Στην άκρη του γραφείου χύνεται η μελάνη σχηματίζοντας μια λίμνη με λέξεις που δεν έγραψα∙ στα άβαθά της κολυμπούν μικρές βάρκες που άφησαν πίσω τα ναυαγισμένα πλοία να κουβαλήσουν μικρά, ασήμαντα στιχάκια, στα βαθιά κείτονται νεκρές οι ψυχές των μεγάλων ποιητών
κι όπως καμιά φορά δένω τις βάρκες μου στ’ αγκυροβόλι της κούπας του καφέ κοιτώ με μάτια που τρυπούν την άβυσσο κι οι ψυχές ζωντανές μού προσφέρουν νάμα ζεστό και πρόσφορο σε ψάθινο καλάθι∙
η όψη τους μουσκεμένη απ’ τις γαλανές κηλίδες της συμφοράς τους Πάρε! μου λένε να πιεις από το αίμα μας Πάρε! μου λένε να φας από το σώμα μας κι εμένα με πιάνει λαιμαργία για τους πιο λυπημένους
να πίνω τη γουλιά να τρώω τη μπουκιά καθώς περνούν τη θηλιά απ’ το λαιμό τους
Τα μαχητικά αεροπλάνα κάνουν τις βόλτες τους πάνω από τα σπίτια μας σε μια επίδειξη πολέμου που τρομάζει. Τα τζάμια τρίζουν τα ζώα τρέχουν φοβισμένα μέσα στο δωμάτιο τα αυτιά μας ματώνουν. Ο γείτονας που μόλις χθες ύψωνε τη σημαία σήμερα, έβριζε.
Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ. Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο— Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια. Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα— Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές. Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές. …Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.
Τις πόρτες των αστών θα κατουρήσουμε νυχτιάτικα
Τα ψυχοφθόρα γύρω μας σιφόνια
Της ηγουμένης θλίψης ο λαιμός, ολημερίς διώκτης
Απόκρεω, δοξάρι αγριεμένο
Ω! γύφτισσες, πληγή της ειμαρμένης
Παίζετε τα βραχιόλια σας μα εδώ βροντούν πιστόλια
Ηλιοστάσιο του Κάλβου αγκαθερό
Και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως
ακαταπαύστως γύμνια
ακαταπαύστως τούρλα φαλλική
Της Τυρινής, ουρλιάζουν οι παπάδες στο Βραχώρι
Μετανοείτε αντίχριστοι, μετανοείτε φλώροι
Κι εσείς φρικιά απ’ το Περγαντί, μπούλες απ’ το Δοκίμι
Τέλη Σταλόνε, σκούξτε, και ξερό ψωμί
Διακόσια βολτ στ’ αρχίδια του να σπάσει το τσιμέντο
Ο καταρροϊκός γαμιάς, ο Αιτωλός επόπτης των αιδοίων
Μες στου φασματικού Τριχώνιου τις πάχνες
Όργια φθισικά
Τσέπες γεμάτες στύσεις
Εξανθήματα
Σπέρματα κομφετί να ραίνουν
Τα ξεβράκωτα πρυμναία κοριτσάκια
Το βασιλιά καρνάβαλο
Το βασιλιά πολιτισμό της άσπλαχνης γραικίας
Για τα θύματα της καταστροφικής φωτιάς στον Πύργο Γκρένφελ
Λες και τα σώματά τους έγιναν ελαφρύτερα, δέκα από όσους κάθονταν στα μπροστινά στασίδια άρχισαν ξαφνικά να αιωρούνται, κι ύστερα έμειναν εκεί ανάσκελα λες κι ήταν πάνω στο κρεβάτι. Ύστερα βγήκαν από το κλίτος, σαν να τους μετέφερε ένας ιμάντας από καθαρό αέρα αργά σαν νεκρική πομπή, και πέρασαν πάνω από τους πιστούς, που μερικοί ήταν πεσμένοι στα γόνατά τους και προσεύχονταν. Μια γυναίκα, κουνώντας το σώμα της μπρος πίσω, μουρμούριζε Κι εγώ, Κύριε, Γιατί όχι εμένα, Κύριε;
Όλοι αυτοί που έτσι υψώθηκαν οδηγήθηκαν αργά, πολύ αργά έξω από τις γοτθικές πόρτες και πάνω στον ουρανό, ενώ ανάμεσά τους πετούσαν οι σπίνοι επιδέξια.
Δέκα τετράγωνα πιο κάτω, ένας άντρας προσπαθεί να κρατήσει το πόδι της ιπτάμενης γυναίκας του. Κάθε τόσο η δύναμή της τον σηκώνει ελαφριά απ’ το έδαφος, το χέρι του γλιστράει. Πέφτει στα γόνατα με μόνο το ψηλο- τάκουνο παπούτσι της ανάμεσα στα δάχτυλά του. Κρύβει τα μάτια με το χέρι του, τα μισοκλείνει για να δει καθώς ο ήλιος πίσω της τον στραβώνει.
Εκατό άνθρωποι αρχίζουν να αιωρούνται απ’ τα παράθυρα ενός ουρανοξύστη’ κοιτάζοντάς τους από μακριά μοιάζουν με μαύρο καπνό από μια φωτιά που φουντώνει.
Ένας πατέρας με το παιδί του στους ώμους του’ Άντρες με ανοιχτόχρωμες τζαλαμπίγιες’ μια γυναίκα με μαλλί σαν του Έλβις και βιντάζ γυαλιά, ένα σκούρο μπλε χιτζάμπ που πλαταγίζει στον άνεμο’ ένας καλλιτέχνης μ΄ ένα τουρμπάνι από μουσαμά: ιπτάμενοι όλοι τους, οι υπερήρωες αυτοί, αυτή η ιπτάμενη παρέλαση της πίστης, αυτό το σμήνος των πιστών.
Ανάμεσα στα ψηλά σύννεφα, σαν μαλλιά που ανεμίζουν, αρχίζουν σιγά σιγά να μοιάζουν με μια ξεχωριστή πόλη. Θα μπορούσε κανείς να τους περάσει για νεοαφιχθέντες στη Γη. Αυτοί είναι η πόλη των αγνοουμένων. Εμείς, τώρα, η πόλη αυτών που έμειναν πίσω.
*Από το βιβλίο “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 2020. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.
Δεν είχε σάρκα. Είχε οστά. Κρίνα φυτεμένα στον εγκέφαλο. Ένα ερωτικό σημείωμα σφηνωμένο στην κλείδα. Στη θέση της καρδιάς είχε καρδιά. Στους πνεύμονες άγρια βλάστηση. Τα πλευρά λιτά. Δίχως περιττές πολυτέλειες. Τα μηριαία της οστά απέβαιναν μοιραία για πολλούς εραστές. Την ερωτεύτηκα. Έναν αιώνα αργότερα ανακαλύφθηκε ο έρωτας.
*
ΔΕΝ ΕΡΧΕΣΑΙ ΠΙΑ
Μνήμη Στέφανου Γουσέτη
Αγνοείται η τύχη όλων των πεθαμένων. Μαζί και η δική σου. Ο Ζήσης, ο τελευταίος άνθρωπος που μίλησε μαζί σου, ξέχασε από αφηρημάδα να σε ρωτήσει αν ζεις.
Κάποιοι είπαν πως σε είδαν στο κατόπι του Ουλιάνοφ. Άλλοι πως έψηνες καφέδες στο μνημόσυνό σου. Ικανό σ’ έχω να πέθανες μόνο για την αλητεία. Σ’ τα γράφω σκόρπια. Στο μπλοκάκι που σημείωνες υλικά οικοδομών. Μη με παρεξηγείς. Με έχει πιάσει το παράπονο.
Δεν έρχεσαι πια. Από ζωντανό έχω να σε δω.
*Από τη συλλογή “Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.
Σου ζήτησα να δεις στα μάτια μου την εαυτή που κοίταζες πριν μάθεις ότι δεν είμαι αυτή που προσποιείται ομοιοκαταληξίες για να σου αρέσω.
Υποσχέθηκες να το κάνεις υπό την επήρεια του ροδανθού, έτσι για την αλητεία της μνήμης, για τα κομμένα πλάνα.
Τα πλάνα που έβλεπες τον θεό στους τυφλούς στους φαροφύλακες και στους πίνακες εκείνου του πώς τον λένε ζωγράφου…
Αν θυμηθείς τ’ όνομά του, θα είναι σαν να επιστρέφεις ένα σπαθί στο θηκάρι του.
*
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΚΟΗΣ
Αυτός ο κήπος είναι παράξενος.
Εδώ κοιμάται ο λύκος με τη σελήνη στο στόμα. Είναι σκοτεινά μέσα στον κήπο. Στάση ανθοφορίας λόγω βλάβης βυθού. Ήχος νερού από ελαφόμορφη κρήνη. Φεγγαρίσια ίχνη στην πάχνη. Ίχνη κυνόδοντα στο φεγάρι. Αστραπή χαράσσει το άγαλμα της Αρτέμιδος. Κεραυνός της τρυπάει το στήθος. Οι πευκοβελόνες θροΐζουν, χειροκροτούν τη βεβήλωση.
Αυτός ο κήπος είναι παράξενος.
Εδώ είναι πάντα μεσάνυχτα σε λίγο θα σε συναντήσω. Φωνές της απείθειας με καλούν κοντά σου. Δεν φτάνουν τα ξόρκια που ξέρω για να ξεφύγω απ’ αυτό το δίχτυ το πεπρωμένο μου είναι να εγκλωβίζομαι μέσα σε καθρέφτες. Δεν έχω άλλο τρόπο να ενώνω τη διαμελισμένη αντιλόπη μέσα μου.
*Από τη συλλογή “Ο κήπος της ανυπακοής”, εκδ. Βακχικόν, 2021.
αυτό το κτίριο που στέκεται εδώ με τις μεγάλες μαύρες οπές τα ορθάνοιχτα στόματα, με τα μάρμαρά του γεμάτα λακκούβες και μάτια
Αυτό το κτίριο, εκείνοι εκεί οι ετοιμόρροποι τοίχοι με τα εξαφανισμένα ταβάνια και τα ταβάνια με τα ικάρια συντρίμμια
Ήταν μια πόλη κάποτε και ίσως γύρω του περνούσαν μεγάλοι δρόμοι, υπήρχαν καταστήματα και λάμπες που ανάβανε τα βράδια σαν σελήνες, αφήνοντας πότε πότε να πέφτουν στους περαστικούς αστέρια σαν πεταμένα εισιτήρια
και ταξιδεύανε πολλοί μέσα στο κτίριο στην πόλη αυτή, ώσπου μια μέρα κάποιοι το πάγωσαν το χάραξαν σε μια φωτογραφία, το περικύκλωσαν με παπαρούνες μισοζωγραφισμένες γκρι και με καπνούς, κι έβαλαν μπρος του σφράγισαν ένα τεράστιο μπάνερ, μία γυναίκα μ’ ένα μωρό κενό στην αγκαλιά και κονσερτίνες να το κρατάνε πάνω της σφιχτά όσο τα σώματα τινάζονταν
Το κτίριο, λοιπόν, άδειο τώρα φόντο και λειψό βρήκε τον λόγο που στέκεται, χωρίς απαραίτητα να έχει στα μπαλκόνια του μεγάλες μπουγάδες ή ηλικιωμένες γλάστρες, αλλά παίρνοντας την όψη υποστυλώματος ή μάλλον ανεμόπτερου, με ξεσκισμένα πανιά, αλλά με άριστη ακόμη πτητική δυνατότητα ικανή να εξασφαλίσει μιαν απέλπιδα διαφυγή σε αυτή την τελευταία εικονική ανθρώπινη παρουσία που τρέμει
γιατί μέσα από την κοιλιά του σκάφους, μέσα απ’ το βάθος έρχονταν έρχονται ακόμη σίδερα, κουρνιαχτοί, νέοι νεκροί στρατιώτες και σκιές που προχωρούν σε φάλαγγα
κι αν κάτι θέλουν, κι αν κάτι μάθαν πως θέλουν είναι να βάλουν στη θέση της γυναίκας μια διαφήμιση καινούργιου σκυροδέματος μια διαφήμιση για κτίρια που πέφτουνε καλύτερα
Πολυπλοκότητα στον Κόσμο, πολυ-σημεία και στο άτομο. Πρόσωπα ούτε κατά χιλιοστό – προσωπικότητες σε αναζήτηση.
Ο «Άλλος» ως μεταφυσική παρουσία ενός ακόμη απόλυτου τίποτα, που τυραννά τον πραγματικό Άλλον
-Με όλα κεφαλαία; Μα ναι.
Οι καταφάσεις του αρνητισμού του ξεθωριασμένου όχι – με μικρά που έγινε ναι – με λιλιπούτεια γράμματα αυτό!
Και το σημειωματάριο του γεροχρόνου συνεχίζει να καταγράφει τις σβησμένες υπάρξεις.
Β.
Μάσκες
Φοράμε ένα πρόσωπο που είναι προσωπείο, μια σκουληκιασμένη μάσκα, που ζέχνει μούχλα και χολέρα.
Η μυρωδιά της δεν έρχεται όμως από τη σάρκα μας, αλλά από την ίδια την ψυχή μας. Το προσωπείο βέβαια αυτό κινείται και μιλά
Λέει λέξεις – «προοδευτικές, ορθές» «όμορφες και ωραίες» – περί ανθρώπου και κόσμου λες και μιλάει ο ίδιος ο «ανθρωπιστής Θεός»
-που τυγχάνει και αστός!-
Αλλά κάτω από τα λόγια βλέπει το πηκτό πύον από το στόμα να στάζει.
1. Τα ποιήματα της συλλογής “Αφορισμοί ενός απόκληρου”, εμπεριέχονται στην ποιητική συλλογή του γράφοντα με τίτλο “σκιά θανάτου” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός.