Γιάννης Δάλλας, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΔΕΛΦΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Μη μου αναιρείς τη μαγική τεχνοδομή
την πρόσοψη και την πλοκή της έμπνευσης

Μη πιάνεσαι απ’ τη γλώσσα μην τραβάς
των φράσεων την περιβολή ξηλώνοντας
το υφάδι και το στρίφωμα του λογισμού
την εγκεφαλική ραφή του λόγου, φτάνοντας
στη ρίζα της σιωπής και του ψελλίσματος

Μ’ έγδυσες και δεν ένιωσες το σκίρτημα;
Δεν σε διαπέρασε η ενέργεια που εκλύθηκε
δεν σου είπε τίποτε η γυμνή ποιητική μου
ανάδελφέ μου ανόμοιε ανυποψίαστε
καννίβαλε αναγνώστη;

*

Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες

Μίμης Χριστοφιλάκης, Δύο ποιήματα

ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ

Θεματοφύλακας
αρχέγονης θρησκείας
ο Ταΰγετος,
Οι ελαιώνες του
που αντηχούν τραγούδια
χωμάτινης αρμονίας
κι εμείς ημιτελείς
στ’ ασύμμετρα οικοδομικά
της Αθήνας,
με τη νοσταλγία μας
σ’ επίπεδο πείνας

*

ΜΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΜΕ ΡΙΜΑ

Πώς να τολμήσω
να σε συναντήσω
παλαιά μου πρωτεύουσα;
Με χέρια
που δε μπορούν πια
ν’ αγκαλιάσουν
και με μάτια
σκεπασμένα μόνιμα
από μωβ ομίχλη.
Δεν θέλω να θυμηθώ.
Θέλω μόνο να περάσω,
να σε δω στο παράθυρο
και να σου φωνάξω
πως οι ανεμώνες
μαραίνονται μόνες.

*Από τη συλλογή “UBI BENE, IBI PATRIA – Οι Κροκεές, η μάνα μου”, Εκδόσεις “Ιδεόγραμμα”, Αθήνα 2010.

Paul Eluard, Pour ne plus être seuls / Για να μην είστε πια μόνοι

Comme un flot d’oiseaux noirs ils dansaient dans la nuit
Et leur cœur était pur on ne voyait plus bien
Quels étaient les garçons quelles étaient les filles

Tous avaient leur fusil au dos

Se tenant par la main ils dansaient ils chantaient
Un air ancien nouveau un air de liberté
L’ombre en était illuminée elle flambait

L’ennemi s’était endormi

Et l’écho répétait leur amour de la vie
Et leur jeunesse était comme une plage immense
Où la mer vient offrir tous les baisers du monde

Peu d’entre eux avaient vu la mer

Pourtant bien vivre est un voyage sans frontières
Ils vivaient bien vivant entre eux et pour leurs frères
Leurs frères de partout ils en rêvaient tout haut

Et la montagne allait vers la plaine et la plage
Reproduisant leur rêve et leur folle conquête
La main allant aux mains comme source à la mer.

Για να μην είστε πια μόνοι

Σαν πλημμύρα μαύρων πουλιών χόρευαν μέσα στη νύχτα
Και η καρδιά τους ήταν αγνή, δεν μπορούσαμε να δούμε καλά
Ποια ήταν τα αγόρια ποια ήταν τα κορίτσια

Όλοι είχαν τα όπλα τους στην πλάτη

Πιασμένοι χέρι χέρι χόρευαν τραγουδούσαν
Ένας αρχέγονος νέος άνεμος, ένας άνεμος ελευθερίας
Η σκιά έλαμψε, φλογιζόταν

Ο εχθρός είχε αποκοιμηθεί

Και η ηχώ επαναλάμβανε την αγάπη τους για τη ζωή
Και η νιότη τους ήταν σαν μια τεράστια παραλία
Εκεί όπου η θάλασσα έρχεται για να προσφέρει όλα τα φιλιά του κόσμου

Λίγοι από αυτούς είχαν δει τη θάλασσα

Ωστόσο, το να ζεις καλά είναι ένα ταξίδι χωρίς σύνορα
Ζούσαν ζωντανά μεταξύ τους και για τα αδέρφια τους
Τα αδέρφια τους παντού τους ονειρεύονταν εκεί ψηλά

Και το βουνό πήγαινε προς τον κάμπο και την παραλία
Αναπαράγοντας το όνειρό τους και την τρελή τους κατάκτηση
Το χέρι που πηγαίνει στα χέρια σαν πηγή στη θάλασσα.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: https://commentairecompose.fr/la-courbe-de-tes-yeux-eluard/

Fransesco Tomada, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ
τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

*

ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;
ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο ίσον μηδέν

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
**Αναδημοσίεση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2018/01/%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR06jK7pvnc1DA68CJJN8mHazau16IkMjqmR2_mG-g7n_BfOcr8xmmUjGZ0

Georgia Blanche Douglas Camp (1880-1966), Διαφυγή

Ίσκιοι, ίσκιοι,*
Πάρτε μ’ αγκαλιά
Να μη με παίρνει μυρουδιά
Η θλίψη.
Μ’ έχει στο κατόπι
Δε στέκω σε μεριά,
Δεν μπορώ ντης φύγω
Από πουθενά.

Στην άβυσσό σας μέσα
Σφίχτε με τη μαύρη,
Σ’ αυτή ποτέ της μέσα
Δε θε να τηράξει –
Ίσκιοι, ίσκιοι,
Πάρτε μ’ αγκαλιά
Στη βαριά ερημιά σας
Μέσα σας βαθιά.

*”Ίσκιοι”. Στο πρωτότυπο “Shadows”. Ο ίσκιος είναι καθιερωμένο σύμβολο της “μαυρότητας”, της “μαύρης συνθήκης”, που μαζί με τη νύχτα, το σκοτάδι κ.λπ.

**Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Δύο μικρά πεζά

Stellan Morner (1896-1979), Dreamland with hearts (1939)

ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ

Είμαι μέσα στο στομάχι της φάλαινας. Θα το λέμε κήτος για να ταιριάζει με τις γραφές. Έχω μαζέψει λογιών πράγματα και έχω προετοιμαστεί για την παλίρροια και άμπωτη. Το πουλάκι για τον καθαρισμό δοντιών το έχω βάλει μέσα σε κλουβί. Όταν είμαστε στα ανοιχτά και ακούω το κήτος να παραπονιέται. Ελευθερώνω το πουλί και όταν σταματάει το ταρακούνημα επιστρέφει ξανά στο κλουβί. Είμαι μέσα στην κοιλιά του κήτους και περνώ καλά. Διαθέτω κρεβάτι. Βιβλιοθήκη με βρεγμένα βιβλία. Ένα τραπέζι για να γράφω και να σβήνω όσα σκέφτηκα και το σημαντικότερο έχω πολυθρόνα και δορυφορικό ίντερνετ. Συνδέομαι σαν Ιωνάς. Αυτό από μόνο μου αρκεί.

*

ΓΡΑΪΔΙΟ ΡΑΝΙΑ

Όλη μέρα καθισμένη σε μια πολυθρόνα διάβαζα. Το βράδυ απ’ όλη τη γειτονιά μόνο το δικό μου καντήλι έκαιγε με επιμονή παράγοντας σοφίας τεχνάσματα και φλύαρες λογοδιάρροιες. Έβγαινε με αγωνία την επομένη η Ράνια το γραΐδιο και φώναζε της μάνας μου που δεν έζησε ποτέ εδώ. Τι έγινε έγραψε ποιήματα; Τα δημοσίευσε πουθενά; Ή…; Και κούναγε το κεφάλι της, γιατί ήξερε ήδη ότι η απάντηση περιεχόταν στον τελευταίο διαζευκτικό όρο. Κουνούσε ακόμα πιο πολύ το κεφάλι, όταν έβλεπε το σουλούπι μου από το παράθυρο. Βυθισμένο μέσα στην ίδια πολυθρόνα να διαβάζει και να γράφει. Ξαναερχόταν την επομένη και έβριζε το τρελό γραΐδιο: «Αυτή άντρα και παιδί δεν έχει; Τι τους ταΐζει; Ποιος τους μαγειρεύει και τους πλένει;» Μα ήξερα εγώ να την ξεγελώ. Είχα φτιάξει με τον νου μου καρικατούρα του εαυτού μου ίδια χάρτινη σαν του καραγκιόζη και την είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι με τρόπο να φαίνεται ότι κάθεται πάντα στο ίδιο σημείο -ίδια προτομή ασάλευτη του Παλαμά στην οδό Ακαδημίας. Ο γήινος και χωμάτινος εαυτός μου, έτρεχε, έπεφτε και έκοβε λαχανικά. Το μυαλό μου, όμως, πάντα ήταν εκεί στη βιβλιοθήκη και στις αδειανές σελίδες, που καρτερικά γύρευε λέξεις για να τις γεμίσει με νοήματα. Από τη Ράνια έγινε γνωστό ότι στη γειτονιά υπάρχει συγγραφέας, που όλο γράφει και διαβάζει, μα ούτε ένας δεν έχει διαβάσει και ακούσει ένα δείγμα δουλειάς μου. Μήτε τους διάβαζα, μήτε απάγγελνα, μήτε δημοσίευα στις τοπικές εφημερίδες του νησιού. Κι αφού ούτε δικό μου βιβλίο έκαμα, κέρδισα ωστόσο αυστηρή αναγνώστρια τη Ράνια που με διάβαζε με το κοφτερό της μάτι σαν ανοιχτό βιβλίο. Ύστερα, σαν αρχαία ραψωδός πάνω στη βακτηρία της με διαλαλούσε κεφάλαιο-κεφάλαιο και ραψωδία-ραψωδία, με επωδό τις βρισιές προς το άτομό μου που απάγγελνε με στόμφο και τραγουδιστή φωνή σε κάθε σπίτι και γωνιά σε κάθε σοκάκι με γιαγιά. Κι έγινα έτσι ένας γυμνός μύθος της Κούλουρης, της γεροντοκρατίας, του κουτσομπολιού και της αιώνιας ανυπαρξίας.

*Δημοσιεύτηκαν στο Ποιείν: http://www.poiein.gr

Ρογήρος Δέξτερ – Θεοδώρα Βαγιώτη | Αυτοσχέδιο σε δύο μέρη

De nocte et De poesi

Κάτω από την απειλή
-Μαχαίρι και σφιγμένες γροθιές-
Πως αν ξανακοιτάξεις
Τη φιλενάδα τού ιδιοκτήτη στα μάτια
Ξέκωλο σε κωλόμπαρο με τα βυζιά στη φώρα
Και ο χειρότερος μάλλον
Ο πιο σύνθετος πειρασμός στην έρημο
Θα σε κάνουν τ’ αλατιού οι μαντραχαλάδες
Κάτω από τέτοια λόγια τού αέρα
Που δεν έγιναν πράξη
Αν και συνήθως δε λείπουν τα κότσια
Στους κουμπωμένους με καινούργια φιξάκια
Και νυχτοβάτες
Αγγέλους να σε σηκώνουν στα σύννεφα σα
Γλώσσες θηλυκές που λατρεύουν τη σάρκα σα
Χιλιάδες πουλιά που διαβάζουν τις σκέψεις σου
Χώνοντας τη φωνή σου στο λαρύγγι τους –
Όλ’ αυτά ή άλλα τόσα παράδοξα
Είναι λες και συμβαίνουν στ’ αλήθεια
Καθώς μια βουτιά μακρινή στα βάθη
Μέσα σε ξένα τρεχάματα• γι’ αυτό χρειάζεται
Ut pictura poesis
Σε άχρωμους καιρούς η ποίηση• καμιά δόξα
Κανένα στεφάνι• φωνάζεις μόνο έναν τυχαίο στίχο
Και τα βουνά αποκρίνονται• έτσι
Περνάς αλώβητος τους γκρεμούς των ανθρώπων
Και από γενιά σε γενιά τ’ αγεφύρωτα χάσματα
Ίσως μέχρι να σε καταπιεί
Μια νύχτα ξαφνική για τα καλά η άβυσσος•

Ρ. Δ.

*

Μελίγηρυς

Κοιμούνται μόνοι οι ουρανοί
Όπως κοιμούνται μόνοι οι φόβοι των ανθρώπων
Ξάγρυπνοι στα στρωσίδια
Όπως ξαγρυπνούν οι ελπίδες των κοριτσιών
Που πλάγιασαν τη μοναξιά τους πλάι σε πρίγκιπες βιαστές
Να τις ορέγονται τάχα οι ποιητές
Που για μία αιωνιότητα
Κολυμπούν στο πέλαγος των παραισθήσεων
Φερμένοι αέρηδες που καταλάγιασαν
Στα επίνεια των πόλεων
Σεργιανίζοντας στις πόρτες τους
/Οι γυναίκες πόρνες
Σαν μάνες που έχασαν παιδιά
Να τους πλένουν τα πόδια
Να τους φιλούν τα χέρια
Κι ένας μαύρος πύργος να υψώνεται
Στην άκρη της θάλασσας
Κάθε που χαιρετούν τα καράβια
Χορτασμένοι αγοραίο στίχο
/Μένοντας πίσω
Το αίμα σου ρίχνω στις φλέβες μου
Και ατενίζω τη δοσοληψία·
Αγέρωχη ομορφιά μέσα σε τόση αδικία
Άσε τα πουλιά
Να κλέψουν τη λυρική φωνή σου
Ut pictura poesis
Στ’ αλήθεια
Κι άλλο τίποτε πιο δικό μου
Δεν έχω δει
Από τούτο το σφετερισμό.

Θ.

*Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό “Μονόκλ”.

Στέλιος Ροΐδης, That Velvet Dress 

Αξίζει; Πόσο κρατάει μέσα μου αυτό; Θα μείνω μέσα σου;
Υπάρχει η ανάμνηση μου ανάμεσα από τόσα πρόσωπα;
Δεν προλαβαίνω να διαβώ όλες τις στοές. Τα μάτια μου
Είναι επίσης δεμένα με ένα πανί. Εμπιστεύομαι την ακοή μου.
Και το αεράκι. Έλα να φιληθούμε. Έλα να ξεκινήσουμε την μαλακή
μας κουβέντα. Όλα είναι υποδόρια. Η επιφάνεια είναι υποδόρια.
Ρούφηξέ μου την φλέβα. Άσε με να το κάνω για σένα. Θα σου
δώσω την γεύση μου κατευθείαν στο στόμα. Στο κορμί. Θα
αγωνιστώ για να κατακτήσω την μνήμη. Διεκδιδείς δίπλα μου
τον θρόνο. Δέχομαι ότι πεις για εμένα. Αυτό που φαίνεται τώρα
αυτήν την στιγμή δεν το βλέπει κανείς. Ξέρεις ότι είσαι ελεύθερη,
μέσα στην ελευθερία σου διευρυμένη. Υπάρχουν τόσοι όροι που
κανείς μας δεν ξέρει. Τόσο βαθιές τρυφερότητες που μόνο η ευκαιρία
αυτή μπορεί να εκμεταλευτεί. Οι άνθρωποι βάζουνε συναγερμό εκεί
που κάποιοι άλλοι άνθρωποι βρίσκουν την ελευθερία τους. Άλλοι
θέλουν να γευτούν την ιστορία χωρίς να την έχουν ζήσει. Άλλοι την
ακούνε και περιμένουν τον συναγερμό να τους κοιμίσει. Σου είπα
για το αεράκι; Για την μυστήρια υπεροχή; Τους εκατοντάδες
κόσμους που ήπιαν από το κορμί σου, τον ίδιο τον κόσμο; Τους
καταβροχθίζω και τους εξαγνίζω, και κάνω έρωτα σε όλους. Και
σου τους επιτρέπω, όπως μου τους επιτρέπεις και εσύ. Και όλα
μπαίνουν στο άλλο μεγεθός τους. Κανείς δεν μπορεί να δει την
μεταφορά που δίνουμε. Κανείς δεν γνωρίζει από τώρα την μεταφορά
που θα δωθεί. Άκουσες το αεράκι; Όταν τελειώσει ο κόσμος η έρθει
να ζητήσει τα ρέστα, αυτό θα τα διαπερνάει όλα. Θα μείνω μέσα σου
κάπως; Πόσο κρατάει μέσα μου αυτό; Είναι μια δυνατότητα, η μια νέα
ηλικία, μετά από τα τόσα. Ακούω το αεράκι. Ανάμεσα από τα πρόσωπα
διαπερνάει την αναμνησή μου.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Το βιός ενός κατακτητή των λέξεων

Τη νύχτα, αργά, όταν κοιμούνται οι ώρες
γκρεμίζονται απ’ τη σκεπή
αποξηραμένα κομμάτια από το μέλλον.

Γεμίζει ο δρόμος
λέξεις άδειες
και βλέμματα πεθαμένα.

Όλο το βιός ενός κατακτητή των λέξεων
σ’ ένα πεζοδρόμιο του Παγκρατίου,
το φορτώνει ο παλιατζής ασθμαίνοντας
πάνω στο παλιό φορτηγό του.

Βογκούν οι λέξεις του Ποιητή
καθώς σωριάζονται πάνω στην καρότσα·
το αίμα τους κατακόκκινο
λεκιάζει στο δρόμο.

Οι κληρονόμοι
απαλλαγμένοι από το βάρος,
διαπραγματεύονται τα τετραγωνικά της κληρονομίας
καθώς οι μπογιατζήδες
σβήνουν τις ανάσες του δημιουργού
πάνω στους τοίχους.

Είναι νωρίς για συζητήσεις
γύρω απ’ το κέρδος που θα αποφέρουν οι λέξεις.

Η ζωή συνεχίζει το δικό της παιχνίδι.

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκιές στον κήπο…”.

Georgy Adamovich (1892-1972), A window, a dawn, … as shadows, are barely seen… / Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται…

A window, a dawn, … as shadows, are barely seen
Two chairs, a bookshelf on the wall.
Did I wake up? Or the ethereal lilac’s smell
I fancied in my dream?

Or this is through the grieving parting,
Through those dim and smoky clouds,
A shadow is reaching out
And smiles from afar?

Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται…

Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται
Δύο καρέκλες, ένα ράφι στον τοίχο.
Ξύπνησα; Ή φαντάστηκα τη μυρωδιά
της αιθέριας πασχαλιάς
στο όνειρό μου;

Ή αυτό είναι μέσω του θρηνητικού χωρισμού,
Μέσα από αυτά τα θαμπά και καπνισμένα σύννεφα,
Μια σκιά απλώνεται
Και χαμόγελα από μακριά;

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Georgy Adamovich ήταν Ρώσος ποιητής, που γεννήθηκε στις 19 Απρίλη 1892 στη Μόσχα και πέθανε στις 21 Φλεβάρη 1972 στη Νίκαια της Γαλλίας. Έφυγε από την πρώην ΕΣΣΔ το 1923. Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηλε με τη λογοτεχνική κριτική και τη μετάφραση.