Gregory Corso, Είμαι 25

Με μια αγάπη που φτάνει τα όρια της τρέλας για τον Σέλλεϋ,
τον Τσάτερτον, τον Ρεμπώ
και το φτωχό αλύχτισμα των νιάτων μου
πηγαίνει από αυτί σε αυτί:
ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ ΠΟΙΗΤΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!
Κυρίως τους γέρους ποιητάνθρωπους που αποσύρονται
που συμβουλεύoυν άλλους γέρους ποιητάνθρωπους
που μιλούν ψιθυριστά για τη νεότητά τους,
λέγοντας: – αυτά έκανα τότε
αλλά αυτά ήταν τότε
ήταν τότε –
Θα έκανα τους γέρους να σωπάσουν
λέγοντάς τους: – είμαι φίλος σας
αυτό που ήσασταν κάποτε, θα γίνετε ξανά
μέσα από μένα –
Έπειτα το βράδυ στην ασφάλεια των σπιτιών τους
θα ‘βριζα τις απολογητικές φωνές τους
και θα ‘κλεβα τα ποιήματά τους.

*Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

**Φώτο: Ian Gilmour, Waiting

Γρηγόρης Σακαλής, Βάρδια

Στα νυχτερινά δρομολόγια
της ζωής
σε δρόμους στενούς ή φαρδείς
οι άνθρωποι αγωνίζονται
βασανίζονται, τρέχουν
να βρουν εκείνο που ζητούν
το μεροκάματο
την επιβίωση
κι άλλοι τον έρωτα
της παράνομης σχέσης
γιατί ο νόμιμος έχει πεθάνει.
Μέσα στα έντονα μεγάλα φώτα
των λεωφόρων
αυτοκίνητα και άνθρωποι
σχηματίζουν ποτάμια
είναι όλοι καλοντυμένοι
γιατί σκοπεύουν να πουλήσουν
ένα ψεύτικο αφήγημα
στους άλλους
για να κερδίσουν κάτι
και θέλουν να είναι
ευπαρουσίαστοι
για να το πασάρουν
ευκολώτερα.

*Φώτο: Gregory Colbert

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
μια ωχρή γραφή
που μαζεύει χάπια
στην πλατεία Ομονοίας

μια στροφή περιστροφή
γύρω από τον εαυτό της
λέξεις παράταιρες
που χώνεψαν τις λύπες
σαν εκείνους που τις κρατούν
στις κοιλιές τους
καθώς περιμένουν
το τρένο
στον σταθμό Λαρίσης

ένα κάντο ξοφλημένο
που έδεσε
στις συμπληγάδες
το καράβι του
κι ύστερα παράτονο
χάθηκε σαν τα άτυχα πτίλα
του κορόιδου

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
κι απόψε χορεύει στον τάφο της
-δεδικαίωται-
μια κατάληξη απλή
που τσαλακώνει την κριτική σου
ή καλύτερα
την κατουράει
με την καύλα της
κάθε που ανασταίνεται

Henri Michaux, Η λίμνη

Όσο κι αν πλησιάσουνε τη λίμνη, οι άνθρωποι
δεν γίνονται γι’ αυτό βατράχια ή λαβράκια.
Χτίζουν τις βίλες τους τριγύρω της, μπαίνουν
συνέχεια στο νερό, γίνονται γυμνιστές… Αδιάφορο.
Προδοτικό και άπνευστο για τους ανθρώπους το
νερό, πιστό και θρεπτικό για τα ψάρια, συνεχίζει ν’
αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανθρώπους και
τα ψάρια ως ψάρια. Και μέχρι τώρα, κανείς
φυσιολάτρης δεν μπορεί να καυχηθεί ότι
αντιμετωπίστηκε αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Με το αγκίστρι στην καρδιά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γιώργος Κοζίας, Η υπνοφόρος

«Κοιμήσου» της ψιθύρισε. «Θα σε χαϊδεύω
με τα φτερά μου». Κλείνει τα μάτια.
Έμεινε ακίνητη. Πλαγιασμένη. Αισθάνεται
τα χάδια να ατονούν. Το απαλό
άγγιγμα φύσημα πνοής.

Ανεβαίνει την ιλιγγιώδη
περιστρεφόμενη σκάλα του ύπνου
για να βρεθεί μες στο κουφάρι του αγγέλου.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή, 2007.

**Στη φωτογραφία σχέδιο της Εύης Τσακνιά.

Κατερίνα Φλωρά, Λοξή ματιά

Το διάφανο του βλέμματος
την ξενοιασιά προδίδει
αναδύοντας αβίαστα
της πρώτης νιότης τη δροσιά

Καθώς εικόνες το σκοτάδι του δίνουν
εκείνο μεταμορφώνεται
η φωτεινότητα θαμπώνει, ρυτίδες τη ζυγώνουν

Την αγωνία φανερώνει
όταν της ξενοιασιάς
απρόσμενης επισκέπτριας
η μορφή ξεμακραίνει.

*Στη φωτογραφία artwork: Melissa Zexter.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Εξομολόγηση

Τρέφομαι με τηλεοπτικά προγράμματα.
Φορτίζω την καρδιά μου κάθε μέρα.
Οι μπαταρίες πια έγιναν τόσο απαραίτητες, όσο ποτέ δεν υπήρξαν τα οράματα.
Περνάω το χρόνο μου διαβάζοντας e-mail -η ποίηση είναι εξαιρετικά επώδυνη.
Ξεχνάω συνεχώς το password της συνείδησής μου.
Χρειάζομαι τις καταστροφές οπωσδήποτε. Να θυμάμαι ότι είμαι ζωντανή…
Δοξάζω το πλαστικό και το νίκελ, τα κινητά τηλέφωνα και τους σταρ ανεξαιρέτως.
Δεν φαντάζομαι χρόνο χωρίς καλώδια. Πώς να περάσει μια νύχτα στο σκοτάδι;
Έχω εικονικό σπίτι, εικονικά ζωάκια, εικονικούς φίλους κι εικονικό σεξ. Όλο τον κόσμο σε ένα πληκτρολόγιο.
Θα ’θελα να ταξιδεύω αλλά είναι τόσο τρομακτικό, να κουβαλάς παντού μόνο τον εαυτό σου.
Δεν θέλω ν’ απαντήσω σ’ άλλες ερωτήσεις. Απαιτώ την τετράγωνη λογική.
Να μην ακούω πια, για τις σκουριές των δακρύων και για τους ιριδισμούς των νυσταγμένων τρένων.
Η γενιά μου είναι κουρασμένη. Από αναλύσεις, εξηγήσεις, ιδεολογίες, επαναστάσεις, ετεροπροσδιορισμούς και μισαλλοδοξίες.
Κουρασμένη απ’ τα ερωτικά τραγούδια, τις φοβίες, τον αριβισμό και τα πυροτεχνήματα.
Δεν ξέρουμε πως καίει η χαρά το νου και πως σπαράζει η ψυχή στην ωραιότητα.
Απ’ όλα τα χρώματα μας άφησαν το γκρίζο, μα ένα κόκκινο στοιχειώνει τα όνειρά μας.
Λένε πως αυτομόλησε ο Θεός αλλά εγώ πιστεύω σε μιαν Έξοδο Κινδύνου.

Σοφία Περδίκη, Κάτι παιδιά

Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα.
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.

Charles Simic, Πέντε ποιήματα

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ
(EMPIRE OF DREAMS)

Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου των ονείρων μου
Είναι πάντα βράδυ
Σε μια κατεχόμενη χώρα.
Ώρα πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Μια μικρή επαρχιακή πόλη.
Τα σπίτια κατασκότεινα.
Οι προσόψεις των καταστημάτων κατεστραμμένες.

Είμαι στη γωνιά ενός δρόμου
Όπου δεν θα έπρεπε να βρίσκομαι.
Μόνος και δίχως πανωφόρι
Έχω βγει έξω για να ψάξω
Ένα μαύρο σκυλί που απαντά στο σφύριγμά μου.
Έχω ένα είδος αποκριάτικης μάσκας
Που φοβάμαι να φορέσω.

*

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
(ROMANTIC LANDSCAPE)

Το να στεναχωριέσαι, πάντα να υποφέρεις
Στη σκέψη του χρόνου που περνά.
Ο έξω κόσμος σκιώδης
Όπως ο βαθύτερος εαυτός σου.
Λιβάδια μελαγχολίας, δέντρα τόσο ασάλευτα,
Φαίνονται να φοβούνται τον εαυτό τους.

Ο ουρανός του ηλιοβασιλέματος για μια σύντομη στιγμή
Ακτινοβόλος με κάποια υπέρτατη ενόραση,
Κι ύστερα τελειώνει. Τραγικό θέατρο :
Αίμα και θρήνος για τα οποία
Ακόμη και τα πουλιά έπαψαν να κελαηδούν.

Πνεύμα, εσύ που είσαι παντού και πουθενά,
Φύλαγε το χαμένο πρόβατο
Τώρα που το στόμα του Απείρου
Ανοίγει από πάνω μας,
Κι η μουγκή του γλώσσα αρχίζει να κινείται απειλητικά.

*

ΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑΤΟΥΑΖ
(TATTOOED CITY)

Εγώ, που είμαι μόνο ένα αδιανόητο
Λιγοστό σκαρίφημα του εαυτού μου,
Σε κάποιο τοίχο λαϊκής πολυκατοικίας,
Σε κάποια είσοδο υπόγειου σιδηροδρόμου.

Φιγούρα σαν σπιρτόξυλο,
Καρδιά τρυπημένη από ένα βέλος.
Γρατσουνιά μιας κοπέλας στο χώρο στάθμευσης
Σε μια παρκαρισμένη νεκροφόρα.

ΜΟΥΡΛΟΣ ΤΣΑΡΛΙ με κόκκινη μπογιά σπρέι
Στριμωγμένος για ζεστασιά
Μαζί με άλλες άγνωστες θεότητες
Σε μια υπόγεια διάβαση με τη βροχή να πέφτει.

*

ΤΟ ΣΩΜΑ
(THE BODY)

Αυτή η τελευταία ήπειρος
Που μένει ακόμα να ανακαλυφθεί.

Το χέρι μου ονειρεύεται, κατασκευάζει
Το πλοίο του. Για πλήρωμα παίρνει
Ένα πακέτο κόκαλα, για τροφή
Ένα μπουκάλι μπύρας γεμάτο αίμα.

Γνωρίζει την ανάσα που φυσά βόρεια.
Με την ανάσα απ’ τα δυτικά
Θα αρμενίζει ανατολικά κάθε νύχτα.

Το άρωμα του σώματός σου καθώς κοιμάται
Είναι τα πουλιά της στεριάς που διακρίνονται
Από τη θάλασσα.

Η επαφή μου βρίσκεται στο ψηλότερο κατάρτι.
Ζητά στις τέσσερις το πρωί
Ένα φανάρι για να φωτιστεί
Στο χείλος του κόσμου.

*

ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΕΡΗΜΙΑ
(A THOUSAND YEARS WITH SOLITUDE)

Προς το βράδυ
Όταν σταματά να χιονίζει
Τα σπίτια μας σηκώνονται
Ψηλά πάνω απ’ τη γη
Μέσα σ’ αυτό το άηχο διάστημα
Όπου μήτε το γάβγισμα του σκύλου
Ούτε η κραυγή του πουλιού φτάνει.

Είμαστε σαν τους αρχαίους ναυτικούς :
Τα σώματά μας είναι ο ωκεανός
Κι η σιωπή είναι η βάρκα
Που ο Θεός έχει προμηθεύσει
Για το μακρύ και άγνωστο ταξίδι μας.

*Μετάφραση: Κώστας Λιννός.

**Πηγή: https://frear.gr/?p=13453

Νίκος Καββαδίας, Kasbah

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλοπωλεία.
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο «Ταλαάτ» ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.

Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική
και μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.

Ομως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.

Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.

Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.

Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.

Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.

Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.