Ρογήρος Δέξτερ – Θεοδώρα Βαγιώτη | Αυτοσχέδιο σε δύο μέρη

De nocte et De poesi

Κάτω από την απειλή
-Μαχαίρι και σφιγμένες γροθιές-
Πως αν ξανακοιτάξεις
Τη φιλενάδα τού ιδιοκτήτη στα μάτια
Ξέκωλο σε κωλόμπαρο με τα βυζιά στη φώρα
Και ο χειρότερος μάλλον
Ο πιο σύνθετος πειρασμός στην έρημο
Θα σε κάνουν τ’ αλατιού οι μαντραχαλάδες
Κάτω από τέτοια λόγια τού αέρα
Που δεν έγιναν πράξη
Αν και συνήθως δε λείπουν τα κότσια
Στους κουμπωμένους με καινούργια φιξάκια
Και νυχτοβάτες
Αγγέλους να σε σηκώνουν στα σύννεφα σα
Γλώσσες θηλυκές που λατρεύουν τη σάρκα σα
Χιλιάδες πουλιά που διαβάζουν τις σκέψεις σου
Χώνοντας τη φωνή σου στο λαρύγγι τους –
Όλ’ αυτά ή άλλα τόσα παράδοξα
Είναι λες και συμβαίνουν στ’ αλήθεια
Καθώς μια βουτιά μακρινή στα βάθη
Μέσα σε ξένα τρεχάματα• γι’ αυτό χρειάζεται
Ut pictura poesis
Σε άχρωμους καιρούς η ποίηση• καμιά δόξα
Κανένα στεφάνι• φωνάζεις μόνο έναν τυχαίο στίχο
Και τα βουνά αποκρίνονται• έτσι
Περνάς αλώβητος τους γκρεμούς των ανθρώπων
Και από γενιά σε γενιά τ’ αγεφύρωτα χάσματα
Ίσως μέχρι να σε καταπιεί
Μια νύχτα ξαφνική για τα καλά η άβυσσος•

Ρ. Δ.

*

Μελίγηρυς

Κοιμούνται μόνοι οι ουρανοί
Όπως κοιμούνται μόνοι οι φόβοι των ανθρώπων
Ξάγρυπνοι στα στρωσίδια
Όπως ξαγρυπνούν οι ελπίδες των κοριτσιών
Που πλάγιασαν τη μοναξιά τους πλάι σε πρίγκιπες βιαστές
Να τις ορέγονται τάχα οι ποιητές
Που για μία αιωνιότητα
Κολυμπούν στο πέλαγος των παραισθήσεων
Φερμένοι αέρηδες που καταλάγιασαν
Στα επίνεια των πόλεων
Σεργιανίζοντας στις πόρτες τους
/Οι γυναίκες πόρνες
Σαν μάνες που έχασαν παιδιά
Να τους πλένουν τα πόδια
Να τους φιλούν τα χέρια
Κι ένας μαύρος πύργος να υψώνεται
Στην άκρη της θάλασσας
Κάθε που χαιρετούν τα καράβια
Χορτασμένοι αγοραίο στίχο
/Μένοντας πίσω
Το αίμα σου ρίχνω στις φλέβες μου
Και ατενίζω τη δοσοληψία·
Αγέρωχη ομορφιά μέσα σε τόση αδικία
Άσε τα πουλιά
Να κλέψουν τη λυρική φωνή σου
Ut pictura poesis
Στ’ αλήθεια
Κι άλλο τίποτε πιο δικό μου
Δεν έχω δει
Από τούτο το σφετερισμό.

Θ.

*Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό “Μονόκλ”.

Στέλιος Ροΐδης, That Velvet Dress 

Αξίζει; Πόσο κρατάει μέσα μου αυτό; Θα μείνω μέσα σου;
Υπάρχει η ανάμνηση μου ανάμεσα από τόσα πρόσωπα;
Δεν προλαβαίνω να διαβώ όλες τις στοές. Τα μάτια μου
Είναι επίσης δεμένα με ένα πανί. Εμπιστεύομαι την ακοή μου.
Και το αεράκι. Έλα να φιληθούμε. Έλα να ξεκινήσουμε την μαλακή
μας κουβέντα. Όλα είναι υποδόρια. Η επιφάνεια είναι υποδόρια.
Ρούφηξέ μου την φλέβα. Άσε με να το κάνω για σένα. Θα σου
δώσω την γεύση μου κατευθείαν στο στόμα. Στο κορμί. Θα
αγωνιστώ για να κατακτήσω την μνήμη. Διεκδιδείς δίπλα μου
τον θρόνο. Δέχομαι ότι πεις για εμένα. Αυτό που φαίνεται τώρα
αυτήν την στιγμή δεν το βλέπει κανείς. Ξέρεις ότι είσαι ελεύθερη,
μέσα στην ελευθερία σου διευρυμένη. Υπάρχουν τόσοι όροι που
κανείς μας δεν ξέρει. Τόσο βαθιές τρυφερότητες που μόνο η ευκαιρία
αυτή μπορεί να εκμεταλευτεί. Οι άνθρωποι βάζουνε συναγερμό εκεί
που κάποιοι άλλοι άνθρωποι βρίσκουν την ελευθερία τους. Άλλοι
θέλουν να γευτούν την ιστορία χωρίς να την έχουν ζήσει. Άλλοι την
ακούνε και περιμένουν τον συναγερμό να τους κοιμίσει. Σου είπα
για το αεράκι; Για την μυστήρια υπεροχή; Τους εκατοντάδες
κόσμους που ήπιαν από το κορμί σου, τον ίδιο τον κόσμο; Τους
καταβροχθίζω και τους εξαγνίζω, και κάνω έρωτα σε όλους. Και
σου τους επιτρέπω, όπως μου τους επιτρέπεις και εσύ. Και όλα
μπαίνουν στο άλλο μεγεθός τους. Κανείς δεν μπορεί να δει την
μεταφορά που δίνουμε. Κανείς δεν γνωρίζει από τώρα την μεταφορά
που θα δωθεί. Άκουσες το αεράκι; Όταν τελειώσει ο κόσμος η έρθει
να ζητήσει τα ρέστα, αυτό θα τα διαπερνάει όλα. Θα μείνω μέσα σου
κάπως; Πόσο κρατάει μέσα μου αυτό; Είναι μια δυνατότητα, η μια νέα
ηλικία, μετά από τα τόσα. Ακούω το αεράκι. Ανάμεσα από τα πρόσωπα
διαπερνάει την αναμνησή μου.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Το βιός ενός κατακτητή των λέξεων

Τη νύχτα, αργά, όταν κοιμούνται οι ώρες
γκρεμίζονται απ’ τη σκεπή
αποξηραμένα κομμάτια από το μέλλον.

Γεμίζει ο δρόμος
λέξεις άδειες
και βλέμματα πεθαμένα.

Όλο το βιός ενός κατακτητή των λέξεων
σ’ ένα πεζοδρόμιο του Παγκρατίου,
το φορτώνει ο παλιατζής ασθμαίνοντας
πάνω στο παλιό φορτηγό του.

Βογκούν οι λέξεις του Ποιητή
καθώς σωριάζονται πάνω στην καρότσα·
το αίμα τους κατακόκκινο
λεκιάζει στο δρόμο.

Οι κληρονόμοι
απαλλαγμένοι από το βάρος,
διαπραγματεύονται τα τετραγωνικά της κληρονομίας
καθώς οι μπογιατζήδες
σβήνουν τις ανάσες του δημιουργού
πάνω στους τοίχους.

Είναι νωρίς για συζητήσεις
γύρω απ’ το κέρδος που θα αποφέρουν οι λέξεις.

Η ζωή συνεχίζει το δικό της παιχνίδι.

*Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκιές στον κήπο…”.

Georgy Adamovich (1892-1972), A window, a dawn, … as shadows, are barely seen… / Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται…

A window, a dawn, … as shadows, are barely seen
Two chairs, a bookshelf on the wall.
Did I wake up? Or the ethereal lilac’s smell
I fancied in my dream?

Or this is through the grieving parting,
Through those dim and smoky clouds,
A shadow is reaching out
And smiles from afar?

Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται…

Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται
Δύο καρέκλες, ένα ράφι στον τοίχο.
Ξύπνησα; Ή φαντάστηκα τη μυρωδιά
της αιθέριας πασχαλιάς
στο όνειρό μου;

Ή αυτό είναι μέσω του θρηνητικού χωρισμού,
Μέσα από αυτά τα θαμπά και καπνισμένα σύννεφα,
Μια σκιά απλώνεται
Και χαμόγελα από μακριά;

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Georgy Adamovich ήταν Ρώσος ποιητής, που γεννήθηκε στις 19 Απρίλη 1892 στη Μόσχα και πέθανε στις 21 Φλεβάρη 1972 στη Νίκαια της Γαλλίας. Έφυγε από την πρώην ΕΣΣΔ το 1923. Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηλε με τη λογοτεχνική κριτική και τη μετάφραση.

Γιάννης Γκούμας (1935-2022), Τέσσερα ποιήματα

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ

Όταν πεθάνω, θα ήθελα να σταματήσω λιγουλάκι στον Παράδεισο
απλώς για να ρωτήσω: «Μήπως σας βρίσκεται κάνα μονόκλινο για μια βραδιά;»
ΕΠΙΘΥΜΙΑ
Δεν θέλω σουίτα στον παράδεισο
ούτε σουίτα στην κόλαση.
Σπέρνω το βλέμμα μου σʼ ένα σύννεφο νωθρό
για να φυτρώσω, σταγόνα βροχής.

*

ΜΟΝΟΓΛΩΣΣΗ ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ

Γράφεις ελληνικά ποιήματα στʼ αγγλικά.
(Γράμμα του Λώρενς Ντάρελ)

Κάθομαι στο γραφείο μου
προσπαθώντας να μάθω τα ποιήματά μου ελληνικά.
Δεν είναι πειθήνια,
μα ούτε εγώ είμαι ευχερής.
Προσπαθώ να τα μάθω
με αίσθημα παρά με γνώση.
Μπορεί ένα άυλο πνεύμα
να πάρει σωματική μορφή;
Δεν θάʼ μουν τίποτα,
ούτε σύννεφο φωναχτό,
αν δεν έγραφα στʼ αγγλικά
αποκλειστικά, με πάθος, νοσταλγία,
σʼ αυτή την άκρη του κόσμου
που είναι πάντα Αγγλία.

*

ΠΟΙΗΜΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ

Η θάλασσα σήμερα είναι μουχλιασμένη.
Ο ουρανός έχει σβολιάσει.
Ποιος έκλεψε το αλάτι;
Ποιος έκλεψε το γαλάζιο;
Μη φωνάζεις δυνατά πως ο κόσμος είναι σάπιος.
Πες το σιγά όπως τα ψάρια.

*

ΛΥΠΑΜΑΙ, ΛΑΘΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Κάθομαι συχνά στην περιστρεφόμενη πολυθρόνα
και ρίχνω ατέλειωτες ματιές στο τηλέφωνο
χρώματος μενεξεδί
με κομψές καμπύλες
σαν γλυπτό του Αρπ
Απλώνω το χέρι μου ενστικτωδώς και το χαιδεύω
τους αριθμημένους ομφαλούς του
παρατηρώ με θαυμασμό τις διαθέσεις του
την απαράμιλλη εγγαστριμυθία του
και πόσο θαʼ θελα να σχηματίσω
άλλο αριθμό για την ζωή μου.

*Τα ποιήματα και τη φωτογραφία τα ανέβασε η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου στη σελίδα της στο Facebook.

Νίκος Λάζαρης, Πέντε ερωτικά ποιήματα

Σχέδιο: Πάνος Ζαχαρόπουλος

ΣΑΝ ΧΟΡΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ

Κράτα με στη μνήμη σου
σαν ένα χόρτο τρυφερό
που άκαιρα φύτρωσε
μες στα χαλάσματα
κι έχασε κει το πρόσωπό του,
καθώς δάσος αφρισμένο
μετά από δυνατή βροχή,
όπως πέτρα δύσκολη
που δεν μπόρεσες,
κράτα με
όπως την άσπρη γραμμή
που αφήνει πίσω του
το πλοίο σαν φεύγει.

*

ΕΡΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΙΑ’
Οι κραυγές μας ξυπνούν
τους ανύποπτους ένοικους
αυτού τού κόσμου.

ΙΒ’
Στ’ ανοιχτά σου σκέλη
η τρυφερότητά μου
εντοιχίζεται.

ΙΕ’
Σε κοιτώ από το πλάι- φυσάει.
Η νύχτα μάς μετατοπίζει
σε άλλα σχήματα, σε άλλες εποχές,
με διαφορετικά υλικά
εγγράφεται τώρα ο ήχος μας.
Κυλιόμαστε σε μια σκοτεινή
ακρογιαλιά- χώρα θανάτου.
Μέσα απ’ τα ρούχα μας περνούν
οι παγεροί διαβάτες.

ΙΖ’
Βυζαίνω τη σκέψη σου
με λέξεις καθαγιασμένης χυδαιότητας ∙
η φωνή σου βραχνιάζει,
ζεματάει το σάλιο σου,
τα ρουθούνια σου ανοίγουν μεθυσμένα.
Βγαίνω από τον εαυτό μου
και βυθίζομαι σ’ εσένα,
τα κορμιά μας ανάβουν ενωμένα,
ενώ τα πράγματα εξατμίζονται γύρω μας
καθώς με σπασμούς
περνάμε μυστικά στην άλλη άκρη.

*Από τη συλλογή «Ερωτογράφημα», εκδόσεις «Τραμ», Θεσσαλονίκη.
**Το σχέδιο της ανάρτησης ήταν ένα από τα τέσσερα που συνόδευαν την πρώτη έκδοση του «Ερωτογραφήματος» και ανήκει στον Πάνο Ζαχαρόπουλο.

Νοσταλγία | Έλενα Λιαποπούλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kefalas

«Πρέπει να σωθούν όλοι. Ολόκληρος ο κόσμος»

I.

Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.

II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη.
Θα σου πω…

View original post 287 more words

Muesser Yeniay (Μουεζέρ Γενίαϊ), Τρία ποιήματα

ΠΕΝΘΟΣ

Το να είσαι γυναίκα
σημαίνει να είσαι υποταγμένη, μαμά

μου πήραν τα πάντα

μια γυναίκα την παιδικότητά μου
ένας άνδρας τη θηλυκότητά μου

ο Θεός δεν έπρεπε να είχε δημιουργήσει τη γυναίκα
ο Θεός δεν ξέρει να γεννάει

ορίστε έσπασαν τα πλευρά
όλων των ανδρών

ο λαιμός μας έγινε λεπτότερος από τρίχα

οι άνδρες μας κουβαλούν στους ώμους τους
σα σωρούς

μείναμε κάτω από τα πόδια τους

ελαφριές σαν ένα φτερό πετάξαμε
από μια σφαίρα σε έναν Αδάμ

και τα λόγια μου μαμά
είναι τα χνάρια τους.

Πριν από εμένα υπήρχαν έρημοι

Είδα πως έτρωγαν το κουφάρι μου
δεν είπα “φέρε με στη γη!”
βρήκα τον εαυτό μου γύρω από τη φωτιά
σαν την καμπούρα της καμήλας
διπλώθηκα όσο περνούσα μέσα από τη γη

μάζεψαν μια χούφτα άμμου στις παλάμες τους
και τη σκόρπισαν…
τις νύχτες κοιμήθηκα στα αποτυπώματα των ζώων
το σώμα μου έπλεε σε κύματα
όταν τελείωσε η άμμος
μέσα στο φερετζέ μου βρέθηκαν τα μάτια μου
“πού είναι ο κόσμος”
-αν και είμαι μια Βεδουίνα μέσα στην έρημο της επιθυμίας-

μπροστά στη νύχτα έπεσαν χουρμάδες στο μυαλό μου
μη μπορώντας να βρω ήχο τόσο ευρύ όσο της Σαχάρας
έψαξα στην καρδιά μου.

*

ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ

Ορμώντας στο πλήθος ρωτώ
“είσαι η μητέρα μου;”
την κουφάλα ενός δέντρου
τα πουλιά που είναι διασκορπισμένα στον ουρανό
κοιτάζουν τα μάτια μου
πάνω από τη γλώσσα μου και
από τα χέρια μου περνούν γέφυρες…
εγώ μέσα σε μια ιστορία
με μαλλιά φτιαγμένα από ιστορίες

πιάνω και σφίγγω τα πλευρά μου
και η ανθρωπιά ωριμάζει στα μάτια μου

ορμώντας στο πλήθος ρωτώ
και απαντούν “πρέπει να είχα μια μητέρα”

σα φλούδα πορτοκαλιού
έτσι λένε…

*

ΜΠΑΜΠΑ

Δεν έχουμε καμιά γέφυρα ανάμεσά μας
εκτός από το ότι υπάρχουμε στον ίδιο κόσμο

σε αυτό το μέρος που με έφερε το νερό
εσύ είσαι η κοίτη που στεγνώνει πίσω μου

όπως η ζωή, αιφνίδια και μάταια

αλήθεια έχεις καμιά ιδέα
για ποιο λόγο ήρθαμε εδώ

για ποιο λόγο μέσα στην ανυπαρξία
κράτησες ατέλειωτα έναν καθρέφτη στο πρόσωπό μου

αισθάνθηκες περήφανος όταν έγινες πατέρας
της μοναξιάς και του πόνου

τώρα κοιτάζω τη ζωή από τα όνειρά μου

εσύ χάνεσαι
σα φωνή που βάζω στο αθόρυβο
μπαμπά…

*Η Muesser Yeniay γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1984. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ege της Σμύρνης και είναι διδάκτωρ Τουρκικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Bilkent στην Άγκυρα.
**Μετάφραση: Κατερίνα Αυγέρη.
***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ποιητικά”.

Ocean Vuong, Λογοφοβία

Κατόπιν, ξύπνησα
μέσα σ’ ένα άλικο σκοτάδι
για να γράψω
gia dinh
σ’ αυτό το κίτρινο τετράδιο

Κοιτάζοντας μέσα απ΄τα γράμματα
μπορώ να δω
μέσα στη γη
από κάτω μου, τη γαλάζια θαμπάδα
των οστών.

Γρήγορα –
σκάβω με το μελάνι
μια τελεία,
τη βαθύτερη τρύπα,
όπου η σφαίρα,

αφού διαπέρασε
την πλάτη του πατέρα μου,
ήρθε
ν’ αναπαυτεί.
Γρήγορα – πηδάω

μέσα.
Μπαίνω
στη ζωή μου
όπως οι λέξεις
μπήκαν μέσα μου –

πέφτοντας
μέσα από
τη σιγή
αυτού του μεγάλου
ανοιχτού στόματος

*Από τη συλλογή “Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου”, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2012. Μετάφραση: Δημήτρης Μαύρος.

Festus Claudius McKay (1889-1948), Σαν πρέπει να πεθάνουμε 

Σαν πρέπει να πεθάνουμε – μην είν’ σαν τα καπριά
Κυνηγητά, φραγμένα σε μεριά ντροπιαστική,
Με γύρω ν’ αλυχτάν’ λυσσάρια, λιμάρια τα σκυλιά,
Τη μοίρα περγελώντας μας την τρισκατάρατη.
Σαν πρέπει να πεθάνουμε, ω, ας πέσουμε στο χώμα
Τίμια, το ατίμητό μας το αίμα του κάκου μη χυθεί’
Τότε ως κι αυτά τα τέρατα που τ’ αψηφάμε ακόμα,
Θ’ αναγκαστούν σέβας να δείξουν κι ας είμαστε νεκροί!
Γενιά μου! Τον κοινόν εχτρό πρέπει να μαχηθούμε!
Αντρείοι ας δείξουμε κι ας είμαστε λιγότεροι πολύ,
Για κάθε χίλιες τους χτυπιές, θανής χτυπιά ας βαρούμε!
Το κι αν του τάφου χάσκει εμπρός μας η τρύπα ανοιχτή;
Στη φονική, δειλιάρα αγέλη μπρος σαν άντρες θα σταθούμε
Στον τοίχο στριμωχτοί, ψυχομαχώντας, μα θε ν’ αντισταθούμε!

*Το ποίημα μελοποιήθηκε το 1978 από τον μαύρο συνθέτη κλασικής μουσικής Αντόλφους Χέιλστορκ (1941-). Επίσης, μελοποιήθηκε και ηχογραφήθηκε το 2014 από το τζαζ σχήμα Anthony Branker $ Word Play.

**Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.