoes was from Poland; she was someone
out of my childhood in a pink spangled sweater and sunglasses
praising the perfection of all her fruits and vegetables
at the road-side stand and urging me to taste
even the pale, raw sweet corn trucked all the way,
she swore, from New Jersey. “Eat, eat” she said,
“Even if you don’t I’ll say you did.”


Αγόρασα πατατάκια κόκκινα αξίας ενάμιση δολαρίου,
τα πήρα στο σπίτι, τα έβρασα με τη φλούδα τους
και τα έφαγα για δείπνο με λίγο βούτυρο και αλάτι.
Μετά περπάτησα μέσα από τα ξερά χωράφια
στην άκρη της πόλης. Στα μέσα Ιουνίου το φως
παρέμενε στα σκοτεινά αυλάκια κάτω από τα πόδια μου,
και στις βελανιδιές του βουνού πάνω από το κεφάλι μου τα πουλιά
συγκεντρώνονταν για τη νύχτα, οι καρακάξες και οι μιμητές
κραυγάζοντας μπρος-πίσω, οι σπίνοι ακόμα πετούσαν
μέσα στο σκονισμένο φως. Η γυναίκα που μου πούλησε
τις πατάτες ήταν από την Πολωνία· ήταν κάποια
από την παιδική μου ηλικία με ένα ροζ πουά πουλόβερ και γυαλιά ηλίου,
επαινούσε την τελειότητα όλων των φρούτων και λαχανικών της
στον πάγκο δίπλα στο δρόμο και με προέτρεπε να δοκιμάσω
ακόμα και το αχνό, ωμό γλυκό καλαμπόκι που είχε μεταφερθεί,
όπως ορκιζόταν, από το Νιου Τζέρσεϊ. «Φάε, φάε» έλεγε,
«Ακόμα κι αν δεν φας, θα πω ότι το ‘φαγες».


*


Some things
you know all your life. They are so simple and true
they must be said without elegance, meter and rhyme, 
they must be laid on the table beside the salt shaker,
the glass of water, the absence of light gathering
in the shadows of picture frames, they must be
naked and alone, they must stand for themselves.
My friend Henri and I arrived at this together in 1965
before I went away, before he began to kill himself,
and the two of us to betray our love. Can you taste
what I’m saying? It is onions or potatoes, a pinch
of simple salt, the wealth of melting butter, it is obvious,
it stays in the back of your throat like a truth
you never uttered because the time was always wrong,
it stays there for the rest of your life, unspoken,
made of that dirt we call earth, the metal we call salt,
in a form we have no words for, and you live on it. 

Κάποιες αλήθειες
τις ξέρεις όλη σου τη ζωή. Είναι τόσο απλές και αληθινές
που πρέπει να ειπωθούν χωρίς κομψότητα, μέτρο ή ομοιοκαταληξία,
πρέπει να τεθούν στο τραπέζι δίπλα στο αλατοπίπερο,
στο ποτήρι με νερό, στην απουσία φωτός που μαζεύεται
στις σκιές των κορνιζών, πρέπει να είναι
γυμνές και μόνες, πρέπει να στέκονται μόνες τους.
Ο φίλος μου ο Ανρί κι εγώ φτάσαμε σε αυτό μαζί το 1965
πριν φύγω, πριν αρχίσει να αυτοκαταστρέφεται,
και οι δυο μας να προδώσουμε την αγάπη μας. Μπορείς να γευτείς
αυτό που λέω; Είναι κρεμμύδια ή πατάτες, μια πρέζα
απλού αλατιού, ο πλούτος του λιωμένου βουτύρου, είναι προφανές,
παραμένει στο βάθος του λαιμού σου σαν μια αλήθεια
που ποτέ δεν εξέφρασες γιατί ο χρόνος ήταν πάντα λάθος,
παραμένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή σου, ανέκφραστη,
φτιαγμένη από εκείνη τη γη που ονομάζουμε χώμα, το μέταλλο που ονομάζουμε αλάτι,
σε μια μορφή για την οποία δεν έχουμε λέξεις, και ζεις πάνω της.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Renee Nicole Good, Μαθαίνοντας να τεμαχίζω έμβρυα χοίρων / On Learning to Dissect Fetal Pigs

Θέλω πίσω τις κουνιστές μου πολυθρόνες,
τα ηλιοβασιλέματα ενός κόσμου μόνο για μένα,

στις παράκτιες ζούγκλες
όπου τα τζιτζίκια μιλούσαν σε τρίστιχα
και οι κατσαρίδες, με τα τριχωτά τους πόδια,
τραγουδούσαν σε ιαμβικό πεντάμετρο.

Χάρισα τις Άγιες Γραφές σε μαγαζιά με μεταχειρισμένα—
τις πολτοποίησα σε πλαστικές σακούλες σκουπιδιών μαζί με μια λάμπα αλατιού Ιμαλαΐων.
Ήταν τα ιερά βιβλία που διαβάστηκαν στη βάφτιση,
που μάζεψα από τα χοντρά χέρια των φανατικών:
εύκολα στην ανάγνωση, ηλίθια, κενά.

Θυμάμαι περισσότερο τη μυρωδιά του πλαστικού
στις γυαλιστερές εικόνες των σχολικών βιβλίων βιολογίας.
Μου έκαψε τις τρίχες στα ρουθούνια.

Το αλάτι και το μελάνι έμεινε στις παλάμες μου,
κάτω απ’ τα θραύσματα του φεγγαριού.
Στις 2:45 τα ξημερώματα, μελετώ και επαναλαμβάνω:

ριβοσώματα
ενδοπλασματικά δίκτυα—
γαλακτικά οξέα
στήμονες

Στο IHOP, στη γωνία Πάουερς και Στέτσον Χιλς,
έγραφα και ξανάγραφα μέχρι που η γνώση προχώρησε διστακτικά και κόλλησε

κάπου που δεν μπορώ να αγγίξω—
κάπου ανάμεσα στο πάγκρεας και στο παχύ έντερο,
θα βρίσκεται το ασήμαντο ποτάμι της ψυχής μου.

Αυτό είναι το μέτρο μου πια.
Με αυτό μικραίνω τα πάντα.
Σκληρό, αιχμηρό, θρυμματισμένο
από μια γνώση που κάποτε καθόταν ήσυχα,
σαν βρεγμένο πανί σε πρόσωπο που το καίει πυρετός.

Μπορώ να τα αφήσω να συνυπάρχουν;
Αυτή την ασταθή πίστη και την επιστήμη
που γιουχάρει από το πίσω θρανίο;

Τώρα δεν μπορώ να πιστέψω
ότι η Βίβλος, το Κοράνι, η Μπαγκαβάτ Γκίτα τραβάνε
τα μαλλιά πίσω από το αυτί, όπως έκανε η μαμά,
και φυσούν στο πρόσωπό μου λέγοντας «Κάνε χώρο για το θαύμα».

Όλη η κατανόησή μου τρέχει από το πηγούνι στο στήθος
και περιγράφεται έτσι:

η ζωή είναι απλώς
ένα ωάριο κι ένα σπερματοζωάριο,
το πού συναντιούνται,
πόσο συχνά, πόσο καλά,
και τι πεθαίνει εκεί.

*

On Learning to Dissect Fetal Pigs

i want back my rocking chairs,
solipsist sunsets,
& coastal jungle sounds that are tercets from cicadas and pentameter from the hairy legs
of cockroaches.

i’ve donated bibles to thrift stores
(mashed them in plastic trash bags with an acidic himalayan salt lamp—
the post-baptism bibles, the ones plucked from street corners from the meaty hands of
zealots, the
dumbed-down, easy-to-read, parasitic kind):

remember more the slick rubber smell of high gloss biology textbook pictures; they burned
the hairs
inside my nostrils,
& salt & ink that rubbed off on my palms.
under clippings of the moon at two forty five AM I study & repeat

ribosome
endoplasmic—
lactic acid
stamen

at the IHOP on the corner of powers and stetson hills—

i repeated & scribbled until it picked its way & stagnated somewhere i can’t point to anymore, maybe my gut—
maybe there in-between my pancreas & large intestine is the piddly brook of my soul.
it’s the ruler by which i reduce all things now; hard-edged & splintering from knownedge that
used to sit, a cloth against fevered forehead.
can i let them both be? this fickle faith and this college science that heckles from the back
of the
classroom

now i can’t believe—
that the bible and qur’an and bhagavad gita are sliding

long hairs behind my ear like mom
used to & exhaling from their mouths “make room for wonder”—
all my understanding dribbles down the chin onto the chest & is summarized as:

life is merely
to ovum and sperm
and where those two meet
and how often and how well
and what dies there.

*Ελεύθερη απόδοση: Ειρηναίος Μαράκης



(Ελεύθερη απόδοση του βραβευμένου ποιήματος της Ρενέ Νικόλ Γκουντ (Renée Nicole Good), “On Learning to Dissect Fetal Pigs”, The Academy of American Poets, 2020. Η Ρενέ δολοφονήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2026 από τα τάγματα εφόδου της Υπηρεσίας Ελέγχου Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE). Το βιογραφικό σημείωμα από έναν πλέον ιδιωτικό λογαριασμό στο Instagram που ανήκει στην Good την περιγράφει ως «ποιήτρια και συγγραφέα, σύζυγο και μητέρα, και άθλια κιθαρίστρια από το Κολοράντο, που ζει στη Μινεάπολη της Μινεσότα»).



Αναδημοσίευση από το Ατέχνως: https://atexnos.com/renee-nicole-good-mathainontas-na-temachizo-emvrya-choiron-poiima-eleftheri-apodosi-sta-ellinika/ Πηγή αρχικού ποιήματος: https://poets.org/2020-on-learning-to-dissect-fetal-pigs

Diane Di Prima, Δύο ποιήματα

Buddhist New Year Song / Βουδιστικό Τραγούδι Πρωτοχρονιάς

I saw you in green velvet, wide full sleeves
seated in front of a fireplace, our house
made somehow more gracious, and you said
“There are stars in your hair”— it was truth I
brought down with me
to this sullen and dingy place that we must make golden
make precious and mythical somehow, it is our nature,
and it is truth, that we came here, I told you,
from other planets
where we were lords, we were sent here,
for some purpose
the golden mask I had seen before, that fitted
so beautifully over your face, did not return
nor did that face of a bull you had acquired
amid northern peoples, nomads, the Gobi desert
I did not see those tents again, nor the wagons
infinitely slow on the infinitely windy plains,
so cold, every star in the sky was a different color
the sky itself a tangled tapestry, glowing
but almost, I could see the planet from which we had come
I could not remember (then) what our purpose was
but remembered the name Mahakala, in the dawn
in the dawn confronted Shiva, the cold light
revealed the “mindborn” worlds, as simply that,
I watched them propagated, flowing out,
or, more simply, one mirror reflecting another.
then broke the mirrors, you were no longer in sight
nor any purpose, stared at this new blackness
the mindborn worlds fled, and the mind turned off:
a madness, or a beginning?

Σε είδα με πράσινο βελούδο, με φαρδιά, μακριά μανίκια
καθισμένο μπροστά σε ένα τζάκι, το σπίτι μας
έγινε κάπως πιο ευγενικό, και είπες
«Υπάρχουν αστέρια στα μαλλιά σου»— ήταν αλήθεια εγώ
κατέβηκε μαζί μου
σε αυτό το σκοτεινό και βρώμικο μέρος που πρέπει να το κάνουμε χρυσό
να το κάνουμε πολύτιμο και μυθικό με κάποιο τρόπο, είναι η φύση μας,
και είναι αλήθεια ότι ήρθαμε εδώ, σου είπα,
από άλλους πλανήτες
όπου ήμασταν άρχοντες, μας έστειλαν εδώ,
για κάποιο σκοπό
η χρυσή μάσκα που είχα ξαναδεί, που ταίριαζε
τόσο όμορφα πάνω στο πρόσωπό σου, δεν επέστρεψε
ούτε εκείνο το πρόσωπο ταύρου που είχες αποκτήσει
ανάμεσα σε βόρειους λαούς, νομάδες, την έρημο Γκόμπι
Δεν ξαναείδα αυτές τις σκηνές, ούτε τα κάρα τα
απείρως αργά στις απείρως θυελλώδεις πεδιάδες,
τόσο κρύο, κάθε αστέρι στον ουρανό είχε διαφορετικό χρώμα
ο ίδιος ο ουρανός ένα μπερδεμένο ταπισερί είναι, που λάμπει
αλλά σχεδόν, μπορούσα να δω τον πλανήτη από τον οποίο είχαμε έρθει
Δεν μπορούσα να θυμηθώ (τότε) ποιος ήταν ο σκοπός μας
αλλά θυμήθηκε το όνομα Μαχακάλα, την αυγή
την αυγή αντιμετώπισε τον Σίβα, το κρύο φως
αποκάλυψε τους «νοογενείς» κόσμους, απλώς ότι,
τα παρακολούθησα να πολλαπλασιάζονται, να ξεχύνονται,
ή, πιο απλά, ένας καθρέφτης που αντανακλά έναν άλλο.
μετά έσπασαν τους καθρέφτες, δεν ήσουν πια ορατός
ούτε με κάποιο σκοπό, κοίταξε αυτή τη νέα μαυρίλα
οι νοητικοί κόσμοι έφυγαν και το μυαλό έσβησε:
μια τρέλα ή μια αρχή;

*

An Exercise in Love / Μια Άσκηση στην Αγάπη

for Jackson Allen

My friend wears my scarf at his waist
I give him moonstones
He gives me shell & seaweeds
He comes from a distant city & I meet him
We will plant eggplants & celery together
He weaves me cloth
Many have brought the gifts
I use for his pleasure
silk, & green hills
& heron the color of dawn
My friend walks soft as a weaving on the wind
He backlights my dreams
He has built altars beside my bed
I awake in the smell of his hair & cannot remember
his name, or my own.


για τον Τζάκσον Άλεν


Ο φίλος μου φοράει το μαντήλι μου στη μέση του
Του δίνω σεληνόλιθους
Μου δίνει κοχύλια και φύκια
Έρχεται από μια μακρινή πόλη και τον συναντώ
Θα φυτέψουμε μαζί μελιτζάνες και σέλινο
Μου πλέκει ύφασμα
Πολλοί έφεραν δώρα
Το χρησιμοποιώ για την ευχαρίστησή του
μετάξι και πράσινοι λόφοι
& ερωδιός στο χρώμα της αυγής
Ο φίλος μου περπατάει απαλά σαν ύφανση στον άνεμο
Φωτίζει τα όνειρά μου από πίσω
Έχει χτίσει βωμούς δίπλα στο κρεβάτι μου
Ξυπνάω με τη μυρωδιά των μαλλιών του και δεν μπορώ να θυμηθώ
το όνομά του, ή το δικό μου.


*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης