Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Έξι μικρά πεζά ποιήματα

το επιλήσμον φως

Κι ας φαινόμαστε περισσότερο εκτεθειμένοι στο επιλήσμον φως. Μάτια αφού δεν θα έχουμε να αντιληφθούμε την έκθεση ιδίοις όμμασι

το εννοιοδοτικό σκοτάδι

Και να πάψει να επιβιώνει το φως, δεν θα πάψει ως υπόσταση. Θα δύναται τότε να οριστεί ισχυρά μέσω της άρνησής του. Έτσι θα το σκέφτομαι πλέον: ως ένα ισχυρό κενό που μαχαιρώνει το σκοτάδι μας.

ένας Ροβεσπιέρος

Συνέβησαν κι άλλες επαναστάσεις πλην της Γαλλικής. Θέμα παιδείας τι και ποιον αφήνεις να σε βασιλεύσει. Ότι θα βασιλεύεσαι, πάντως, είναι γεγονός.

αυτοαναφορά

Για χρόνια γερνά η ζωή σου πριν καν γεράσει μέσα σ’ εκείνο το ζαρωμένο ποντίκι που υπήρξε ο φόβος σου να υπάρξεις.

η άυπνη γαρδένια

Ώσπου κάποτε κι οι ψαλιδιές στομώνουν από την υπερβολική βλάστηση’ είναι τότε που ο έρωτας φοράει την άυπνη γαρδένια του.

η δίψα

Κι είτε από έρωτα από απόγνωση κορυφώνεται η δίψα σου ενώ υποκρίνεται την κοίτη.

*Από τη συλλογή ”γενόσημα”, ΑΩ Εκδόσεις, Ιούλιος 2021.

Γιώργος Κοζίας, To μικρό κέρδος

Ὁ Βασιλιάς Δαυίδ εἶχε ἕνα δακτυλίδι πού ἔγραφε:
«Ὅλα θά περάσουν». Στό ἑβραϊκό παζάρι
δέν τ’ ἀγόραζε κανείς, ἀπελπισμένος τ’ ἀντάλλαξε
μέ σκουριασμένο στέμμα. Βγῆκε στούς δρόμους
τῆς Ἱερουσαλήμ τρικλίζοντας, πλῆθος τόν ἀκολουθοῦσαν
ἄτιμοι οἱ πονηροί Ἀβεσσαλώμ τραγουδώντας:
—Καιρός τοῦ σπείρειν! Καιρός τοῦ θερίζειν!
Στήν παρέλαση τῶν βασιλιάδων στόν Κάτω Κόσμο
μαζὶ με τον Λεοντόκαρδο, τόν Αὔγουστο, τόν Πολώνιο,
τούς τέσσερεις ρηγάδες τῆς τράπουλας, δέν τόν περιγελοῦν.
Οἱ δίκαιοι παραγιοί, ὅταν περνᾶ ἀπ’ τά παντοπωλεῖα τοῦ Ἅδη,
μετανιωμένοι τόν ὑποδέχονται, τοῦ προσφέρουν
τό ψάρι τῆς χίμαιρας, τό τελευταῖο πικρό ψωμί:
—Μικρό τό Κέρδος! Μικρό τό Κέρδος!

*Από τη συλλογή «41ος Παράλληλος», εκδ. Στιγμή, 2012.

Σαμσών Ρακάς, από το “Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς”

αν και τελείως άνυδρα
τα χρόνια κύλησαν ποταμηδόν

προσπάθησα να κάνω φίλους στο γυμνάσιο
όμως δε φόραγα ολ σταρ
κι έτσι δε με καλούσανε σε πάρτυ

προσπάθησα να ξανακοιμηθώ
με τρία αναμμένα πορτατίφ τριγύρω
όμως τα μάτια μου δεν ξανασφράγισαν

προσπάθησα και να σπουδάσω
έχω πια ξεχάσει τι

και να ερωτευτώ το ΄χα σκοπό
όμως μ’ αγγίζανε και τίποτε δε θύμισε το άγγιγμά σου

το άγγιγμά σου πώς να το διηγηθώ

σα να με άγγιζε σωτήρια
μια παλάμη πλατανόφυλλο υγρό
όταν με έσερναν δουλέμποροι
μέσα στην έρημο

σα να με έσωζε γυάλινη φτερούγα
τότε που πετροβολούσαν οι πιστοί
στη Μέση Ανατοή

σα να με τύλιγε η σελίδα
που ‘χε πάνω της γραφτεί
κήποι και ποιήματα ποτιστικά πλημμύρα
όχι καρδιά μου τόση ευτυχία

“Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Νοέμβρης 2016.

Μπρν. Σ. Μαρ, Ποιήματα

και μ’ ένα ρίγος
φόβος μας κατέληξε
εκείνη της η γύμνια
ενδεικτικό του καθαρμού
καθώς επίσης και της απαίσιας καμπούρας μας
Να κουβαλάμε λέει τα όρη τους
δεν μας ζητήσανε
κι αυτοί να κουβαλάνε τα δικά μας
το απαιτήσαμε
σ’ όλους αυτούς
που τα ζήτησαν όλα χωρίς να δώσουν τίποτα
καλή τύχη εκεί πέρα κάτω στο διάβολο

είμαι καχύποπτος προς τους αλλιγάτορες
φιλοσοφώ καπνίζοντας εκστατικούς παράλογους
Πώς με βαράει το απόφθεγμα
“χτυπήθηκα πολύ απ’ τη ζωή μου”
Αν την έχετε δει παράλογα – που λένε…
ε θα πληρώσετε

Αναλαμβάνονται γενικοί καθαρισμοί
και συντήρηση συνεργείων
υπό ειδικευμένων Χτιρίων
— κι Αστέρια ενοικιάζονται.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, εκδ. Αλκή, Αθήνα 1988. Ο Μπρν Σ. Μαρ, ήταν ο Δημήτρης Μπουρίκας (1963-1985).

Γιάννης Δάλλας, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΔΕΛΦΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Μη μου αναιρείς τη μαγική τεχνοδομή
την πρόσοψη και την πλοκή της έμπνευσης

Μη πιάνεσαι απ’ τη γλώσσα μην τραβάς
των φράσεων την περιβολή ξηλώνοντας
το υφάδι και το στρίφωμα του λογισμού
την εγκεφαλική ραφή του λόγου, φτάνοντας
στη ρίζα της σιωπής και του ψελλίσματος

Μ’ έγδυσες και δεν ένιωσες το σκίρτημα;
Δεν σε διαπέρασε η ενέργεια που εκλύθηκε
δεν σου είπε τίποτε η γυμνή ποιητική μου
ανάδελφέ μου ανόμοιε ανυποψίαστε
καννίβαλε αναγνώστη;

*

Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Εγώ δεν φοβάμαι τ’ αστέρια
είπ’ ο Λουκάς
να έν’ αστέρι που τ’ αγκάλιασα
χωρίς να καώ
ώρες το κοίταζα μες στα μάτια
και δεν τυφλώθηκα
μου άνοιξε τότε τα φυλλοκάρδια
και μπαίνοντας
είδα πλατείες και γαλάζιες στοές
και στο βάθος τους
προτομές από σπάνιους λίθους
και κρύσταλλα
Που οι δικές μας σκέφτηκα Που
εκεί κάτω
από πρόστυχα μέταλλα αστέρι μου
και χαλκεία
τ’ αστέρι γέλασε με τη σκέψη μου
κι ύστερα
άναψε μια λυχνία πολλών μεγαβάτ
ή τι λέω
έγινε κομήτης και με προβόδησε
ως εδώ
εδώ που τόσοι φίλοι ακροβολισμένοι
συνέχιζαν
ακόμη συνέχιζαν τη χαμένη μάχη
πετροβολώντας
τα δικά τους αδέσποτα αστέρια
και εκείνα
σφυρίζαν γύρω τους σαν εξωγήινοι
ή αστρίτες

Μίμης Χριστοφιλάκης, Δύο ποιήματα

ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ

Θεματοφύλακας
αρχέγονης θρησκείας
ο Ταΰγετος,
Οι ελαιώνες του
που αντηχούν τραγούδια
χωμάτινης αρμονίας
κι εμείς ημιτελείς
στ’ ασύμμετρα οικοδομικά
της Αθήνας,
με τη νοσταλγία μας
σ’ επίπεδο πείνας

*

ΜΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΜΕ ΡΙΜΑ

Πώς να τολμήσω
να σε συναντήσω
παλαιά μου πρωτεύουσα;
Με χέρια
που δε μπορούν πια
ν’ αγκαλιάσουν
και με μάτια
σκεπασμένα μόνιμα
από μωβ ομίχλη.
Δεν θέλω να θυμηθώ.
Θέλω μόνο να περάσω,
να σε δω στο παράθυρο
και να σου φωνάξω
πως οι ανεμώνες
μαραίνονται μόνες.

*Από τη συλλογή “UBI BENE, IBI PATRIA – Οι Κροκεές, η μάνα μου”, Εκδόσεις “Ιδεόγραμμα”, Αθήνα 2010.

Paul Eluard, Pour ne plus être seuls / Για να μην είστε πια μόνοι

Comme un flot d’oiseaux noirs ils dansaient dans la nuit
Et leur cœur était pur on ne voyait plus bien
Quels étaient les garçons quelles étaient les filles

Tous avaient leur fusil au dos

Se tenant par la main ils dansaient ils chantaient
Un air ancien nouveau un air de liberté
L’ombre en était illuminée elle flambait

L’ennemi s’était endormi

Et l’écho répétait leur amour de la vie
Et leur jeunesse était comme une plage immense
Où la mer vient offrir tous les baisers du monde

Peu d’entre eux avaient vu la mer

Pourtant bien vivre est un voyage sans frontières
Ils vivaient bien vivant entre eux et pour leurs frères
Leurs frères de partout ils en rêvaient tout haut

Et la montagne allait vers la plaine et la plage
Reproduisant leur rêve et leur folle conquête
La main allant aux mains comme source à la mer.

Για να μην είστε πια μόνοι

Σαν πλημμύρα μαύρων πουλιών χόρευαν μέσα στη νύχτα
Και η καρδιά τους ήταν αγνή, δεν μπορούσαμε να δούμε καλά
Ποια ήταν τα αγόρια ποια ήταν τα κορίτσια

Όλοι είχαν τα όπλα τους στην πλάτη

Πιασμένοι χέρι χέρι χόρευαν τραγουδούσαν
Ένας αρχέγονος νέος άνεμος, ένας άνεμος ελευθερίας
Η σκιά έλαμψε, φλογιζόταν

Ο εχθρός είχε αποκοιμηθεί

Και η ηχώ επαναλάμβανε την αγάπη τους για τη ζωή
Και η νιότη τους ήταν σαν μια τεράστια παραλία
Εκεί όπου η θάλασσα έρχεται για να προσφέρει όλα τα φιλιά του κόσμου

Λίγοι από αυτούς είχαν δει τη θάλασσα

Ωστόσο, το να ζεις καλά είναι ένα ταξίδι χωρίς σύνορα
Ζούσαν ζωντανά μεταξύ τους και για τα αδέρφια τους
Τα αδέρφια τους παντού τους ονειρεύονταν εκεί ψηλά

Και το βουνό πήγαινε προς τον κάμπο και την παραλία
Αναπαράγοντας το όνειρό τους και την τρελή τους κατάκτηση
Το χέρι που πηγαίνει στα χέρια σαν πηγή στη θάλασσα.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: https://commentairecompose.fr/la-courbe-de-tes-yeux-eluard/

Fransesco Tomada, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ

Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση
όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα
κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ
τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι
γονείς από πλαστικό
κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις
μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.

*

ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμισι κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;
ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο ίσον μηδέν

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
**Αναδημοσίεση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2018/01/%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR06jK7pvnc1DA68CJJN8mHazau16IkMjqmR2_mG-g7n_BfOcr8xmmUjGZ0

Georgia Blanche Douglas Camp (1880-1966), Διαφυγή

Ίσκιοι, ίσκιοι,*
Πάρτε μ’ αγκαλιά
Να μη με παίρνει μυρουδιά
Η θλίψη.
Μ’ έχει στο κατόπι
Δε στέκω σε μεριά,
Δεν μπορώ ντης φύγω
Από πουθενά.

Στην άβυσσό σας μέσα
Σφίχτε με τη μαύρη,
Σ’ αυτή ποτέ της μέσα
Δε θε να τηράξει –
Ίσκιοι, ίσκιοι,
Πάρτε μ’ αγκαλιά
Στη βαριά ερημιά σας
Μέσα σας βαθιά.

*”Ίσκιοι”. Στο πρωτότυπο “Shadows”. Ο ίσκιος είναι καθιερωμένο σύμβολο της “μαυρότητας”, της “μαύρης συνθήκης”, που μαζί με τη νύχτα, το σκοτάδι κ.λπ.

**Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Δύο μικρά πεζά

Stellan Morner (1896-1979), Dreamland with hearts (1939)

ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ

Είμαι μέσα στο στομάχι της φάλαινας. Θα το λέμε κήτος για να ταιριάζει με τις γραφές. Έχω μαζέψει λογιών πράγματα και έχω προετοιμαστεί για την παλίρροια και άμπωτη. Το πουλάκι για τον καθαρισμό δοντιών το έχω βάλει μέσα σε κλουβί. Όταν είμαστε στα ανοιχτά και ακούω το κήτος να παραπονιέται. Ελευθερώνω το πουλί και όταν σταματάει το ταρακούνημα επιστρέφει ξανά στο κλουβί. Είμαι μέσα στην κοιλιά του κήτους και περνώ καλά. Διαθέτω κρεβάτι. Βιβλιοθήκη με βρεγμένα βιβλία. Ένα τραπέζι για να γράφω και να σβήνω όσα σκέφτηκα και το σημαντικότερο έχω πολυθρόνα και δορυφορικό ίντερνετ. Συνδέομαι σαν Ιωνάς. Αυτό από μόνο μου αρκεί.

*

ΓΡΑΪΔΙΟ ΡΑΝΙΑ

Όλη μέρα καθισμένη σε μια πολυθρόνα διάβαζα. Το βράδυ απ’ όλη τη γειτονιά μόνο το δικό μου καντήλι έκαιγε με επιμονή παράγοντας σοφίας τεχνάσματα και φλύαρες λογοδιάρροιες. Έβγαινε με αγωνία την επομένη η Ράνια το γραΐδιο και φώναζε της μάνας μου που δεν έζησε ποτέ εδώ. Τι έγινε έγραψε ποιήματα; Τα δημοσίευσε πουθενά; Ή…; Και κούναγε το κεφάλι της, γιατί ήξερε ήδη ότι η απάντηση περιεχόταν στον τελευταίο διαζευκτικό όρο. Κουνούσε ακόμα πιο πολύ το κεφάλι, όταν έβλεπε το σουλούπι μου από το παράθυρο. Βυθισμένο μέσα στην ίδια πολυθρόνα να διαβάζει και να γράφει. Ξαναερχόταν την επομένη και έβριζε το τρελό γραΐδιο: «Αυτή άντρα και παιδί δεν έχει; Τι τους ταΐζει; Ποιος τους μαγειρεύει και τους πλένει;» Μα ήξερα εγώ να την ξεγελώ. Είχα φτιάξει με τον νου μου καρικατούρα του εαυτού μου ίδια χάρτινη σαν του καραγκιόζη και την είχα κολλήσει πάνω στο τζάμι με τρόπο να φαίνεται ότι κάθεται πάντα στο ίδιο σημείο -ίδια προτομή ασάλευτη του Παλαμά στην οδό Ακαδημίας. Ο γήινος και χωμάτινος εαυτός μου, έτρεχε, έπεφτε και έκοβε λαχανικά. Το μυαλό μου, όμως, πάντα ήταν εκεί στη βιβλιοθήκη και στις αδειανές σελίδες, που καρτερικά γύρευε λέξεις για να τις γεμίσει με νοήματα. Από τη Ράνια έγινε γνωστό ότι στη γειτονιά υπάρχει συγγραφέας, που όλο γράφει και διαβάζει, μα ούτε ένας δεν έχει διαβάσει και ακούσει ένα δείγμα δουλειάς μου. Μήτε τους διάβαζα, μήτε απάγγελνα, μήτε δημοσίευα στις τοπικές εφημερίδες του νησιού. Κι αφού ούτε δικό μου βιβλίο έκαμα, κέρδισα ωστόσο αυστηρή αναγνώστρια τη Ράνια που με διάβαζε με το κοφτερό της μάτι σαν ανοιχτό βιβλίο. Ύστερα, σαν αρχαία ραψωδός πάνω στη βακτηρία της με διαλαλούσε κεφάλαιο-κεφάλαιο και ραψωδία-ραψωδία, με επωδό τις βρισιές προς το άτομό μου που απάγγελνε με στόμφο και τραγουδιστή φωνή σε κάθε σπίτι και γωνιά σε κάθε σοκάκι με γιαγιά. Κι έγινα έτσι ένας γυμνός μύθος της Κούλουρης, της γεροντοκρατίας, του κουτσομπολιού και της αιώνιας ανυπαρξίας.

*Δημοσιεύτηκαν στο Ποιείν: http://www.poiein.gr