Πάλι έφυγες Ή μήπως ποτέ δεν ήρθες Εγώ τώρα να λυπηθώ που έφυγες ή πιότερο να χαρώ που δεν ήρθες
Μήπως όμως έλειπα εγώ;
*
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σ’ αυτό τον έρωτα θάνατος μίζερος κι αργός -σαν των ταλαίπωρων θνητών- δεν του ταιριάζει Αυτοκτονία αντρίκεια του πρέπει ταιριαστή μ’ εκείνη που καταφεύγουν οι θεοί όταν οι εποχές τους έχουν πλέον ξεπεράσει
*
ΑΘΩΟΤΗΤΑ
“Πρέπει να αναζητήσουμε τη χαμένη μας αθωότητα” έλεγε με έξαψη ο ποιητής
“Πού να τη βρεις, καημένε μου” τον πείραξε ο φιλόσοφος “Αθώοι είναι μόνο οι αγέννητοι και οι νεκροί” συμπλήρωσε θλιμμένα
*Από τη συλλογή “Έξοδος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.
Καρατομημένο κεφάλι της νύχτας Χτυπάει της εξώπορτας το κουδούνι Μια και δυο και τρεις φορές Σήμα κινδύνου με γουρλωμένα μάτια Κι ανυψωμένα φρύδια με απορία Ποιος να ΄ναι τέτοια ώρα της νύχτας Που γυρεύει να μπει μες στο σπίτι Να κάνει τι – ποιον θέλει να δει Να του πει ό,τι έχει να πει Στη μέση του μήνα του λειψού φεγγαριού Ποια ηχώ της φωνής μιας φωνής που φωνάζει Διαρρυγνύοντας του αυτιού μου το τύμπανο.
*
ΚΕΚΡΩΠΕΙΑ
Την έβαλαν σε μεγάλο συλλογισμό Την έβαλαν σε μεγάλη απόγνωση Είχε μεγάλη αμηχανία και δεν ήξερε Αν θα ‘πρεπε να παντρευτεί ή όχι Τον πρώτο τυχόντα που θα ‘βρισκε Καθ’ οδόν προς την Ακρόπολη Την πήραν λοιπόν και τη στεφάνωσαν Και την έβαλαν σ’ ένα καλάθι Και το καλάθι το ‘βαλαν σ’ ένα ντουλάπι Και το καρφώσαν το ντουλάπι για να κλείσει Κι όταν ύστερα από καιρό το ΄’ανοιαν Είχε ένα φίδι στο καλάθι κι ένα μωρό Που ‘γινε ο πρώτος βασιλιάς των Αθηνών
12.12.1983
*
ΑΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΑ ΔΟΧΕΙΑ
Όλη η νύχτα η βρύση βράζει Βγάζοντας ψιλές ψιλές φωνούλες Όποιος με μια γλάστρα τα βάζει Δεν ξημερώνει γι’ αυτόν καλή μέρα
Κανονικά δεν έπρεπε να γίνει τίποτα τέτοιο Κάτι άλλο θα ‘ταν πολύ φυσικότερο να συμβεί Μα η φύση δεν ανοίγει τόσο εύκολα Τα σκέλια της όταν είναι κλεισμένα.
Καλιφόρνια, 1983
*Από τη συλλογή “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014. Η έκδοση είναι δίγλωσση στα ελληνικά και ισπανικά σε μετάφραση Ξένιας Κακάκη.
Λοιπόν του χύθηκε το όνειρο στο πάτωμα να τρίβουν στρατηγοί με τα γαλόνια τους και να μην φεύγει τ’ άσπρο της υπόσχεσης να βγάζει κόκκινους αφρούς
αλλά ακόμη και χωρίς αυτούς χωρίς κανένα υπερσυντέλικο μιάν έστω πυρασφάλεια αυτή που δικαιούται η ψυχή
και δώσ’ του βρυχηθμούς ο θάνατος στο τέλος σπάει τα τύμπανα
αλλά να μην ψαρώνεις – κοίταξε
είναι μονάχα βρυχηθμός το λεν κι οι δείχτες στο ρολόι σου:
θάρρος και κάτι δευτερόλεπτα
Λέω οι δείχτες στο ρολόι του
αλλά ακόμη και χωρίς αυτούς
Ο Σαλβαντόρ Αλλιέντε
από μόνος του ποίημα.
*
ΕΝ ΜΕΣΩ ΥΕΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΠΕΤΩΝ
Μνήμη Νίκου Καρούζου
Πολύ πιο πάνω απ’ τα καυσαέρια βλέπω την τρομερή βολίδα να παίρνει παραμάζωμα τα σύννεφα κι όλες τις προσευχές
που μαύρισαν στην άκρη
Ένα μεγάλο δίχτυ ο κόσμος
κάτω έχουν ανάψει τα στοιχήματα: πως δεν μπορεί τα καύσιμα πως δεν μπορεί η βαρύτητα ένας κρατήρας είναι πάντα ένας κρατήρας εγώ θα φέρω τη μεζούρα μου εγώ θα φέρω το στυπόχαρτο
Σ ι χ τ ί ρ ι σ ε τ ο υ ς ρ ε Ν ι κ ό λ α ε
τα ίδια δεν κάναν και με το φεγγάρι;
*Από τη συλλογή “Ισόπαλο τραύμα”, εκδόσεις “Κέδρος”.
Ταξίδι ξένο μακρυνό, προβάλλεις αφιλόξενο. Πορεία μη ορατή, διαφεύγεις του ελέγχου. Απείκασμα μορφής παλιάς, συγγενικής, διάστικτης νέων στοιχείων, κατά τόπους πολύχρωμων. Εξέρχεσαι της γραμμής. Η ταχύτητα στο νεκρό εν αναμονή της πρώτης, μπορεί και δεύτερης στο κατευθείαν… Αναλόγως το γκάζι.
*
[1978]
Ζορίζομαι να διαβαίνω κάτω από παράθυρα με μισόκλειστες γρίλιες, ελάχιστα κουφωμένες. Ξεπροβάλλουν κακές μάγισσες και ψιθυρίζουν για σένα και για μένα.
*
ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΚΙΝΗΣΗ
Το συναίσθημα επαμφοτερίζον, διανύοντας κατάκοπο τα τελευταία μέτρα της διαδρομής, πισωγυρίζει, κλείνοντας νοσταλγικά το μάτι στην αφετηρία.
*Από τη συλλογή “Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος”, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2017.
Διαπιστώνω καθημερινά πως -στο πλαίσιο των συζητήσεων για την περιβόητη κρίση της εποχής μας- υπάρχει ένας προβληματισμός για την ίδια την έννοια της κρίσης. Σαν να μην είναι προφανές τι λέει ετούτη η λέξη. Αυτό ήδη είναι σύμπτωμα της σημερινής κρίσης. Σαν να λέμε πως δεν είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό που παράγει σήμερα την αβεβαιότητά μας.
Ωστόσο νιώθουμε πως κάτι δεν πάει καλά. Νιώθουμε σαν να απειλεί το χάος να μας κυκλώσει. Αλλά το χάος μας έχει κυκλωμένους πάντα. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Βρισκόμαστε πάντα σε κρίση. Κι αυτό που λέμε κρίση τελικά δεν είναι παρά η διατάραξη της κατάστασης κρίσης στην οποία έχουμε συνηθίσει. Στην ουσία αρχίζουν να μην δουλεύουν για μας τα συναισθήματα, οι αρχές, οι σκέψεις μας. Κι αυτό είναι κάτι διαρκές. Λόγου χάρη, όταν λέει κανείς πως περνάμε μια οικονομική κρίση είναι σαν να λέει πως έχουμε μιαν αιματηρή αιμορραγία. Όταν λέει πως περνάμε μιαν ηθική κρίση είναι σαν να λέει πως έχουμε μια δυσάρεστη θλίψη. Όταν λέει πως η τέχνη περνάει κρίση είναι σαν να λέει πως δεχόμαστε μαζικό καταιγισμό πέτρινων πετρών.
Η τέχνη ιδίως βρίσκεται πάντα σε κρίση. Είναι οντολογικό χαρακτηριστικό της. Η διερεύνηση της συγκεκριμένης μορφής, που παίρνει κάθε φορά αυτό το οντολογικό χαρακτηριστικό, είναι ό,τι μπορούμε όλο κι όλο να κάνουμε και σχετίζεται με το πώς η τέχνη αποδέχεται ή απορρίπτει την περιρρέουσα ανοησία. Όσο για μένα, πιστεύω πως η τέχνη -ή τουλάχιστον η ποίηση- είναι στις μέρες μας μολυσμένη -με δική της ευθύνη- από τους ιούς της κανονικότητας, της συμβατικότητας, της αναπαράστασης της ασημαντότητας, της αβεβαιότητας και του μη-νοήματος. Το γεγονός πως η σημερινή κανονικότητα εμφανίζεται στην τέχνη ως ριζοσπαστισμός και η συμβατικότητα ως πειραματισμός, δεν λέει τίποτα, αφού στις μέρες μας ό,τι ριζοσπαστικό και πειραματικό είναι εξαιρετικά ευπώλητο προϊόν, σε χρήμα ή άλλου είδους χρεόγραφο ή αξιόγραφο.
Η πραγματικά ριζοσπαστική και πειραματική τέχνη που γίνεται σήμερα, αυτή που δίνει μάχη με το καταστασιακό χάος της ύπαρξής μας, περιφρονείται. Πραγματικά, δεν ξέρω μήπως η κρίση αυτή είναι μια κάποια λύσις. Μήπως η αβεβαιότητα, η κανονικότητα, η συμβατικότητα είναι πράγματα πιο ξεκούραστα – έστω κι αν φοβίζουν. Ίσως να μην είναι καθόλου βέβαιο πως η τέχνη μπορεί ν’ αντέξει τα χτυπήματα του πνευματικού marketing. Ίσως να είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί ν’ απαντήσουμε καταφατικά στο ερώτημα που έθεσε ο Νίτσε πριν από 150 χρόνια: «Είναι ακόμη άνθρωποι αυτοί ή μήπως μόνον μηχανές, που σκέφτονται, που γράφουν και που μιλούν;»
Βλέπεις, στην Ιστορία καθετί καινούργιο είναι μια απάντηση σε κάποιο πολύ παλιό ερώτημα. Ιστορία, πολιτισμός μέσα στον χρόνο δηλαδή, είναι να θέτει ο άνθρωπος ανεπίκαιρα ερωτήματα και να δίνει κάποτε επίκαιρες απαντήσεις. Κι αυτός είναι ο πυρήνας της σημερινής κρίσης. Δεν θέτει ο άνθρωπος ερωτήματα. Παράγει απαντήσεις σε ψευδο-ερωτήματα, που έπονται των απαντήσεων. Κατασκευάζει ανόητα ποιήματα, τα οποία απαντούν στο ερώτημα: Έχει νόημα να κάνεις ποίηση σήμερα; Εννοείται πως απαντούν «όχι». Κι έτσι, το μη-ποίημα είναι ένας σύγχρονος τρόπος ποίησης. Σαν να λέμε πως η ανοησία είναι ένα είδος ευφυΐας, ακριβώς όπως η εξαθλίωση είναι μια σύγχρονη μορφή ευημερίας. Ούτε ο Θεός, ούτε ο Λόγος, ούτε η Επιθυμία δουλεύουν πια. Δούλευαν άραγε ποτέ;
Δεν θέλω την απουσία σου, νύχτες και μέρες σφηνωμένες στο παράθυρο. Το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου, μόνο, κάθε φορά πριν στρίψεις στη γωνία του δρόμου απόμακρη και σκεφτική
Γεννημένο αστέρι που λαχταρά ζωή σ’ ένα δωμάτιο από ρωγμές τα βάθη σου λυγμός σαν περιμένεις στην όχθη σου να φτάσει βαθύς για σένα στεναγμός.
Σαν δάσος ανοιξιάτικο χαμογελά, τα σμαραγδένια μάτια της φωτίζουν. Έχει μια δίψα, έχει φωτιά, αμυγδαλιά στο στόμα της ανθίζει, τα μάτια της, τον πηγαιμό μου ξεστρατίζουν τα μάτια της γεμάτα, όλο φωτιά, την ερημιά της νύχτας κατακλύζουν
Δεν θέλω την απουσία σου. Το μαγνητικό σου χαμόγελο δεν αφήνει καμιά άλλη φωνή ν’ ακουστεί, άλυτο αίνιγμα το βλέμμα σου όπως σιωπάς σαγήνη ολόφωτη στου ουρανού τ’ αστέρια κι αν στρίψεις στου δρόμου τη γωνιά τον πηγαιμό μου μαζί σου πάρε μακριά.
Με την αλμύρα στη ματιά και με τ’ αστροπελέκι τους βράχους πελεκά η σιωπή. Τους βράχους πολεμάμε. Ψιλή βροχή, σταχτιά βροχή, φυτεύεις τ΄ όνειρό μας, φυτεύεις ένα στάχυ φως φυτεύεις δυο άστρα γιασεμιά και τρεις καρδιές γαρούφαλλο. Στήνουνε τα τσαντήρια μας στο ξάγναντο του ανέμου, στο ξάγναντο της ερημιάς, με μια παντιέρα θάλασσα, με μια παντιέρα ήλιο.