Ε. Μύρων, Εγώ συνεχίζω τον πόλεμο εναντίον μου

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα λοιπά δεν κάνουν
ούτε για νανούρισμα
(το πολύ πολύ
να σου ζεστάνουν τη σούπα)

κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια στιγμή
θ’ αυτομολήσει)

κρύβω στις χούφτες μου
φως από τα σπλάχνα
της ωραίας σας πανσελήνου

-το κλέβω όταν αποκοιμιέστε-
το πετάω μες στη μνήμη
για να πάρει
τα πάνω της
ή έστω
ν’ ασπρίσει λίγο

Καίσαρ Εμμανουήλ, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

*”Ποιήματα”, Εκδ. Eρμής 2001.

*

ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΙΚΩΝ

Στον αιώνα αυτό, όπου ανήσυχοι πλανόμαστε,
συχνά τους εαυτούς μαςπαρομοιάζω
με κάτι ερευνητάς, που βρίσκονται έξαφνα
δεσμώτες μιας πυκνής, πανάγριας ζούγκλας.

Πέρα απ’ τις μακρινές, πολιτισμένες τους
πατρίδες εξεκίνησαν μια μέρα·
τα ουτοπικά τους μάτια η μέθη εφλόγιζε
του τροπικού κινδύνου, του απροόπτου.

Τώρα, απροσανατόλιστοι, περίτρομοι,
μες στων δασών την κόλαση πλανιώνται·
μόνοι, σε βρυχηθμούς θηρίων ανάμεσα,
το θάνατο προσμένουν, ένας-ένας.

Αύριον, οι ιθαγενείς, σε μια άκρη, θα ‘βρουνε
μια-δυο λευκές τους κάσκες ματωμένες
-σύμβολα υγενικά κάποιων που επέρασαν
οικτρών δυστυχισμένων Ευρωπαίων…

Ίσως, κανείς – ποιος ξέρει πάλι! – ανέλπιστα
μέσα στους τόσους άλλους επιζήσει·
τα βήματά τους εκείνος, τότε, σέρνοντας
βαριά από μια σφοδρή κι άνιση πάλη,

στη μακρινή, φιλήσυχη πατρίδα τους
το δέρμα μιας ωραίας θα φέρει τίγρης,
ενθύμιο από μια χώρα αγρία, απολίτιστη,
γεμάτη δέος, απώλεια κι αγωνία…

*Και τα δύο ποιήματα προέρχονται από εδώ: https://www.timesnews.gr/kaisar-emmanoyil-nychterini-fantasiosi-to-galazio-kioski-chamenoi-sta-vathi-ton-tropikon/?fbclid=IwAR3OItAScXa9wtnoSucwFqfcrB3afGLh4fgcvUuLBTMoVUk45EpPnz3Pwww

Νίκος Σφαμένος, Τραγούδι…

οι μούσες κρεμάστηκαν στις ροδακινιές
η θάλασσα μύρισε κάρβουνο
και γω περπατώ
λίγο νέος
λίγο γέρος
λίγο σοφός
λίγο ανίδεος
παραπάνω θλίψη δε χωράει
και να
γίνομαι καλός
γίνομαι κακός
και όλα τα πράγματα του κόσμου
δεν υπάρχουν πια
μόνο περπατώ
μ’ ένα άδειο κεφάλι
μ’ ένα άδειο κορμί
οι λέξεις στερεύουν
η καρδιά πεθαίνει
δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό
δεν υπάρχει κανείς
δεν υπάρχει τίποτα
κρέμομαι στην άρπα μου
ενώ οι μούσες παραπατάνε
τα λιμάνια καίγονται
λίγο τρελός
λίγο δυνατός
λίγο σοφός
λίγο ηλίθιος
περπατώ

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως».

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/06/13/auta-pou-graftikan-kato-apo-vromiko-fos/

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μαρμαρογλυφείο [Shine] (εκδόσεις Στίξις)

Αντώνης Χαριστός

Εάν η ποιήτρια Θεοδώρα Βαγιώτη έγραφε στις αρχές του 19ου αιώνα και δη στη Γαλλία, θα εντάσσονταν με χαρακτηριστική άνεση στην κατηγορία του πρώιμου ρεαλισμού. Στο ίδιο αυτό λογοτεχνικό ρεύμα στο οποίο, τη δεκαετία του 1830, εμφανίζονται οι πρόδρομοι του ρεαλισμού και συγκεκριμένα οι Stendhal και Balzac, αντιμετωπίζοντας το λόγο ως καθρέφτη των ηθών της εποχής.

Ως στάση και θέση μέσα στη λογοτεχνία ο ρεαλισμός αποκρυσταλλώνει τα διακριτά του χαρακτηριστικά ταυτόχρονα με σειρά κοινωνικών γεγονότων, μέσω των οποίων μεταβάλλονται τόσο η οπτική θέασης των πραγμάτων όσο και αποτύπωσή τους στο δημόσιο χώρο. Ανάμεσά τους καταγράφονται η επανάσταση του 1848 η οποία επανάφερε στο προσκήνιο το περιεχόμενο της λαϊκής βούλησης, αλλά και υπέδειξε τα όρια των μαζών· η ανακάλυψη της φωτογραφίας που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τον κόσμο· η ζωγραφική του Courbet, ο οποίος αντιτάχθηκε σε μεθοδεύσεις εξιδανίκευσης της τέχνης· ο θετικισμός του Comte κ.α. Προφανώς, δεν θα επεκταθούμε στον επιστημονισμό συνώνυμο του οποίου υπήρξε η αντίληψη περί ρεαλισμού. Θα περιοριστούμε στα δεδομένα τα οποία η τέχνη του λόγου όρισε ως αυστηρό πλαίσιο αυτού.

Κι αν ο Damian Grant, στο έργο του «Ρεαλισμός», (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1988 (2η έκδ.), 91-92) γράφει: «Η μελέτη του ρεαλισμού αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση […] μέρος του γενικότερου προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. […] ο απλοϊκός ρεαλιστής φαντάζεται ότι μπορεί να γίνει η αναπαράσταση του κόσμου με λέξεις, ή με κάποιο άλλο μέσον, κι ότι μπορεί να επιτύχει την αναπαράσταση αυτή δηλώνοντας ότι το κάνει, κι υποσχόμενος να εργαστεί με απλότητα κι ειλικρίνεια. […] Μα είναι εύκολο να αποδειχτεί πως η αναπαράσταση αυτή είναι ακατόρθωτη τόσο τεχνικά όσο και φιλοσοφικά», ευτυχώς η ποίηση τον διαψεύδει και μάλιστα εκδικητικά. Εάν στην εγχώρια παραγωγή η ποίηση έχει βυθιστεί άνευ χάρτη και προορισμό στο συναίσθημα και την απαξίωση της εικόνας, ορισμένοι επιμένουν να δημιουργούν με γνώμονα την αυστηρή ανάλυση των δεδομένων της πραγματικότητας.

Ανάμεσά τους η ποιήτρια Θεοδώρα Βαγιώτη. Αναπαριστά την εικόνα της βιωμένης εμπειρίας με τέχνη εικαστικής λεπτομέρειας. Προσεγμένη στο μέγεθος της ποιητικής ταυτότητας και με χρονική καταγραφή μίας συντελεσμένης ενέργειας σε διάσταση από τον παρελθόντα χρόνο, η ποιήτρια κυριολεκτικά μαγνητίζει πρόσωπα, καταστάσεις και διαδραματιζόμενα γεγονότα. Δεν επιτρέπει στο συναίσθημα να τυφλώσει την κρίση της. Έχει λάβει αποστάσεις ασφαλείας, τέτοιες που αντικειμενικά πια προσεγγίζει τα υπαρξιακά φερέφωνα της σκέψης. Τα δεδομένα με τα οποία συγκολλά τις πτυχές μιας προσωπικότητας στο λόγο είναι αυθεντικά. Δεν αφήνεται να παρασυρθεί από τον κρότο των ψυχικών αντιθέσεων. Έχει μεσολαβήσει ανάμεσα στην επιθεώρηση των αισθήσεων και την κριτική δομή των προσλήψεων. «Επισκέπτομαι τον τάφο/του πατέρα κάθε/ψυχοσάββατο, του φτιάχνω/στάρι, τον ταΐζω στο στόμα/τον φιλώ στο μέτωπο» (σελ. 19) και η περιγραφή/οι περιγραφές που ακολουθεί/ούν είναι συγκλονιστικές μιας ζώσας πραγματικότητας. Στη θέση της φαντασίας τοποθετεί την εξονυχιστική παρατήρηση. Δεν καταλήγει στην απομόνωση της οπτικής των αιτιών. Αντίθετα, με αφετηρία τις αισθήσεις, υπερβαίνει τον στενό ορίζοντα των συναισθηματικών απολήξεων και αναπλάθει το περιεχόμενο της πράξης στον καμβά του χωροχρόνου. Αφαιρεί το πλαίσιο για να ανακαλύψει, με θάρρος, την προοπτική που κρύβεται πίσω από την συντελεσμένη ενέργεια των προσώπων.

Θέτει μετ’ επιτάσεως το ζήτημα της ευθύνης. Ποιος/α διαθέτει τα εχέγγυα να αναμετρηθεί το περιεχόμενο της λέξης, προτού αυτή αποκτήσει σάρκα και οστά στις δράσεις των υποκειμένων της ιστορίας; Και απαντά η ποιήτρια, δεν στέκεται μετέωρη στο διάβα της ιστορικής μνήμης. Τι κι αν η ήττα, τόσο ατομική όσο και συλλογική, γυροφέρνει τις επιθυμίες; Εκείνη έχει αναγνώσει την ιστορία απ’ την ανάποδη τροχιά. Εκκινά με γνώμονα την απώλεια για να περισώσει τα θύματά της (βλ. ιστορία), όπως αυτά τεκμηριώνουν την ουσία της αποξένωσης. Όχι απλά δεν ξεθωριάζει την αντοχή της, αλλά παρεμβαίνει με τρόπο άμεσο και δεικτικό στις εξελίξεις. Αναμετράται με τον θάνατο, τον ξεμπροστιάζει στο μεγαλείο της ανθρώπινης ουδετερότητας προκειμένου να μετατρέψει τα συνθετικά του υλικά σε υποκείμενα μίας επερχόμενης καταιγίδας. Καταιγίδας ψυχικών συγκρούσεων, διότι η ποιήτρια επιθυμεί τη ζωή. Προβάλει και προωθεί το αίτημα αυτής σε διαστολή με την συνολική υπονόμευση την οποία αντιμετωπίζει στον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο.

Το πρόσωπο του πατέρα, για παράδειγμα, φέρει μέσα του την σκληρή γειτνίαση του ενστίκτου της επιβίωσης. Και αυτή η σχέση έχει μετατραπεί σε Αχίλλειο πτέρνα της έκφανσης των σωμάτων. Για το λόγο αυτό η ποιητική ωδή της δημιουργού επικεντρώνεται στην αποδέσμευση απ’ τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της πατρικής εστίας (κάθε άμεσης ή έμμεσης αντιστοιχίας με την έννοια και την δέσμη αξιών πατρικής εστίας) και υψώνει ανάστημα. «Όλα στο σφυρί/για λίγο ψωμί και ελευθερία/η βάσανος που μ’ έσφιξε στην πείνα και τον θάνατο» (σελ. 44) και το Μαρμαρογλυφείο αποκτά ουσία. Μετατρέπεται σε πεδίο αναφοράς για μία τεθλασμένη πρόσοψη της πραγματικότητας. Έχει μεταφερθεί πλέον σε νέα διάσταση η αίσθηση της υπόστασης. Δεν αρκούν οι λέξεις. Δεν αρκούν οι εικόνες. Απαιτεί η ποιήτρια φως. Οι στίχοι βρίθουν από την πηγαία ανάγκα για φως. Το παρελθόν της παιδικής ηλικίας μεταβαίνει στο παρόν της ενηλικίωσης, σε έναν κόσμο μόνιμης αποκτήνωσης.

Μα, δε σωπαίνει. Αποτυπώνει μία ιδιότυπη, κοινωνιολογικής και ψυχολογικής υφής, αιτιότητα στην ακρίβεια της περιγραφής και μετασχηματίζει την επικοινωνία σε τάση απογύμνωσης και αποκάλυψης. Η στιγμή αναγνωρίζεται ως πίνακας ζωγραφικής απεικόνισης. Κάθε στιγμή συμβολίζει την ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Η ίδια ακροβατεί πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά της ιστορίας, δίχως ποτέ να αστοχήσει στις απαιτήσεις της προσωπικής της αντήχησης. Δεν αναμένει τη μεταφυσική απάντηση στα ερωτήματα τα οποία η ζωή θέτει με κόπο στον καθημερινό μόχθο της. Ταυτίζεται μαζί της και ανασκευάζει την προώθηση του μέλλοντος σε καιρούς δύσβατους. Κάθε τόσο αναπολεί, αλλά δεν ματαιοπονεί στη μονοτονία. Αναπολεί περασμένες στιγμές σε έναν χρονικό ορίζοντα μεγεθυμένων προθέσεων· ακριβώς, επειδή τις ίδιες στιγμές θα επεδίωκε να αναπαραστήσει σε κάθε δεύτερη, ίσως, ευκαιρία. Και καταλήγει να μετρά, στα δάκτυλα του ενός χεριού, τις αληθινές συσπάσεις της επιθυμίας, που η ζωή απλόχερα της χάρισε.

Το Μαρμαρογλυφείο, λοιπόν, καθρεφτίζει τα όνειρα και τις εμπειρίες της ψυχικής αφρόκρεμας των ανθρώπων, που ο χρόνος δεν υπονόμευσε την αλήθεια τους.

*Από εδώ: https://tetragwno.gr/vivlio/poiisi/kritiki-theodora-vagioti-marmaroglyfeio-shine-ekdoseis-stixis?fbclid=IwAR1My_QAKgmILBFVtVD6-Zn6yV0BsDRm3Bb3Aj6vW5MOWV-FyHdi9sSfc0M

Ράνια Καραχάλιου, ορνιθολογία

Όμορφα να περπατάς στην πόλη κι εμπρός σου να εμφανίζεται
πτηνό που ως τότε το βλέμμα σου δεν είχε κατοικήσει,
πουλί σπάνιο, άγριο και μισό, με μια φτερούγα
τεντωμένα χέρια, χέρια λευκά, κίτρινα και μαύρα, που μαρτυράνε
απογείωση, κι εσύ να κοντοστέκεσαι, όλους τους θορύβους
γύρω σου να παύεις, πέρα από ένα τοσοδά ταμπούρλο
εντός σου, ανυπομονώντας το θαύμα να θαυμάσεις
καθότι έχεις χρόνια κουραστεί μόνο πνιγμούς να βλέπεις.
Όμορφα ωσότου αντιληφθείς πως το παραδεισένιο σου
πουλί δεν ήταν παρά περαστικοί που ‘γνεφαν σο τρόλεϊ
να τους χάψει

*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2018.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ
Επειδή έμαθα να ζω
απ’ τις εκλάμψεις
του φωτός που φέγγει
όταν χαράσσεται
το παραπέτασμα του κόσμου

αδυνατώ να ζήσω μακριά σου

γιατί εσύ
ήσουνα για μένα
το ξυράφι

*

ΒΕΡΟΝΑ 2018
Παλιά ήταν το μίσος των οικογενειών
εκείνα τα γκρεμνά μπαλκόνια στη Βερόνα
οι μπράβοι του πατέρα σου
(που μ’ ήθελαν νεκρό)

Κάποτε ήταν ζήτημα κοινωνικό:
γάμοι συμφέροντος
οι προίκες, τα συμβόλαια
οι περιτοίχιστες αυλές

Τώρα σαν να κλείστηκαν όλα
μέσα στην κοιλιά σου
και σε ανακατεύουν,
μέσα στο μυαλό σου
και σε θολώνουν,
μέσα στους μύες σου
και σε παραλύουν

…λίγο πριν πατήσω το κουμπί
του θυροτηλεφώνου

Κόρη του Καπουλέτου,
είμαι στον δρόμο σου
και σε περιμένω

*Από τη συλλογή “Γεωγραφίες της απουσίας, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2021.

Vladimir Mayakovsky, Ο δειλός

Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα, –
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.

Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.

Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι –
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
να του πάρει.

Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
-καθόλου πιο λίγο-
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
-Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις.–

Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή –
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».

Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».

Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τ’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.

Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.

Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Κατερίνα Κούσουλα, Τρία ποιήματα

ΣΤΟ ΑΚΡΟΤΑΙΝΑΡΟ

Του ακροταινάρου σε περιμένει θάλασσα
φοβούνται οι ασφόδελοι τα τέλειά της ρίγη
του μαύρου πέλαγου πιο κίτρινοι
γίνονται τώρα ένα με το φως
το διαλυμένο τέθριππο
τις πύλες του θανάτου

(λιβάδι δίχως άνθη σκοτεινά
νερά, προετοιμάσου)

*

Η ΘΥΡΑ

κρούει την θύραν – ο τρελός
φέρνει μια γλάστρα μ’ ανθισμένα χόρτα
κλεμμένη μοιάζει άρα μαγική
μόνο για το κλειστό δωμάτιο στολίδι

τι ήρθε ετούτος ο τρελός να κρούσει
μιαν άσπρη θύρα από πολύν καιρό θαμμένη
κάτω από χώματα ευθύνης; μες
στα υπόγεια της ξένης σου ζωής;

*

ΑΛΛΗ ΖΩΗ

είχα θυμάμαι άλλη μια ζωή
σίγουρη σαν τη σιφονιέρα τη λευκή ωραία
κάθε απόγεμα μετά το φαγητό έτρεχα εκεί
Κοντά ένα πιάτο μανταρίνια κι ένα – το ίδιο πάντα
που δεν προλάβαινα να το διαβάσω –
τραύμα παιδικό

(Μέσα δεν ήταν όσο έξω σκοτεινά
κι ας το επικίνδυνο ισόγειο κι η σκάλα
για τα ψηλά ακατόρθωτη)

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Κωστής Ανθάς, από το “Επί γης ειρήνη”

Φορτωθήκαμε κατά την άλλη την αυγή
τα άψεκτα του πολέμου βάθρα.
Μας καλωσόριζαν τα μελαγχολικά κιόσκια
του πεδινού ήλιου
με τ’ ασκιά φουσκωμένα να κρατάν γερά
της ανεμοθάλασσας την αύρα.
Και μεις παγαίναμε το τραγούδι μας
Κατάμεσα στο λιοπύρι!…
Κάποιος φώναξε:
“Ας γυρίσουμε ν΄ αντλήσουμε νερό,
να θυμηθούμε, πως θα διψάσει
εκεί που τ’ ανεβάζουμε!…
Ας ακουμπήσουμε και τούτο το φορτίο
Σ’ ένα αστέρι!…
Η αυγή δεν τελειώνει ποτέ
στο δικό μας ουρανό!…
Κάποιαν άλλη ας προσμένουμε νά ‘ρθει
στο ωραίο μακρυνό μας ταξίδι”.
Όλοι φωνάξαμε,
Μα δεν ακούστηκε κανενός η φωνή.
Όλες, σαν μια υπόκωφη ρεματιάς αντιλαλιά,
μέχρι να φαινόταν η άλλη αυγή.
Καταλάβαμε πως είχαμε φορτωμένο
Κι από εναν κρυφό Αυγερινό…

*“Επί γης ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.