Alejandra Pizarnik, Νύχτα

Quoi, toujours ? Entre moi sans cesse et le bonheur!
Gérard de Nerval

Ἴσως τούτ᾽ ἡ νύχτα νὰ μὴν εἶναι νύχτα,
ἀπαίσιος ἥλιος μᾶλλον εἶναι, ἢ
κάτι ἄλλο, ὁτιδήποτε…
Ποῦ νὰ ξέρω ἐγώ! Λείπουνε λέξεις,
λείπει είλικρίνεια, λείπει ποίηση,
ὅταν δακρύζει, ὅλο δακρύζει τὸ αἷμα!

Θὰ μποροῦσα νά ᾽μαι τόσο εὐτυχὴς αὐτὴ τὴ νύχτα!
Καὶ μόνο ἂν μοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία ν᾽ ἀγγίξω
τοὺς ἴσκιους, ν᾽ ἀκούσω βήματα,
νὰ πῶ «καληνύχτα» στὸν ὁποιονδήποτε
ποὺ θὰ περνοῦσε μὲ τὸ σκύλο του,
θὰ κοίταγα τὸ φεγγάρι, θὰ ἔλεγα
τὴν ἀλλόκοτή του γαλακτότητα, θὰ σκόνταφτα
σὲ πέτρες στὴν τύχη, ὅπως καὶ ἄλλωστε γίνεται.

Ὑπάρχει ὅμως κάτι ποὺ κάνει τὸ δέρμα νὰ σκάει,
μιὰ μανία τυφλὴ
ποὺ τρέχει στὶς φλέβες μου μέσα.
Θέλω νὰ φύγω! Τῆς ψυχῆς μου Κέρβερε,
ἄσε με, νὰ διαβῶ τὸ χαμόγελό σου ἄσε με!

Θὰ μποροῦσα νά ᾽μαι τόσο εὐτυχὴς αὐτὴ τὴ νύχτα!
Μὰ μένουν ἀκόμα ὄνειρα ἀργοπορημένα.
Καὶ τόσα βιβλία! Καὶ τόσα φῶτα!
Καὶ τὰ λίγα μου χρόνια! Μένουν — τί, δὲν μένουν;
Ὁ θάνατος εἶναι μακριά. Δὲν μὲ κοιτάζει.
Τόση ζωὴ, Κύριε!
Μὰ γιὰ ποιόν λόγο τόση ζωή!

*Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Ο Άνθρωπος του Ύπνου

Την παλαιά εποχή τα κουνούπια ήταν διαφορετικά. Αν ήθελες να τα βρεις να τα συνθλίψεις, εκείνα καρτερικά υπέμεναν τον Γολγοθά τους, θεωρώντας μάλιστα τον μαρτυρικό τους θάνατο, τελολογικό σημείο και δώρο θεού.

Σήμερα, τα κουνούπια έχουν μια καλλιεργημένη πονηρία. Μαθημένα στο αροξόλ εξελίχθηκαν γενεαλογικά. Σε ανθεκτικές μυγοσκοτώστρες με ηλεκτροφόρο ρεύμα εναντιώθηκαν υιοθετώντας ένα καμουφλάζ σε σκούρες επιφάνειες που εξαφανίζει τη μορφή τους. Είναι αδιάφορα στα υπνωτικά που αναδύονται από θερμασμένες πλακέτες στην πρίζα. Συνήθως, είναι καλά κρυμμένα στις μονιές τους και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Μάλιστα, επιδεικτικά κάθονται στο ταβάνι ανάποδα περιγελώντας τους πάντες στον ανάποδό τους κόσμο. Γλεντάνε να βλέπουν τα πρησμένα θύματα να χτυπιούνται και να οδύρονται μαύρα μεσάνυχτα. Νοιώθουν σαν το ασήμαντο τσιμπούρι που κάνει το λιοντάρι τον βασιλιά της Ζούγκλας να βογκάει και να χοροπηδάει στα δύο πισινά του πόδια για ψύλλου πήδημα.

Τα σημερινά κουνούπια ενεργούν υπολογιστικά, ύπουλα και καχύποπτα. Με το που θα δεχτούν το πρώτο ράπισμα, με στρατηγικούς ελιγμούς και παραπλάνηση αποφεύγουν κάθε μοιραία μάχη με ισχυρότερο εχθρό όπως ο ξύπνιος άνθρωπος που ονειρεύεται παχουλές αγελάδες. Αντιθέτως, όταν ο εχθρός κοιμάται από ανάγκη, τότε παύει η παντοδυναμία του. Θα τον χτυπήσουν ορδές κουνουπιών του Αμαζονίου την ώρα που είναι παντελώς απροετοίμαστος, δηλαδή στη μέση του ονείρου. Τότε, οι αγελάδες έχουν αρμεχθεί στο λίπος τους και αφυδατωμένες μασουλάνε στωικά τα αμπελόφυλλα του κοιμισμένου Διόνυσου σα να βρίσκονταν στα χωραφάκια του Νείλου των εξελληνισμένων αγροτών την εποχή των Πτολεμαίων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κουνούπια επιτίθενται με βομβαρδιστικά και μαχητικά -βελόνας και αγκαθιού- στα ζωτικά σημεία του κοχλία και του τύμπανου του αυτιού. Θα προτιμούν πάντα τα βρέφη από τους γέροντες. Θα χλευάζουν απονήρευτους τους προγόνους τους που θέλησαν να μοιράσουν δίκαια τη φύση -σε έντομα, θηλαστικά, πτηνά και ιχθύες. Ο κόσμος ανήκε μόνο στα έντομα, πανηγυρίζανε λοιπόν, τα σύγχρονα κουνούπια συστηματικά στο πιατάκι της γλάστρας, μην αμελώντας με το βραδινό πότισμα να πολλαπλασιάσουν το μοναδικό τους είδος σε εκκολαπτήρια τέλειας αφαίμαξης.

Και στόχος πάντα ο ίδιος. Οι γυμνές αδυναμίες του δέρματος. Σκοπός να εξαλειφθεί δια παντός ο Άνθρωπος του Ύπνου…

1/5/2021

Gregory Corso, Hering

It’s disastrous to be an injured deer.
I’m the most wounded, wolves rage,
and I have flaws too.
My flesh is clawed by the Inevitable Hook!
As a child I used to see a lot of things I didn’t want to be.
Am I the person I didn’t want to be?
The person who talks to herself?
Neighborhood Personality?
Am I the one who, on the steps of a museum, sleeps curled up on the side?
Do I wear a loser’s suit?
Am I the screwed one?
In the grand serenade of things
am i the most deleted track?

Είναι καταστροφικό να είσαι ένα τραυματισμένο ελάφι.
Είμαι ο πιο πληγωμένος, οι λύκοι θυμώνουν,
και έχω και ελαττώματα.
Η σάρκα μου κρεμιέται απ’ τα νύχια από τον Αναπόφευκτο Γάντζο!
Ως παιδί έβλεπα πολλά πράγματα που δεν ήθελα να γίνω.
Είμαι ο άνθρωπος που δεν ήθελα να είμαι;
Το άτομο που μιλάει στον εαυτό της;
Προσωπικότητα της Γειτονιάς;
Είμαι αυτός που στα σκαλιά ενός μουσείου κοιμάται κουλουριασμένος στο πλάι;
Φοράω το κοστούμι ενός χαμένου;
Είμαι ο κερατωμένος;
Στη μεγάλη σερενάτα των πραγμάτων
είμαι το κομμάτι που έχει διαγραφεί περισσότερο;

*Απόδοση: Δ.Τ.

Χρήστος Κολτσίδας, Δύο ποιήματα

ΧΟΡΟΣ

Τον πένθιμο και διαυγή χορό
αργά τον σέρνουν
στην πλατεία

“Άειντε”

Πρώτα περνούν οι γεροντότεροι
μετά οι νέοι
ακόμη πιο αργά
και όμορφα
περνάνε οι γυναίκες μας

“Ωρέ”

Στέκουν θαυμάζουν τον κόσμο
τα παιδιά
κρύβονται μες στα ελάτια

“Άειντε μωρέ και”

Κλαίνε τα δέντρα
γελάνε τα παιδιά.

*

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ήρθ΄ από κει που δεν υπάρχει ήχος
μέσα απ’ την ψυχρότητα των χρωμάτων
Φορά την κάπα των βοσκών
πιάνει τον ήχο των νερών
τις σταγόνες στα παράθυρα και τον ιδρώτα στα γένια
Φωλιάζει στα όμορφα χαμόγελα
Κουβαλά στο κεφάλι κούφιο ξύλο
Και μιαν αχτίδα σεληνόφως
Βάζει προσκέφαλο το άλμα των βατράχων
και δεν κοιμάται ποτέ
Κρεμάει για φυλαχτό στο κεφαλάρι
τραγίσιο κέρατο αιχμηρό

Λέει
Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες.

*Από τη συλλογή “Τα ορεινά”, εκδ. Μελάνι, 2015.

Γλυκερία Μπασδέκη, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ

Ο ποιητής προβλέπει το μέλλον
Αλλά το μέλλον δεν προβλέπει τον ποιητή
Ύλη και πνεύμα αχταρμάς Αρχάγγελέ μου
Έχουν αλλάξει πολλά στην αεροπορία πόλεων
Από τότε που πρωτοφτερούγισες
Ο κόσμος αγιάζει με το στανιό
Όλοι έχουμε έναν οσιομάρτυρα στην πολυκατοικία μας
Και τρεις θηλιές στον ακάλυπτο
Στα τοπ τεν η εθελούσια Ταξίαρχε
Στα λιοντάρια κάθε ξημέρωμα
Περιμένοντας την άλλη ζωή
Που δεν έρχεται ποτέ στην ώρα της
Ένας συγχρονισμός θα ηρεμούσε τα πνεύματα
Θα γνωρίζαμε την ώρα αναχώρησης
Το μέλλον μας, το ριζικό μας,
Την ημερομηνία λήξης μας,
Τον καιρό εκεί πάνω
Κάποιες πληροφορίες χρήσιμες στον Μάρτυρα
Είναι κι αυτό μια πρόοδος, μια διευκόλυνση
Αν με εννοείς, βεβαίως, Μιχαήλ μου

*Φωτογραφία: Panos Michail

Γωγώ Λιανού, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΗΡΩΜΗ

Είμαι άνθρωπος.
Όχι σκυφτός.
Όχι περήφανος.
Αλλά άνθρωπος.
Και είναι και εκείνοι.
Που ζητούν να σκύψεις.
Από μπροστά ή από πίσω.
Για όλες τις σκύλες, το ίδιο είναι.
Εγώ είμαι άνθρωπος.
Οι άνθρωποι δεν σκύβουν.
Και είσαι στη μέση κι εσύ.
Εσύ
Που σάλιο δεν έμεινε για να σε φτύσω.
Είχα το μέτωπο στο πάτωμα κάποτε.
Για ‘σένα.
Κι ήταν βαριές οι μπότες σου.
Για το μικροσκοπικό μου κεφάλι.
Εσύ.
Που με έκανες να σκύψω.
Θα έρθει η ώρα που θα το πληρώσεις

*

6 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Μου πήρε καιρό να καταλάβω πως μπορούν
οι άνθρωποι να συνεχίσουν απλά τη ζωή τους.
Ιδιαίτερα μετά απ’ όλα αυτά.
Να ζουν σαν να μην τρέχει τίποτα οι γελοίοι.
Αυτοί.
Που κάποτε ούρλιαζαν πως δε θα ξεχάσουν.
Πως θα παλεύουν σε κάθε επέτειο.
Διαμαρτυρίες.
Πορείες.
Συλλαλητήρια.
Αυτοί.
Είναι οι ίδιοι που τώρα λησμονούν.
Και τα παιδιά που δολοφονήθηκαν.
Και τους μπάτσους που το έκαναν.
Περνούν και χαιρετούν, “γεια σας κύριε αστυνόμε”,
με τη σιχαμένη ευγένειά τους.
Καθάρματα.
Για το δικό σας παιδι θα βγαίνατε με όπλο.
Μου πήρε καιρό να καταλάβω πόσο εύκολα
Ξεχνούν οι άνθρωποι.
Εσένα, πόσο θα σου πάρει να καταλάβεις,
πως εκείνο το παιδί,
ήταν και δικό σου παιδί.

*Από τη συλλογή “Όμοιες λήξεις”, Αθήνα 2019.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

ΕΤΣΙ ΠΑΕΙ

Μια ζωή ή μια εποχή δεν έχει σημασία
Μπορείς να πας στην κόλαση και με κουπόνια
και άντε να τους πείσεις
πως είσαι ακόμα ζωντανός
Θα σηκωθείς θες δεν θες
και θα συρθείς ως το συννεφο

Καθώς τα πράγματα
οι μορφές και οι φόρμες,
θα εμπεριέχονται το ένα στο άλλο,
θα συρθείς θες δεν θες ως την όαση

Ποια έρημος είναι τούτη,
ή κόλαση,
ή παράδεισος;
Μα τότε θα χουν όλα τελειώσει

Έτσι πάει

*

ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΑΡ

Εγώ και το μπαρ,
οι δυο μας.
Τα μαλλιά μου ακουμπούν
τον σκούρο γρανίτη του,
σαν δύο μνημεία που συνουσιάζονται.
Κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση.

*

ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΗΡΩΕΣ

Μη βάλεις το όνομά σου πουθενά
Δούλεψε σκληρά και κλότσα τα όλα
Γύρε το κεφάλι
εκεί που κανείς δεν ακούει
Ακατόρθωτο είναι αυτό που δεν θα συμβεί
κι όλα ταυτόχρονα θα τρέχουν
Το άπειρο εξοντώνει τις θεωρίες
και οι τροχαλίες όλο και μικραίνουν τη διαδρομή.
Κανείς

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Φωτογραφία: Norman Cornish.

ένα έτσι, συντρίμμια ροής

ξέρεις πως διαβάζεις την ζωή σου
καθώς η φωνή προηγείται
και συ απλά την ακολουθείς
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις

ξέρεις το ποίημα απέξω κι ανακατωτά
το χεις δει να τσακίζεται, να πέφτει
μέρα τη μέρα, πνοή την πνοή
κι έπειτα πάλι να σηκώνεται
και να σε τραβάει λιγάκι πιο πέρα
από εκεί που πίστεψες πως θα ζήσεις

ξέρεις κι αυτό και όλα τα άλλα
μα δεν ενδιαφέρεσαι πραγματικά
παρατηρείς τις στροφές και τις ευθείες
και νιώθεις το στομάχι σου να ανακατεύεται
σε κάθε μεγάλο στίχο μα δεν είναι αρκετό

ξέρεις πως ένα λάθος είναι πιο τίμιο
από την ακατάσχετη φλυαρία των θαυμάτων
μικρών μεγάλων και γιγάντιων
έτοιμων να κατασπαράξουν ότι έχει απομείνει
από αυτή την αβάσταχτη πίκρα που σε κρατάει όρθιο

ξέρεις μα δεν το μαρτυράς
κι ο καιρός περνάει
κι η φωνή σου σε περικυκλώνει
ζητώντας ολοένα και περισσότερη αλήθεια
και συ δεν έχεις που να πας
φοβάσαι πως θα σε τιμωρήσει
με κείνη την παλιά κίτρινη σιωπή
κι απλά ακολουθείς τα βήματά της
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις
μήπως και καταφέρεις να την κοιτάψεις στα μάτια
και την κάνεις επιτέλους να καταλάβει, να αισθανθεί
πως δεν υπάρχει πια κανείς σκοπός, κανένας λόγος
το ποίημα αυτό να συνεχιστεί

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/12/13/συντρίμμια-ροής/

Γιώργος Δρίτσας, Δύο ποιήματα 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μέσα στου Κόσμου την ξύλινη κούνια
ένα παιδί παίζει φυσαρμόνικα-
άγνωστο πώς και γιατί-
αλλά φαίνεται γλυκαμένο από τον ήχο της.

Το μικρό παιδάκι λέγεται άνθρωπος,
από τα πρώτα του βήματα
μέχρι τα μακρινά στερνά και τελευταία,
εγκλωβίζεται μέσα στην αφελή ξεγνοιασιά του.

Η ουτοπία των μεγάλων ιδανικών
σαγηνεύει τα φυλλοκάρδια του,
καθώς σακατεύει τους λασπανθρώπους
στον βούρκο που με ηδονή κυλιέται.

Τίποτα αθάνατο όμως δεν μένει,
ο κόσμος είναι έτοιμος να σβήσει…
Ο άνθρωπος πελεκάει το ξύλο της ζωής
γράφοντας πάνω «Τιμή και Αξιοπρέπεια».

Άραγε, τί έκανε για να αξίζει τέτοια μοίρα;

*

ΑΒΥΣΣΟΣ

Η σκοτεινή άβυσσος,
η άλογη γωνιά
του ορατού,
πλέκει το εγκώμιο του κόσμου.

Μαύρη σαν πίσσα
και στάσιμη.
Το alter ego μας.

«Αν κοιτάξεις μέσα στην άβυσσο
θα σε κοιτάξει και αυτή»,
έλεγε ένας σοφός.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/12/11/2-ποιήματα-γιώργος-δρίτσας/

Γιώτα Τεμπρίδου, για την Πατ Πάρκερ

Όταν άνοιξα το τεύχος δέκα του “Τεφλόν”, έμαθα την Πατ Πάρκερ. Όταν έμαθα την Πάρκερ, ανάσανα αλλιώς και ψήλωσα δυο πόντους. Όταν βλέπω ομοφοβικούς στο δρόμο, σκέφτομαι την Πατ Πάρκερ. Όταν πήγε η Ζωή στην Αμερική, της παράγγειλα Πάρκερ, αλλά δε μου την έφερε. Για την Πάρκερ μού έχουν μιλήσει η Ελένη και η Μαρίνα. Όταν ακούω τη φωνή της Γιώτας, μου έρχεται στο μυαλό η Πατ Πάρκερ: μας τη διάβασε κάποτε στους χώρους του εξεγερμένου απιθί. Η Ελένη, η Μαρίνα, η Ζωή, η Γιώτα κι εγώ αγαπάμε την Πατ Πάρκερ. Όλος ο κόσμος αγαπάει την Πάρκερ. Όλος ο κόσμος εκτός απ’ τους ρατσιστές, τους μισάνθρωπους, τους ομοφοβικούς αγαπάει την Πάρκερ. Όταν κουβεντιάζω με το σκύλο μου, θυμάμαι την Πατ Πάρκερ. Κι όταν πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, θυμάμαι την Πάρκερ: η Ελένη μού έταξε μια εξαντλημένη μετάφρασή της στα ελληνικά, αλλά δε μου την έδωσε ακόμη. Ένα βράδυ στον ύπνο μου, ήρθε να με βρει η Πατ Πάρκερ. Στους αιώνες των αιώνων θα το θυμάμαι αυτό. Τη μετάφραση ελπίζω να μη χρειαστεί να την περιμένω τόσο.

*Από το βιβλίο “διαλεκτική” της Γιώτας Τεμπρίδου και του Χρήστου Κολτσίδα, που κυκλοφορεί από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες.