Έχει παρατηρηθεί αρκετές φορές η προσπάθεια αρκετών ποιητών να αποδώσουν μια ποίηση εντελώς ελεύθερη χωρίς περιορισμούς. Άλλοι πέτυχαν να δώσουν κάτι ξεχωριστό και άλλοι όχι. Έχουμε, λοιπόν, στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Libris X Machina. Το πρώτο, που παρατηρούμε είναι ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή έχει μια ιδιαίτερη ορθογραφία, που θα την χαρακτηρίζαμε πιο ελεύθερη. Ο στίχος αλλού είναι ελεύθερος και αλλού ακολουθεί πιο παραδοσιακή φόρμα με χαλαρές ρίμες και έναν εσωτερικό ρυθμό, που κάνει τα ποιήματα να διαβάζονται αβίαστα ενώ αρκετά από αυτά θα μπορούσαν να μελοποιηθούν. Η ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες: Σεληνιασμοί και σπιτικές ιερουργίες, Μότο-ποίηση, εξεγερτική ποίηση, ζωική ποίηση. Τέσσερις ενότητες, τέσσερα ρέκβιεμ, που θρηνούν για όσα βλέπει ο ποιητής να συμβαίνουν γύρω του αρχίζοντας από το προσωπικό. Το προσωπικό, που αρχίζει από τον έρωτα, που μπορεί να επιβιώσει ενάντια στις αντιξοότητες: «κι αν ειν’ τα σπιτια μας κλειστα και μπορες τα χτυπανε / θαρθουν παιδια στην πορτα σου που ξερουν να αγαπανε». Όμως, ο έρωτας μπορεί να χαθεί ή να έχει τραγική κατάληξη. Τότε ο ποιητής συνεχίζει να δημιουργεί μοναχικά και περήφανα. Μοναχικός σαν λύκος, περήφανος σαν αετός και ταξιδιάρικος σαν γκιώνης. Να γίνει Απάτσι των τρώγλεων και να σηκώσει τα μαύρα λάβαρα των υπονόμων. Ο μοναχικός λύκος, που θα ανέβει στην μοτοσυκλέτα σαν σύγχρονος κουρσάρος, σαν τσιγγάνος, που αλλάζει συνέχεια κατοικία, σαν ινδιάνος της ασφάλτου, νοσταλγεί μια επιστροφή στη φύση, στην αθωότητα και στην αγνότητα, που διακρίνει τους αμνούς. Εδώ μπορεί να ταιριάξει και το επώνυμο Λύκαμνος. Λύκος μοναχικός, αλλά και αγνός σαν αμνός. Ένας λύκαμνος, που ψάχνει καταφύγιο σε μια πόλη που δεν κοιμάται. Που λαχταρά μια γλυκιά κουβέντα, ένα χάδι, όμως, δεν βρίσκει ανταπόκριση γιατί «τα φωτα της ραμπας εκλεισαν / μηπως ηταν απο παντα σβηστα?» Όμως, ο ποιητής ψάχνει να βρει διέξοδο κι αναρωτιέται: «Πες μου πως δραπετεύουμε στ’ ονειρο του φυγά / του αετού του αρχέγονου. / Δείξε μου τον τρόπο να γίνουμε πάλι παιδιά / παιδιά ατελή και άχρονα. / ζώα ουτοπικά. / Να μην λοξοδρομήσουμε στον δρόμο του φονιά.» Κι όμως, υπάρχει διέξοδος. Υπάρχει λύση. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουν όσο περισσότεροι γίνεται: «το ξαναλεω πως η πορτα της φυλακης ειναι ανοιχτη / γνωριζουμε τον δισταγμό για το μεγαλο άλμα / ενα σαλτο ομως ειναι η εφοδος στον ουρανο». Πριν κλείσουμε αξίζει μια αναφορά και στα σκίτσα που στολίζουν το εξώφυλλο και αρκετές σελίδες της ποιητικής συλλογής του Μάνθου Λύκαμνου. Πρόκειται για έργα του ίδιου του ποιητή, που με την ψυχεδελική τους ατμόσφαιρα συνοδεύουν υποβλητικά τα ποιήματα. Συμπερασματικά, από την ποιητική συλλογή του Μάνθου Λύκαμνου “Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας», αναδεικνύονται οι τέσσερις άξονες των ανθρώπινων αξιών, που είναι ο έρωτας, η ελευθερία της ταχύτητας, η εξέγερση και η αδερφική αγάπη για τα ζώα. Ο ποιητής ως άλλος λυπημένος στρατιώτης με αυτό το έργο του καταφέρνει «να κάνει σαματά να διώξει τα πουλιά / μη τα βρει ο δολοφόνος στην πρώτη τους φωλιά.»
Αμφότεροι ζουν κι εργάζονται επί έτη στη Μελβούρνη. Η νοσταλγία για την αρχική πατρίδα είναι βεβαίως αναμενόμενη. Οι εγγενείς αντιφάσεις, οι αμφιβολίες, οι όποιοι αιτιολογημένοι επαναπροσδιορισμοί, οι δημιουργικές αποδομήσεις και οι σχεδόν καθημερινοί έλεγχοι των επακόλουθων ψευδαισθήσεων ανιχνεύονται αμέσως. Την ίδια ακριβώς στιγμή οι μηχανισμοί της ικανής και αναγκαίας εκείνης προσαρμογής στο θετό χωροχρόνο επενεργούν μεθοδικά. Ο διάλογος με την ετερότητα επιβάλλει προοδευτικά και συναινετικά, εννοείται, τους δικούς του κανόνες.
Ο λόγος πηγάζει λοιπόν από μια νέα ταυτότητα. Έτσι π. χ. ακούω ευκρινώς τον Χρήστο Νιάρο: «Δεν έβγαλα λόγο στην Πνύκα ούτε στη Βαρβάκειο/δεν είχα να προσθέσω ούτε να αγοράσω κάτι/δεν κοίταξα στα μάτια τα αγάλματα/δεν έφυγα σε ταξίδια που ονειρεύτηκα/δεν πέταξα ένα ξερό «τα πάντα ρει»/δεν άκουσα τη σιωπή στο λιμάνι/δεν έριξα ακόμη άγκυρα/δεν έστειλα μήνυμα/δεν το είπα/δεν το έκανα/δεν απουσιάζω/δεν κρατώ ημερολόγιο/δεν μοιάζει η κάθε νύχτα με την επόμενη/δεν αναρωτιέμαι πια/δεν έχω άλλο χρόνο, άλλωστε,/δεν είμαι ο ίδιος πια».
Ο Δημήτρης Τρωαδίτης επισημαίνει, αντιστοίχως, ορισμένες διακλαδώσεις των διαλεκτικών εναλλαγών του βίου. Παραπέμπω στα εξής χαρακτηριστικά σημεία των πηγαίων, αναπόφευκτων εν τέλει εξομολογήσεων «Καλά κάναμε και φύγαμε/καλά κάναμεκαι μισέψαμε/καλά κάναμε και μοιράσαμε/τα υπάρχοντά μας/καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε/στις καιόμενες πόλεις/τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας/τα δάση είχαν γίνει στάχτη/κι οι εαυτοί μας χάθηκαν/με την έλευση του απόβραδου/τα ταξίδια μας ήταν νηστικά/και διψασμένα/δεν είχαμε νερό πια/δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε/δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε/καλά κάναμε και αποστατήσαμε».
Το τραύμα μάλλον δεν πρόκειται να κλείσει. Η γραφή έχει εν τω μεταξύ αναλάβει το πρόσθετο βάρος να εκλογικεύσει, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένες τυπικές εμπειρίες στην Πέμπτη Ήπειρο.
Dreaming of a world liberated from imperialism. A lino print in solidarity with the people of Ukraine, and the anti-war protestors in Russia who inspire us to bravely fight the enemy at home. By Hollie Molly
Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει, δωροδοκούνται οι ηδονές να ψεύδονται, ο φόβος διακρίσεις δεν κάνει κι ας λέν πως η ζωή στους πλούσιους χαμογελά. Κορίτσι σπάζει το κανάτι με την άχνα του ψωμιού που τ’ ακούμπησε, τα παιδιά σε λασπόνερα ξεφαντώνουν, κι ενώ τα βιολοντσέλα πένθιμα ηχούν πάστορες την αγάπη προβοκάρουν.
Καθώς με αγγίζεις Η άρνηση φορτίζεται Προσκολλάται στις θετικές πρωτεΐνες των δαχτύλων σου Τα αποτυπώματά σου παραμένουν στο δέρμα μου σπινθήρες μετά την τριβή
Ηλεκτρισμένο το σώμα μου φωσφορίζει τις νύχτες φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα για να μπορώ να κυνηγώ όλη νύχτα τη σκιά σου.
*
Η ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΒΥΘΩΝ
Ανάμεσα σε εμένα και εσένα είναι τα δάχτυλά μου μέσα από τα δάχτυλά μου ξεπηδούν λέξεις καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές, περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας φεύγουν από τα χέρια μου πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε όπως εσύ τόσο με εμένα
Ενώ όλη αυτή την ώρα το μόνο που θέλω να πω το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να βάλεις τη γλώσσα σου πάνω στα δάχτυλά μου.
*
ΟΙ ΚΟΚΚΟΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ
Αφήνω τα μαλλιά μου μακριά απλώνω τα χέρια μου ανοιχτά ξεδιπλώνω τα πόδια ξεσφίγγω αναδιπλώνομαι εκτείνομαι Μα όσο κι αν ξετυλίγομαι δεν μπορώ να περικυκλώσω τα όρια του άδειου μου
Στο φλιτζάνι μου ο καφές με τα βουτήματα με περιγελούν Πριν από εμένα έχουν αγγίξει τη γλώσσα σου.
*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.
Καθόλου εύκολη δεν είν’ η ζητιανιά Θα δώσεις πόνο, έτσι θα ρεφάρεις Δε σε λυπάται ο περαστικός με τα ψιλά Πρέπει να δείχνεις χάλια για να πάρεις Από υγεία αν σφύζεις και χαρά Θα κόψει δρόμο, ξέχνα τα λεφτά
*
Ο ζήτουλας θα κάνει υποχωρήσεις Θα σπάσει κι άλλο πόδι αν χρειαστεί Τα μάτια του θα βγάλει, στην ανάγκη Τη σπλήνα του παιδιού του την καλή Τα δόντια μόνος του θα ξεριζώσει Θα φάει τα πιο βρωμερά σκατά Αν είναι την καρδιά σου να ραγίσει Ολόκληρος θα τυλιχτεί με ξερατά
*
Ευλογημένοι οι ζήτουλες, τα ζητιανάκια. Τα μούγγαλα και τα σακάτικα ευλογημένα Χωρίς αυτούς τα πλούτη θα σαπίζαν Κλεισμένα σε μπαούλα και θυρίδες Χωρίς αυτά θα τρώγανε οι λίγοι Και ο Θεός τον κόσμο θα χαλνούσε Και θα ‘σασταν πολύ κατεστραμμένοι
*Από τη συλλογή “Μία βοήθεια, παρακαλώ!”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.
Η ψυχή βλέπει τον κόσμο της σκόνης το σύμπαν της σκόνης τα πίπουλα που μπαίνουν σε χώρους και χώρους που παίρνουν θάρρος και γεννοβολούν σαν λείπουν μακριά οι άνθρωποι Η ψυχή η ζωή το σώμα παρατηρεί όχι σαν απογοήτευση αλλά σαν κοινή συμβίωση όλων των όντων της σκόνης Με το χρυσό του σάλιου με τον άνθρωπο της ωραιότητος η βρώμα και της αρχιολογίας με τη μέλλουσα φαντασία που είναι η πρώτη φαντασία.
*
Η γονιμότης και της πέτρας ακόμα ο θεός που είναι σαν άνθρωπος που τον καλοπιάνεις μη σε βλάψει το χώμα π’ αδιαφορεί σαν πλήθος πόλεως μέσα στο οποίο περπατά ένα άλλο πλήθος που μιλά άλλη γλώσσα Τα σκουλήκια που τα χάιδεψαν κανονικά οι γονείς και οι δάσκαλοι τα γύμνασαν με υπομονή για να γίνουν καλοί πολίτες και τα χειραφέτησαν για να τρώγουν καλά τους νεκτούς εκεί κοντά που είναι ρίζες των λουλουδιών και των δέντρων.
*Από τη συλλογή “Σημειώσεις ποιήματος”, Εκδόσεις Σμίλη, Ιούνιος 2021.
Μικρά μυαλά Μεγάλα όνειρα Ρηχές αντιλήψεις Ισχυρές πεποιθήσεις Μακρύς είναι ο δρόμος προς την εκπλήρωση Επιθυμίες που σβήνουν άτσαλα Γήινες επιθυμίες Στρώνουν το πνευματικό μονοπάτι Που ακολουθείς Που σε οδηγεί Πάνω στο λόφο Κάτω από το δρόμο Και συναντάς τη νοημοσύνη σου Τη βλακεία σου Υπερφίαλο εγώ Βαθύτατη ανασφάλεια Ξέρεις τα πάντα Δεν ξέρεις τίποτα Μπορείς να αναλύσεις όλα τα γεγονότα Σε λάθος συμπεράσματα Σκάβοντας τρύπες στο νερό Εσύ, καταραμένε Σίσυφε!
*Δημοσιεύεται στο περιοδικό “Σείστρο” – Συν-φωνία φίλων της ποίησης στη Χίο, τεύχος 1, Άνοιξη 2020.