Μαρία Ταταράκη, Κόρη του Μεσημεριού

Ι.

Είδα το φως που άγγιξε το πρόσωπο του κόσμου,
άγγιξε και το σώμα σου, στα πιο κρυφά του μέρη.

Κι έδειξε πόσο όμορφη είναι γύρω μας η πλάση,
σαν διαθλάται μέσα σου το φως για να περάσει.

Κρύσταλλο είσαι που έρανε με συμμετρία το χάος.

Ω, κόρη του μεσημεριού, στολίδι της Αθήνας,
κόσμημα χειροποίητο από εραστών τη θέρμη.

Χρωστά το φως σε σένανε τη διαλεχτή του αίγλη.

Σταγόνα ύδωρ διάφανη στο κέντρο της αβύσσου.
Πυξίδα ανοξείδωτη στου νου την καταιγίδα.

Ξέσκισε με το βάδην σου το λίγο αυτού του κόσμου.
Ζύγισε με την πύελο το δίκαιο και το λάθος.

Σαν εκκρεμές αλάνθαστο, από όνειρα φτιαγμένο,
μέτρησε με το διάβα σου το πάθος και το μάθος.

Κι άνοιξε δρόμο γόνιμο για την φορά του είδους.

ΙΙ.

Τα στήθη σου ολάνθιστα. Η μέση δαχτυλίδι.
Τα χείλη σου φωτοειδής του σύμπαντος καμπύλη.

Οπίσθια φρούτα ζουμερά, βορά των αθανάτων.
Μάτια σαν μπόρα τροπική, μπρος στου ναού την πύλη.

Μηροί που κλείνουν μέσα τους του μέλλοντος την ύλη.

ΙΙΙ.

Φτερά θα βγάλει κάποτε το γένος των ανθρώπων.
Κι από τον πόθο τους για σε, καλύτεροι θα γίνουν.

Τζιτζίκια διάφανα, θα τραγουδούν ολημερίς τον έρωτα.

Κι όλοι κορίτσια θα γεννούν. Κι όλοι νωπά λουλούδια.
Των άστρων και των πλανητών επίκληρες Ατθίδες.

ΙV.

Και δεν θα πάψουνε τα μάτια μου να ιχνηλατούνε
ό,τι το φως το ίδιο δεν φοβάται να μας δείξει.

*Το πήραμε από εδώ: https://cizek.wordpress.com/

George Oppen, από το “Περί πληθείναι”

4

For the people of that flow
Are new, the old

New to age as the young
To youth

And to their dwelling
For which the tarred roof

And the stoops and doors-
A world of stoops-
Are petty alibi and satirical wit
Will not serve

Επειδή οι άνθρωποι αυτής της πλημμυρίδας
είναι νέοι, οι γέροι

νέοι στα γηρατειά όπως οι νέοι
στη νιότη

και στις φωλιές τους
με την πίσσα στις στέγες

και τις βεραντούλες στις εισόδους και τις πόρτες
-ένας κόσμος από βεραντούλες-
είναι ανθρωπάκια’ και το χιούμορ
δεν πρόκειται να σώσει την κατάσταση.

5

The great stone
Above the river
In the pylon of the bridge

“1875”

Frozen in the moonlight
In the frozen air over the footpath, consciousness

Which has nothing to gain, which awaits nothing,
Which loves itself

Η μεγάλη πέτρα
πάνω από το ποτάμι
στον πυλώνα της γέφυρας

“1875”

παγωμένη κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
στον παγωμένο αέρα πάνω από το μονοπάτι, μια συνείδηση

που δεν έχει τίποτε να κερδίσει, δεν περιμένει τίποτε,
μόνο αγαπά τον εαυτό της

*“Περί πληθείναι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Ιωνάθαν Μπεργκ.

Γιώργος Κοζίας, Ουκ είδα άνθρωπον…

Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές.
Γέμισε ο κόσμος
χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη
θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών
μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων

νομίσματα – θηρία που καραδοκούν
έτοιμα να ρημάξουν
τα ατίθασα παιδιά
τ΄ανυποψίαστα παγώνια.

Κι εμείς εξόριστες φυλές
πώς να μεμφθούμε,
μας ρούφηξαν την βούληση
με το «ουκ είδα άνθρωπον»…
στρατιώτη, μητέρα και προφήτη
στα σάπια λεφτά αφανισμένους

τρομάξαμε, πήγαμε
και χαθήκαμε εις το διηνεκές.

Φύση, μακρινή μου αγάπη
τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις ‘Περισπωμένη”, 2017.

Λήδα Παπαγεωργίου, Γύμνια

Κάποτε είχα ένα όνειρο.
Όλη τη μέρα το κανάκευα
και τα βράδια
το φορούσα κατάσαρκα
και περιπλανιόμουν
στους δρόμους της πόλης.
Το όνειρό μου
ήταν πιο δυνατό από μένα
Και όταν έσπαγα
είχε τον τρόπο
να με συναρμολογεί.
Το όνειρό μου
ήταν τόσο φωτεινό
που μπορούσε να φωταγωγήσει
όλους τους σκοτεινούς δρόμους.
Όμως ένα βράδυ
κάποιοι μου κόλλησαν
ένα περίστροφο στον κρόταφο,
ζητώντας ό,τι είχα.
Κι εγώ,
δεν είχα τίποτα.
Μόνο το όνειρό μου.
Τώρα τα βράδια,
τριγυρνώ
χωρίς τη φωτεινή ασπίδα μου
στο δρόμο.
Χημικός πόλεμος στο αίμα μου.
Και όταν σπάω
τα κομμάτια μου
τα πετάει το σκουπιδιάρικο
στη χωματερή.

*Από την Ανθολογία “Κυνικός υπερρελισμός”, Έκδοση “Ανέκδοτο”, 2019.

Ελένη Νανοπούλου, Στριφτό τσιγάρο

Κι έγινε σιωπή στους τοίχους
στις πόρτες
στο πάτωμα
στο νερό στα λακκάκια του λαιμού
Εκεί που κούρνιαζε όλη η θάλασσα.
Πάρε μου την θλίψη από τα μεσημέρια.
Κάποιος είπε:
θα πεταχτώ έξω για τσιγάρα
δε γύρισε ποτέ.
Λοιπόν
χωρίς να μου ανήκει ούτε ένα όνομα σε αυτό το σπίτι
σκέφτηκα ότι μπορεί να έχω ημερομηνία
ή μπορεί να είμαι η υγρασία
στις γρατζουνιές του τοίχου
αυτού που κάνει ησυχία
και απορροφά όλες τις έκτακτες ανάγκες.
Διάλλειμα δεν έχει
αφού όνομα δεν έχουμε
ούτε πρωινά
μόνο ένα στριφτό τσιγάρο.

*Από τη συλλογή “Άφιλτρα”, Εκδάσεις Bibliotheque, 2021.

Γιώργης Παυλόπουλος, Αλφειός

Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι
ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.

Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι
αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της
καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους
κάτω από τις ιτιές.
Κι εγώ γελούσα
και μη γελάς μού έλεγε
μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι
σε φοβάμαι.

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια.

*Από τη συλλογή “Το κατώγι”. Εμείς το πήραμε από το συλλογικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος – Ποιήματα 1943-2008”, Εκδόσεις Κίχλη, Ιούνιος 2017.

Βέρα Ι. Φραντζή, αφιέρωση

ευτυχώς που υπάρχουν οι λέξεις
εκατομμύρια και ελαφριές
γιατί αν μόνον οι πράξεις υπήρχαν
πώς θα ΄γραφα κάθε μέρα πόσο σ’ έχω ερωτευθεί;

ευτυχώς που υπάρχουν οι τόνοι
γκρεμίσματα και λαρυγγισμοί
γιατί αν μόνον οι πράξεις υπήρχαν
πώς θα ταίριαζαν τα χείλη μου σαν περισπωμένες
ανάμεσα στα δικά σου;

ευτυχώς που υπάρχει η στίξη
κύκλοι πηχτοί και νούφαρα
γιατί αν μόνον οι πράξεις υπήρχαν
πώς θα αναπηδούσα σε τρεις τελείες πάνω
για να έρθω να σε βρω;

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε νεκρό εραστή”, εκδόσεις Bibliotheque, 2016.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Τα χέρια ενώνονται στο κέντρο
για να χαϊδέψουν τα πρόσωπά τους.
Έχουν κι οι άνεμοι βροχή
και τα ποτάμια κεραυνούς.

.. “στην πολιτεία που σπέρνουν άλας”..

Στον καιρό που φεύγει,
κυλά ακόμη σιωπηλά
ο ποταμός.

*

ΔΙΧΤΥΑ

Σαν έσκισε τα δίχτυα,
σταμάτησε η φωνή του κορακιού.

Μόνο η λαίλαπα της αρένας∙
σε μια ιαχή.

Βίκυ Βανίδη, Το βλέμμα του άγνωστου Κιθαρίστα

έχει κάτι το αρχέγονο
αυτό το βλέμμα
σπινθηρίζει ουσίες
κοσμογονίας
χάος
σκοτάδι
έκρηξη
έρωτα
Ελευθερία

Γράφει
με λέξεις τολμηρές
ένα ποίημα
αόριστο
δυνατό
υγρό
απόλυτο
μόνο για μένα
για όσους όλους

Αυτό το βλέμμα
αστράφτει αντιφάσεις
ξεχύνεται
από την οθόνη του PC
σαγηνευτικά βελούδο
γοητευτικά σκληρό
και μου σαρώνει τη λογική
με προκαλεί τρυφερά
να ξεντυθώ την ποίηση
και να χωθώ στην
άββυσό του γυμνή.

*Από την Ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Εκδ. Ανέκδοτον, 2019.

Φιλία Κανελλοπούλου, Τρία ποιήματα

3

Το περπάτημα του κυρίου απέναντι
μ’ αρέσει
Είναι ένα ωρό περπάτημα
Ένα-ένα πόδι
Ωραία, καλογυαλισμένα, δετά παπούτσια
Πάνω στις γραμμές απ’ τα τετραγωνάκια
-με τη λιγότερη δόση ψυχαναγκασμού
της εποχής μας-
Στέκεται τώρα
Κρατάει την ομπρέλα του και μας κοιτά
Έχει ωραίο βλέμμα
Αν τον γνώριζα στον κόσμο
Δε θα του έδινα καμιά προσοχή
Είναι γέρος
Μα γλυκύτατος
Λεπτός
Και ήσυχος
Και κάτω απ’ τη γη
αυτός ο κύριος
είναι πραγματικά πολύ
όμορφος
για την εποχή μας

4
Με τα στραβά μου τα δόντια – Λύκος
Με τη μεγάλη μου μύτη – Γύπας
Με τα μακριά μου τα νύχια – Γάτα
Τα φοντωτά μου μαλλιά – Αλεπού

Τι είμαι;

5

Ι
πρώτα την φτιάχνεις
μετά τη ζεις
για να μάθεις
πως είσαι
από πριν

ΙΙ
την ημέρα που γεννήθηκα
κι άλλοι πολλοί
γεννήθηκαν
Μας συνδέει
η επείγουσα ανάγκη
Ζωής
και θανάτου

ΙΙΙ
Σαράντα μέρες πέρασαν
από τότε
που
γεννήθηκα

πέθανα)

IV
Εσωτερικός ρυθμός γέννησης
Εξωτερικός ρυθμός θανάτου

V
Δύο ερωτευμένοι τρώνε:
Ζωντανό – ωμό – κρέας

VI
Όλο
“νεκρή εντοπίσθηκε”
“ζωντανή”
πότε;

VII
Πέθανε ένας γέρος στη γειτονιά
Και πήγαμε να συλλυπηθούμε στη γριά του
Και μας είπε η γριά “έτσι είναι η ζωή”
Και της είπαμε”να ζήσετε να τον θυμάστε”

*Από τη συλλογή “Τα μέσα μου”, Εκδόσεις Οροπέδιο, Απρίλη 2019. (Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και εικαστικά της Σίλβιας Τσομπανάκη).