Ζήσης Δ. Αϊναλής, 9η Νοεμβρίου 1938

Τους άκουσα την νύχτα ν’ ακονίζουν τα ξυράφια τους
επίδοξοι μνηστήρες
μ’ ένα σταυρό στρατόπεδο στο στήθος
των ολυμπίων ομοιώματα ευτελή
φυλακισμένοι στη μορφή τους

Κι ο μέλας λεληθώς πιο σκοτεινός
βαθιά μες στο λαγούμι του ήλιου
μώλωπες οροθετικές κραυγές
λάθρες πληγές ο βρόχος

είν’ ο καρκίνος που πλαγιοδρομεί
Ίσια
στην επικράτεια του κτήνους

κι είναι το σκούρο κυανό γενόσημο του τρόμου
(πάνω σε βόλια δίκυκλα)
βάρβαροι λαιστρυγόνες μ’ ολοπρόσωπες
εντολοδόχοι διαταγές βιασμοί κατ’ οίκον

Μα στην προστακτική
αγέρωχο το ι της φυχής σου

Ότι
δια νόμου τώρα διώκεται
η διαζευκτική
ζωή χωρίς διαστάσεις

Κι ο υπερθετικός λαός στις παρυφές
εκεί όπου γερνά το δράμα

Μα δεν αιρείται δίχως γδικιωμό το πλαστικό της ύλης
και η φωνή ολόρθη
ακέραια
στον οφθαλμό της μνήμης

Στο εκ διαμέσου
μην ξεχνάς

το ειλητάρι της ψυχής
δεμένο!

*Από τη συλλογή “Ένα κάτι πιο αργά”, Εκδόσεις Υποκείμενο”, 2021.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δαιδαλική αυγή 

Μια σειρά στιγμών είχε ενώσει
το μαύρο των ματιών με τα πλευρά της γης,
εκείνα που βρισκόταν καθισμένα γυμνά
έξω από το άγγιγμα του ήλιου
έξω από τα όρια.
Στο εύρος τους λέγεται ότι στέκει ο έρωτας,
ιδίως όταν πρόκειται για όρια-κη ανάσα
όρια-κο βήμα και τελικά όρια-κο αίμα και βλέμμα

Το ίχνος και η σκιά των ορίων
τοποθετούσαν εμπόδια στην κυκλοφορία
τόσο μεγάλα που μεγαλώνουν
καθώς αυξάνονται οι αποστάσεις
απομακρύνονται στην τύχη, οι μέρες ή οι ώρες
κυλιόμενες διαμέσου κρεβατιού
ώστε να κρίνονται περασμένες

δευτερόλεπτο ένα
τα σώματα μοιάζουν από έλξη
δευτερόλεπτο 138.001
αυτός να έχει τοποθετήσει τα χέρια στο στήθος του
αναζητώντας την ανάσα – πρέπει να έχανε την ζωή,
έφτιαξε μια φυλλωσιά με χάδια για να την βάλει μέσα
μάζεψε τις σκιές για να φαίνεται σημαντικότερος
και ένωσε τα ίχνη για να την βρει μέσα σε μια ευθεία

προχωρώντας χάθηκε μέσα στην πληθυντική διαδήλωση
ενω τα ίχνη τον οδηγησαν σε δαιδαλική αυγή
το μόνο όριο που έβλεπε ήταν εκείνο της στεριάς
και εκείνο της θάλασσας

τοποθέτησε με προσοχή την θαλασσινή αύρα
στους πνεύμονες του
και σκόρπισε το σώμα του στη θάλασσα

Derek Adams, Undertow / Ρεύμα επιστροφής

The overwhelming tsunami
has retreated, leaving a landscape
of scattered bricks and broken branches.

People send aid and say
you can start to rebuild now.
It will take years.

Even with shiny new building in place,
I will still feel undertow;
still struggle for breath.

Ρεύμα επιστροφής

Το κατακλυσμιαίο τσουνάμι
έχει υποχωρήσει, αφήνοντας ένα τοπίο
από διάσπαρτα τούβλα και σπασμένα κλαδιά.

Ο κόσμος στέλνει βοήθεια και λέει
μπορείτε να αρχίσετε να ανοικοδομείτε τώρα
Θα πάρει χρόνια.

Ακόμα και με τα αστραφτερά νέα κτίρια στη θέση τους,
πάντα θα αισθάνομαι το ρεύμα επιστροφής
ακόμα θα αγωνιώ για μια ανάσα

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλεξάνδρα Ζαμπά, Εμφανίσεις έρωτα και πόθου 

Φώτο/Artwork: Georgia O’Keefe 

1.

Έλα είπε,
με αργό βλέμμα μηρυκαστικού τη τράβηξε
μονοδεντρί στο χείλος του φαραγγιού εκείνη
στη μεταμόρφωση έπεσε η εισπνοή συναγερμός
στου έρωτα το κατρακύλισμα ίλιγγος
να κρατιέται σαρκωμένος από το βλέμμα της εκείνος
ώσπου το θάμπωμα να γείρει βαρύ στα σκοτεινά μπλε
να βρεθεί στο γκρέμισμα ν’ αρπάται απ΄τα ζιζάνια
αγκάθια στο σώμα – αχτίδες αιχμηρές να επιτίθενται –
κάτι πέτρες να κυλούν κάτι τύμπανα να κτυπούν κροτάφους
Και ο σκύλος από ψηλά να γαυγίζει και εκείνη να μην αγγίζει γή

2.

Έλα είπε,
τρομερό το τράβηγμά του σε χώρους αδιέξοδου
το σώμα στο αγκάλιασμα θάλασσα τρεμούλιαζε
οχιές τα μαλλιά ρουφήχτρα σκέψεων τα χέρια του
Καμία αντίσταση στο κάλεσμα, τα γόνατα λύγισαν
το πάτωμα υποχώρησε αβίαστα σεισμικά έτρεμε
– διαστίζαν το σώμα σπαθωτά νύχια παφλασμοί
στο κάλεσμα άγριου ρυθμικού παράξενου χορού-
θυμήθηκε στο θάνατο του αντρός της μάνας γέλιο νευρικό
επιθυμία νεκρική και την αναπνοή κομμάτιαζε η ζωή
Κλάμα γοερό για τόση αγάπη και ειρμό αισθημάτων τη σπάραξε

3.

Έλα του είπε,
και πλάγιασε το βαρύ φόρτωμα σαν τρελό μυρμήγκι
μπερδεύτηκαν σκιές παλιά όνειρα έπαιρναν νέες διαστάσεις
κοίταζε τις κουρτίνες κούρνιαζαν σκόνη σε παλιρροιακή δίνη
οι λέξεις έραψαν τη γλώσσα αποχώρησαν σε αρχαϊκό κάλεσμα
τράβηξε απάνω της τη καρδιά άταχτα να ρυθμίζει τα κύματα
και του φεγγίτη το φως να τρώει βαθιά το χώρο
να φτύνει παντού κουκούτσι το σώμα της να παλεύει μόνο ζώο
το σώμα να μετρά τους αιώνες το σώμα ξένο και άγνωρο σώμα

4.

Έλα του είπε,
πάρε με στης Ανατολής τα μήκη Σεκέρ Παρέ η αγκαλιά σου
πάρε με στα βάθη τα θολά στου σώματος το λύγισμα
βουτιά βαθιά πνοή σιροπιαστή με άρωμα μαστίχας
κατρακύλα στου στήθους το σάλεμα χαράς με ανακάλημα
Φύτρωσαν φύλλα δυόσμου στις φαρδιές λεκάνες μου
του έρωτα πλατεία βαθύσκιωτη – άρωμα φίλτρου μαγικό
ανθός πορτοκαλιάς ο ιδρώτας σου συνδυασμός καρδάμου
τα δάκτυλά μου γνώρισαν την αβεβαιότητα της σκοτεινιάς
τον κάθε ψίθυρο του πνεύματος της εκκλησιάς ικεσία
Ικρίωμα – ξύλινη δομή με τη μορφή της ποινής του έρωτα

5.

Έλα μου είπε,
το σκοτάδι σε λίγο ξανοίγει – τα καμπαναριά χτυπούν λαλούν
φωνές σε συρμό τραβούν τραύμα γοερό το ξύπνημα πληγή
αγιάτρευτη τρομερή ταραχή και ο έρωτας θα αποχωρίσει
ο ήλιος πέφτει αγχόνη φωτογραφίζει- τα του έρωτα προδίδει –
το δυνατό άσπλαχνο φώς θυσιάζει το σώμα εκτοξεύει τον έρωτα
Έλα στη γραμμή του τέλους όπου αρχίζει το νέο αίσθημα ζωής
οι κουκουβάγιες μένουν τώρα κυρτές όλο συλλογισμούς
καρτερούν το σώμα σου τη νύχτα να ξεκουμπώσει αισθήσεις
άστεγος ο έρωτας περιμένει μονάχος και τα σανίδια να τρίζουν
Χάνονται πλέον οι σκιές καραδοκούν μαχαίρια σε κάθε βλέμμα

6.

Έλα του είπα,
τα τελευταία συνθήματα του έρωτα όρθια στους παραστάτες
άφησέ τα ότι αρχίσαμε στάμνα στεγνή σπάζει πάμε στη τελευταία
απότομη εισπνοή του έρωτα – απομακρύνει το φόβο του κενού –
το ηχητικό χάος της συμφοράς η απόγνωση του τέλους
άσπλαχνα περιβάλλει τη ταυτότητά μου με αναφιλητά
σε ιερό σπήλαιο κρατά σε απόσταση την αφή της νύχτας
και η μέρα άσπλαχνη και το φώς ρίχνει τους φάρους
στη στεγνή θάλασσα της Γαλιλαίας να καταβροχθίζει αργά
και αμείλικτα τη φωνή σου στο σκοτάδι του σώματός μου
Όλα σβήνουν μελαγχολικά σηκώνονται οι σκιές και τελειώνουμε

*Το ποίημα εμφανίστηκε εδώ, στο πλαίσιο της ενότητας «Ο αγιότατος έρως και άλλα τινά», σε σύλληψη, έρευνα, οργάνωση και εκτέλεση: Μαρία Πανούτσου και επιμέλεια: Αλεξία Κατσαβού: https://ologramma.art/ekei-poy-ola-archizoyn-kai-ola-teleionoyn/?fbclid=IwAR1a35EnbbfD13R7RejHnjy3hC72HF7wOcyqHijd9uDyBQezDLLqVnrx_wM

Λεωνίδας Καζάσης, Ο πατήρ

«Μάζεψε το αεροβόλο σου Θοδωρή και πήγαινε να μελετήσεις˙ μην τα αφήσεις όλα για μετά τις γιορτές. Κι εσύ Γιωργίτσα, άσε τις κούκλες, συμμάζεψε τα δαχτυλιδάκια σου, για να μπορείς μεθαύριο να κρατάς τα αληθινά δαχτυλίδια που θα σου χαρίσει ο άνδρας που θα παντρευτείς, και πήγαινε να μελετήσεις».

Γιωργίτσα: Ναι μπαμπά, αλλά όταν διαβάσουμε, θα δούμε τηλεόραση; Σήμερα επειδή είναι Μεγάλη Πέμπτη, δείχνει τα Πάθη του Χριστού που μάθαμε στα θρησκευτικά˙ θα δείξει πως μαστιγώνουν τον Χριστό ενώ σηκώνει τον σταυρό, πως τρυπά ο στρατιώτης με την λόγχη τα πλευρά του Χριστού, πως καρφώνουν τα χέρια και τα πόδια του στον σταυρό, και τα αγκάθια από το στεφάνι που του ματώνουν το κεφάλι. Εχθές, έδειξε τον Χριστό να βαπτίζεται από τον Ιωάννη και το κομμένο κεφάλι του Ιωάννη.

Θόδωρος: Πώς δεν σούβλισαν μπαμπά τον Χριστό, όπως οι Τούρκοι τον Διάκο; Και πώς δεν του έκοψαν το κεφάλι, όπως έκαναν στον Ιωάννη τον Βαπτιστή; Ο Καραϊσκάκης μπαμπά, όπως μας είπε ο δάσκαλος στο μάθημα της ιστορίας, μετά την νίκη του στην Αράχωβα, έφτιαξε έναν πύργο από 300 κομμένα κεφάλια Τούρκων˙ φαντάσου να πέρναγε τα κεφάλια στην σούβλα μπαμπά, πόσες σούβλες θα χρειαζόταν;

Πατέρας: Αφήστε τις φλυαρίες και πηγαίνετε να διαβάσετε τα μαθήματά σας, για να δείτε μετά, τα Πάθη του Χριστού.

Θόδωρος: Ξέρεις μπαμπά, την περασμένη εβδομάδα στο σχολείο, την ώρα της γεωγραφίας, ο Τάκης μου έλεγε ψιθυριστά, πως τα παιδιά έρχονται με την ένωση των σωμάτων του άνδρα και της γυναίκας. Πώς ενώνονται τα δύο σώματα μπαμπά;

Πατέρας: Ποιός είναι αυτός ο ανώμαλος; Μετά τις γιορτές θα έρθω στο σχολείο και θα ζητήσω την αποβολή του˙ θεωρώ ανάρμοστες τέτοιες συζητήσεις για μαθητές του δημοτικού! Να σιχαίνεστε τις βρωμιές και να μην ασχολείστε με θέματα που δεν σας αφορούν. Στο γυμνάσιο που διδάσκω σε μεγαλύτερα από εσάς παιδιά, τους λέω να ασχολούνται με τα μαθήματά τους, και να σκέφτονται μόνο την αυριανή καριέρα! Πως θα επιτύχουν στην ζωή.

Θόδωρος: Καλά μπαμπά, όμως θα μου πάρεις αληθινή καραμπίνα, χωρίς σφαίρες, γιατί είμαι ανήλικος;

Γιωργίτσα: Κι εμένα να μου πάρεις κούκλα από πορσελάνη, όπως πήρε στην Ελένη ο μπαμπάς της που έχει καταστήματα.

Πατέρας: Εντάξει παιδιά! Αρκεί να παίρνετε υψηλούς βαθμούς εξεταζόμενοι εις τα μαθήματα του σχολείου και να μην ρωτάτε πράγματα που απαγορεύεται να σας ενδιαφέρουν.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Βιογραφικό σημείωμα

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης

Ξένος ο πόνος
που νιώθει την πρώτη φορά
το πρόσωπο μπροστά στο αλύχτημα
ίσως παιδί στο τρέξιμο πηδώντας
τα σκαλοπάτια των σπιτιών
ίσως ολόκληρο κορίτσι
που κοιτά την αντανάκλασή του
στις γυάλινες τζαμαρίες
αυτές που χθες γυάλιζαν καθαριστές εν κρίσει
/είκοσι ευρώ για δέκα ώρες είναι
καλό μεροκάματο αλλά
τα τρώνε στα μπουρδέλα
οι ξεπεσμένοι ήρωες του Μεταξουργείου/
κι οι γυναίκες στάθηκαν πάνω τους
αποχαιρετώντας τους εραστές τους
μα είναι τούτη η στιγμή
μια ποταπή νοσταλγία
έξω από το Υπουργείο Γεωργίας
κι η σκέψη μου βρωμίζει
απ’ τα σκατά των περιστεριών
ή να θυμηθώ πώς να ζητήσω την πληρωμή μου
τώρα που τα σκάτωσα κι εγώ
αείμνηστη ψυχωσική μου λύπη
Θεμιστοκλέους και Ακαδημίας έπεσα κάτω
ανήμπορη στα σκέλια μου απ’ τα γλωσσόφιλα [άνω στιγμή κερατάδες]
μ’ εκείνο το αγόρι με τα ωραία χέρια
που τρέχει μες στις φλέβες του
ποίηση μπιτ ποίηση διαβολεμένη ποίηση πόρνη
[…] από τότε που γεννήθηκα,
σ’ αγαπώ, τραγουδάει ένας λαϊκός
άντρας, φίλος του πατέρα, σπαράζοντας και πετώντας
γαρίφαλα στα πόδια νυσταγμένων κοριτσιών
αλίμονο, εγώ,
στη σελίδα δεκατρία

Λίνα Βαταντζή, Τρία ποιήματα

ΣΥΝΑΦΕΙΑ

Με περιβάλλουν αγώνες –
ιαμβικά ηχούν,
σε αρμονική ταλάντωση.
Θαρρώ
ότι πρέπει να μετρήσω
τις παραινέσεις.
Μήπως, αναμέτρηση δεν είναι
όλη η ζωή!

*

ΣΕ ΓΑΙΑ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΟ

Σβήσε αυτό το φως –
γυαλίζει ερινυακά
πάνω στα λάθη.
Μην κυκλοφορείς αμέριμνα –
λάμψεις
σου δείχνουν το δρόμο
της ανασκευής.

*

ΜΙΚΡΗ ΣΠΟΝΔΗ

Θολώνει το πορφυρό χρώμα –
απλώνεται μετά τη δύση
και διαλύεται, χλωμιάζει.
Το πρόσωπό μας
εικόνισμα ψηφιδωτό
σε χοϊκή θυσία.

Αλέκος Λούντζης, Τρία ποιήματα

ΙΔΙΩΤΕΥΣΗ
Μπορεί η ποίηση να γεμίσει στάδια
έστω μ΄ ελεύθερη είσοδο;

Μπορεί όλα να σβήσουν για μια
έστω από λάθος
κομμένη κεφαλή;

Μπορεί να πέσει κεφαλή
για ένα μόνο λάθος;

Μπορεί κάποτε κάποια
ν’ αναλάβει την ευθύνη
και να κρατήσει τις επόμενες;

Μπορεί να γεμίσουν στάδια
μ’ ελεύθερη έξοδο;

*

Η ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ
Όταν πάνε όλα ρολόι
κοινωνία
λεπτοδείκτης στο σώμα της

Όταν κάτι περισσεύει
μειοψηφία
ακατανόητο ξένο σώμα

Και όμως
πάντα εμείς ήμασταν
ακόμα μάλλον ίδιοι

Έστω μια φορά
θα χτυπήσουμε ακριβώς
σαν κάθε αυτάρεσκο πτώμα

*

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ
Κάθε πένθος, κάθε θυμός
κάποια διέξοδος
έστω με αγκαθωτό «ξ»

Η ντροπή για τους οικείους
ανυπόφορο συναίσθημα
ασυγχώρητη, αχώνευτη, άπατρις
οριακή δοκιμασία αγάπης’

Κανείς δεν ξέρει πώς φτάσαμε ως εδώ
Κανείς δεν ήξερε πώς να τ’ αποφύγουμε
κι έγινε ό,τι ήταν για να γίνει

Εις το όνομα του πατρός
και του μικρού
και του Αγίου Θέματος
Του μεταξύ τους

*Από τη συλλογή «Οι επόμενοι εμείς», Εκδόσεις Στιγμός, 2021.

Francis Picabia, Ένα απόσπασμα

Έκανα ένα ταξίδι με το ωραιότερο καράβι που φτιάχτηκε ποτέ· παράξενη ιδιαιτερότητα, επιβάτες και πλήρωμα αυτού του υπερωκεάνιου ήταν έφιπποι!

Ο καπετάνιος, άξιος αναβάτης, ίππευε ένα καθαρόαιμο κούρσας, φορούσε ένα κυνηγετικό κοστούμι και σάλπιζε με ένα κυνηγετικό κόρνο τις μανούβρες του πλοίου· όσο για μένα που απεχθανόμουν την ιππασία είχα καταφέρει να περνάω της ημέρες μου στον ξύλινο ίππο της αίθουσας γυμναστικής. Αποβιβαστήκαμε σε μια Νέα Γη όπου τα άλογα ήταν άγνωστο είδος· οι ιθαγενείς νόμισαν πως οι έφιπποι επιβάτες που επέβαιναν στο πλοίο μας ήταν δικέφαλα ζώα, και, τρομοκρατημένοι, δεν τολμούσαν να πλησιάσουν· μονάχα εγώ, που φάνταζα όμοιος με αυτά τα πρωτόγονα πλάσματα, πιάστηκα αιχμάλωτός τους. Τις γραμμές που θα ακολουθήσουν τις έγραψα στη φυλακή όπου με έκλεισαν. Η φυλακή αυτή ήταν ένα νησί παντελώς έρημο στη διάρκεια της ημέρας, τη νύχτα όμως, οι κάτοικοι μιας μεγάλης ηπειρωτικής πόλης όπου ο γάμος και οι ελεύθερες σχέσεις απαγορεύονταν εξίσου, έδιναν ραντεβού για να κάνουν έρωτα, κι έτσι μπόρεσα να φέρω από την εξορία μου την πιο υπέροχη συλλογή από γυναικεία χτενάκια που υπάρχει στον κόσμο, φτιαγμένα από το πιο ευτελές σελιλόιντ μέχρι την πιο διάφανη ταρταρούγα, καλυμμένη από πολύτιμους λίθους. Δώρισα τη συλλογή αυτή σε κάποιο θείο μου, διακεκριμένο ειδήμονα των κοχυλιών, στο σπίτι του οποίου η συλλογή αυτή είναι παράρτημα μιας βιτρίνας με ινδικά κοχύλια.

*Από το βιβλίο Francis Picabia, “Ιησούς Χριστός Ραστακουέρος”, μτφρ. Ε. Γραμματικοπούλου, εκδ. “Οκτάνα”.

Αντρέι Βοζνεσένσκι (1932-2010), Χτυπούν μια γυναίκα

Χτυπούν μια γυναίκα, ασπρίζει τ’ ασπράδι
στο κλειστό και ζεστό αυτοκίνητο
και τα πόδια χτυπούν στο ταβάνι
σαν άσπροι προβολείς σ’ αυτοκίνητο.
Χτυπούν μια γυναίκα, μια σκλάβα χτυπούνε
που είναι στα δάκρυα λουσμένη.
Τα χέρια την κλειδαριά τραβούνε
και να,
στην άσφαλτο πεσμένη!
Και τρίξανε φρενάροντας τα φρένα.
Και τρέξαν και την τράβηξαν μ’ οργή.
Και τη σέρνανε στα χόρτα τα πεσμένα
και το πρόσωπο σερνότανε στη γη…
Ένα κάθαρμα χτυπούσε στα τυφλά
παίζοντας τον Τσάιλντ Κάρολ, επιδεικτικά.
Και το λεπτό παπούτσι του σκληρά
μπήχτηκε στα τρεμάμενα πλευρά.
Ω! του κατακτητή άγρια έκσταση,
χωριάτικη λεπτότητα, χυδαία,
στης οδού Κουπάβνα τη διασταύρωση
άγρια χτυπούνε μια γυναίκα.
Χτυπούν μια γυναίκα. Αιώνες χτυπούν,
χτυπούνε τη νιότη, καθώς την καμπάνα
της γαμήλιας χτυπούν τελετής,
χτυπουν μια γυναίκα.
Στον σβέρκο καίει μια σόμπα
κι είναι τα χτυπήματα ζεστά.
Ύπουλη ζωή -ώ! σώπα-
μια γυναίκα χτυπούν παντοτινά.
Μα είναι η λάμψη της πανώρια,
είναι ανδρεία και θεϊκιά.
Θρησκεία δεν υπάρχει,
οιωνός – κανένας,
Υπάρχει μόνο
Γυναίκα!…
…Σα μια λίμνη αυτή απλωνόταν
και στεκόντουσαν τα μάτια σα νερό
και σε κανένα δεν ανήκε όπως κειτόταν
σα δρόμος είτε άστρο μοναχό.
Και χτυπούσανε στον ουρανό τ’ αστέρια
σαν τη βροχή πάνω σε γυαλί ζοφό
και κυλώντας
της παγώναν
το μέτωπό της το ζεστό.
(1960)

*Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης. Περιλαμβάνεται στο ανθολόγιο του ίδιου “Ρώσικη Ποίηση του 20ού αιώνα”, εκδ. Βακχικόν, 2018, σσ. 250.