Γωγώ Λιανού, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΗΡΩΜΗ

Είμαι άνθρωπος.
Όχι σκυφτός.
Όχι περήφανος.
Αλλά άνθρωπος.
Και είναι και εκείνοι.
Που ζητούν να σκύψεις.
Από μπροστά ή από πίσω.
Για όλες τις σκύλες, το ίδιο είναι.
Εγώ είμαι άνθρωπος.
Οι άνθρωποι δεν σκύβουν.
Και είσαι στη μέση κι εσύ.
Εσύ
Που σάλιο δεν έμεινε για να σε φτύσω.
Είχα το μέτωπο στο πάτωμα κάποτε.
Για ‘σένα.
Κι ήταν βαριές οι μπότες σου.
Για το μικροσκοπικό μου κεφάλι.
Εσύ.
Που με έκανες να σκύψω.
Θα έρθει η ώρα που θα το πληρώσεις

*

6 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Μου πήρε καιρό να καταλάβω πως μπορούν
οι άνθρωποι να συνεχίσουν απλά τη ζωή τους.
Ιδιαίτερα μετά απ’ όλα αυτά.
Να ζουν σαν να μην τρέχει τίποτα οι γελοίοι.
Αυτοί.
Που κάποτε ούρλιαζαν πως δε θα ξεχάσουν.
Πως θα παλεύουν σε κάθε επέτειο.
Διαμαρτυρίες.
Πορείες.
Συλλαλητήρια.
Αυτοί.
Είναι οι ίδιοι που τώρα λησμονούν.
Και τα παιδιά που δολοφονήθηκαν.
Και τους μπάτσους που το έκαναν.
Περνούν και χαιρετούν, “γεια σας κύριε αστυνόμε”,
με τη σιχαμένη ευγένειά τους.
Καθάρματα.
Για το δικό σας παιδι θα βγαίνατε με όπλο.
Μου πήρε καιρό να καταλάβω πόσο εύκολα
Ξεχνούν οι άνθρωποι.
Εσένα, πόσο θα σου πάρει να καταλάβεις,
πως εκείνο το παιδί,
ήταν και δικό σου παιδί.

*Από τη συλλογή “Όμοιες λήξεις”, Αθήνα 2019.

Βασίλης Νικολόπουλος, Τρία ποιήματα

ΕΤΣΙ ΠΑΕΙ

Μια ζωή ή μια εποχή δεν έχει σημασία
Μπορείς να πας στην κόλαση και με κουπόνια
και άντε να τους πείσεις
πως είσαι ακόμα ζωντανός
Θα σηκωθείς θες δεν θες
και θα συρθείς ως το συννεφο

Καθώς τα πράγματα
οι μορφές και οι φόρμες,
θα εμπεριέχονται το ένα στο άλλο,
θα συρθείς θες δεν θες ως την όαση

Ποια έρημος είναι τούτη,
ή κόλαση,
ή παράδεισος;
Μα τότε θα χουν όλα τελειώσει

Έτσι πάει

*

ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΑΡ

Εγώ και το μπαρ,
οι δυο μας.
Τα μαλλιά μου ακουμπούν
τον σκούρο γρανίτη του,
σαν δύο μνημεία που συνουσιάζονται.
Κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση.

*

ΒΡΑΔΥ ΜΕ ΗΡΩΕΣ

Μη βάλεις το όνομά σου πουθενά
Δούλεψε σκληρά και κλότσα τα όλα
Γύρε το κεφάλι
εκεί που κανείς δεν ακούει
Ακατόρθωτο είναι αυτό που δεν θα συμβεί
κι όλα ταυτόχρονα θα τρέχουν
Το άπειρο εξοντώνει τις θεωρίες
και οι τροχαλίες όλο και μικραίνουν τη διαδρομή.
Κανείς

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Φωτογραφία: Norman Cornish.

ένα έτσι, συντρίμμια ροής

ξέρεις πως διαβάζεις την ζωή σου
καθώς η φωνή προηγείται
και συ απλά την ακολουθείς
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις

ξέρεις το ποίημα απέξω κι ανακατωτά
το χεις δει να τσακίζεται, να πέφτει
μέρα τη μέρα, πνοή την πνοή
κι έπειτα πάλι να σηκώνεται
και να σε τραβάει λιγάκι πιο πέρα
από εκεί που πίστεψες πως θα ζήσεις

ξέρεις κι αυτό και όλα τα άλλα
μα δεν ενδιαφέρεσαι πραγματικά
παρατηρείς τις στροφές και τις ευθείες
και νιώθεις το στομάχι σου να ανακατεύεται
σε κάθε μεγάλο στίχο μα δεν είναι αρκετό

ξέρεις πως ένα λάθος είναι πιο τίμιο
από την ακατάσχετη φλυαρία των θαυμάτων
μικρών μεγάλων και γιγάντιων
έτοιμων να κατασπαράξουν ότι έχει απομείνει
από αυτή την αβάσταχτη πίκρα που σε κρατάει όρθιο

ξέρεις μα δεν το μαρτυράς
κι ο καιρός περνάει
κι η φωνή σου σε περικυκλώνει
ζητώντας ολοένα και περισσότερη αλήθεια
και συ δεν έχεις που να πας
φοβάσαι πως θα σε τιμωρήσει
με κείνη την παλιά κίτρινη σιωπή
κι απλά ακολουθείς τα βήματά της
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις
μήπως και καταφέρεις να την κοιτάψεις στα μάτια
και την κάνεις επιτέλους να καταλάβει, να αισθανθεί
πως δεν υπάρχει πια κανείς σκοπός, κανένας λόγος
το ποίημα αυτό να συνεχιστεί

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/12/13/συντρίμμια-ροής/

Γιώργος Δρίτσας, Δύο ποιήματα 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μέσα στου Κόσμου την ξύλινη κούνια
ένα παιδί παίζει φυσαρμόνικα-
άγνωστο πώς και γιατί-
αλλά φαίνεται γλυκαμένο από τον ήχο της.

Το μικρό παιδάκι λέγεται άνθρωπος,
από τα πρώτα του βήματα
μέχρι τα μακρινά στερνά και τελευταία,
εγκλωβίζεται μέσα στην αφελή ξεγνοιασιά του.

Η ουτοπία των μεγάλων ιδανικών
σαγηνεύει τα φυλλοκάρδια του,
καθώς σακατεύει τους λασπανθρώπους
στον βούρκο που με ηδονή κυλιέται.

Τίποτα αθάνατο όμως δεν μένει,
ο κόσμος είναι έτοιμος να σβήσει…
Ο άνθρωπος πελεκάει το ξύλο της ζωής
γράφοντας πάνω «Τιμή και Αξιοπρέπεια».

Άραγε, τί έκανε για να αξίζει τέτοια μοίρα;

*

ΑΒΥΣΣΟΣ

Η σκοτεινή άβυσσος,
η άλογη γωνιά
του ορατού,
πλέκει το εγκώμιο του κόσμου.

Μαύρη σαν πίσσα
και στάσιμη.
Το alter ego μας.

«Αν κοιτάξεις μέσα στην άβυσσο
θα σε κοιτάξει και αυτή»,
έλεγε ένας σοφός.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/12/11/2-ποιήματα-γιώργος-δρίτσας/

Γιώτα Τεμπρίδου, για την Πατ Πάρκερ

Όταν άνοιξα το τεύχος δέκα του “Τεφλόν”, έμαθα την Πατ Πάρκερ. Όταν έμαθα την Πάρκερ, ανάσανα αλλιώς και ψήλωσα δυο πόντους. Όταν βλέπω ομοφοβικούς στο δρόμο, σκέφτομαι την Πατ Πάρκερ. Όταν πήγε η Ζωή στην Αμερική, της παράγγειλα Πάρκερ, αλλά δε μου την έφερε. Για την Πάρκερ μού έχουν μιλήσει η Ελένη και η Μαρίνα. Όταν ακούω τη φωνή της Γιώτας, μου έρχεται στο μυαλό η Πατ Πάρκερ: μας τη διάβασε κάποτε στους χώρους του εξεγερμένου απιθί. Η Ελένη, η Μαρίνα, η Ζωή, η Γιώτα κι εγώ αγαπάμε την Πατ Πάρκερ. Όλος ο κόσμος αγαπάει την Πάρκερ. Όλος ο κόσμος εκτός απ’ τους ρατσιστές, τους μισάνθρωπους, τους ομοφοβικούς αγαπάει την Πάρκερ. Όταν κουβεντιάζω με το σκύλο μου, θυμάμαι την Πατ Πάρκερ. Κι όταν πλησιάζουν τα γενέθλιά μου, θυμάμαι την Πάρκερ: η Ελένη μού έταξε μια εξαντλημένη μετάφρασή της στα ελληνικά, αλλά δε μου την έδωσε ακόμη. Ένα βράδυ στον ύπνο μου, ήρθε να με βρει η Πατ Πάρκερ. Στους αιώνες των αιώνων θα το θυμάμαι αυτό. Τη μετάφραση ελπίζω να μη χρειαστεί να την περιμένω τόσο.

*Από το βιβλίο “διαλεκτική” της Γιώτας Τεμπρίδου και του Χρήστου Κολτσίδα, που κυκλοφορεί από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ευγενείς παραινέσεις

μ’ αποκομμένες λέξεις
δεν φτιάχνεις δρόμους
μόνο με το περπάτημα διαβαίνεις
στην άλλη πλευρά

με παράθυρα χοάνες
δεν φτιάχνεις νέες τοπογραφίες
μόνο με τις ακονισμένες μνήμες
μπορείς να ξεμακρύνεις
από τον ύστερο κατακλυσμό

*Στη φωτογραφία: Antonio Lopez, Night Window

Λεωνίδας Καζάσης, Μυρτώ

Τρίτη και δεκατρείς εχθές,
δεν βγήκα από το σπίτι,
στο κολυμβητήριο να πάω, απέφυγα.
Κοιμήθηκα ώρες πολλές, ώρες πολλές κοιμάμαι,
έχοντας ύπνο καλόν.
Ξυπνώντας εχθές το πρωί στις ένδεκα (στις δώδεκα κοιμήθηκα ξανά),
ολοκλήρωσα κάτι, που, από προχθές, Δευτέρα, του μήνα δώδεκα είχα ξεκινήσει, με διάθεση πάρα πολύ καλή,
την μορφή σου στην μνήμη φέρνοντας,
όμως, το τέλος δεν μπορούσα, αφού δεν γνώριζα, εάν ήθελες.
Εχθές το πρωί, Τρίτη και δεκατρείς, αποπειράθηκα επιτυχώς.
Όμορφη αίσθηση ακριβή,
η στίλβη των ματιών σου η υγρή,
η ροή που σφύζει! Μυρτώ μου!
Το “μου” δεν είναι κτητικό,
του αγέρα ετάχθης,
της Ιππολύτης βέλος ευθύβολο.

Μια ποιήτρια που γράφει για τις ψυχικές διαταραχές – «Γράφω για να μην πονάω -για να γνωρίσει ο άλλος τον διπλανό του»

της Γεωργίας Κριεμπάρδη*

Τη λένε Γωγώ Λιανού και είναι ποιήτρια, ετών μόλις 28. Βέβαια εκείνη, για την ηλικία της, λέει «τα κατάφερα κι έφτασα 28». Κι έχει δίκιο. Τα κατάφερε.

Έμαθα για εκείνη τυχαία, όπως συμβαίνει με όλες τις όμορφες συναντήσεις της ζωής μας. Γράφει ποιήματα. Μιλάει για την κοινωνία μας, μια κοινωνία που δεν της αρέσει. Μιλάει για τους ανεκπλήρωτους έρωτες και τις ψυχικές διαταραχές. Μιλάει και για όμορφα πράγματα -για τη μαμά της. Και σίγουρα κάπου ανάμεσα στις γραμμές των ποιημάτων της θα βρεις ένα δικό σου κομμάτι. «Ξεκίνησα γενικά να γράφω όταν ήμουν 14-15 χρονών, βαριόμουν στο σχολείο κι έγραφα ιστορίες. ερωτικές κατά βάση. Μετά πήραν τη μορφή ποιήματος και το περιεχόμενο έγινε κοινωνικό. Εκείνα μέσα, σε γραμμές τετραδίων έκλεινα τις κοινωνικές ανησυχίες μου». Το πρώτο της βιβλίο το έβγαλε στα 19 της χρόνια, κι όμως οι γύρω της της έλεγαν πως γράφει σα να είναι 50 χρονών. «Έβλεπαν ένα κορίτσι με τατουάζ και κόκκινα καρέ μαλλιά κι έλεγαν “τώρα αυτή τι ποιήτρια είναι;”. Στερεότυπα…». Αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή της. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη ηχοληψία και μουσική τεχνολογία. Σπούδασε συντηρήτρια έργων τέχνης. Άλλο ήταν όμως το μεράκι της.

Την γνώρισα μέσα απ’ όσα γράφει για τις ψυχικές διαταραχές. Γράφει για να νιώθει καλά. Γράφει για να ξέρει ο κόσμος. Να μάθει να ακούει τον διπλανό του και να τον αγαπάει με τα σημάδια του. Δεν είναι ταμπού οι ψυχικές διαταραχές. «Διάγνωση: οριακή διαταραχή προσωπικότητας, χρόνια κατάθλιψη, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Κρίσεις πανικού. Κλάμα. Απώλεια βάρους. Δε μ’ αρέσει η κοινωνία, με στεναχωρεί όπως είναι. Απόπειρες. Λίγο πριν τα 15 μου, άρχισα να αυτοτραυματίζομαι. Γυρνούσα από το σχολείο, το φροντιστήριο, έκλεινα την πόρτα του δωματίου, έκλαιγα κι αυτοτραυματιζόμουν. Δεν το έκανα για να ζητήσω βοήθεια ή να με προσέξουν. Το έκανα σε σημεία που δε φαινόταν. Ήθελα ο εσωτερικός πόνος που νιώθω να καλυφθεί με έναν σωματικό πόνο για να μη νιώθω τόσο τον εσωτερικό».

Γράφει κι έγραφε πάντα. «Για την κοινωνία, τον έρωτα, όσα μας στερούν. Για τη μαμά μου… Έγραφα ακόμη κι όταν δεν ήμουν σε κατάσταση για να πιάσω χαρτί. Αλλά ήθελα κάτι να βγάλω από μέσα μου, αλλιώς δε θα έβγαινε η μέρα. Έτσι την αντιλαμβάνομαι την ποίηση» θα πει. Πλέον, δημοσιεύει και βιντεοποιήματα. Ποιήματα που έχει ντύσει με εικόνες, βίντεο, μουσικές. Βίντεο πρόχειρα, όπως λέει. Αυτήν την προχειρότητα θέλει, όμως. Θέλει ο κόσμος να καταλάβει πώς είναι ο κόσμος των ψυχικών διαταραχών. Να μη φοβούνται οι άνθρωποι. Να γνωρίζουν για τον διπλανό τους, να καταλαβαίνουν. Θέλω να βγάλω τον κόσμο από τη ροή της καθημερινότητάς του, να καταλάβει όντως ποια είναι αυτή η καθημερινότητα και να αρχίσει να νοιάζεται για τον διπλανό κι όχι με τρόπο σχολιαστικό, όπως να σχολιάζει αν έβαλε ή έχασε λίγα κιλά. Να νοιάζεται πραγματικά» λέει, ενώ παρατηρεί χιλιάδες να περπατούν γρήγορα, μηχανικά, με σκυφτό κεφάλι να πάνε στις δουλειές τους.

Η Γωγώ χωράει σε γραμμές τετραδίου θλίψη και όνειρα. Όνειρα για έρωτες. Κι ας μην πιστεύει στους έρωτες. Βρίσκει γοητεία στους ανεκπλήρωτους. Έτσι τους αντιλαμβάνεται μόνο. «Οι ερωτικές σχέσεις πάντα κρύβουν έναν εγωισμό» μου λέει και μιλά, αντιπαραθετικά, για την ανιδιοτέλεια της φιλίας και τους φίλους που την περιτριγυρίζουν, την αγαπούν, τη δέχονται όπως είναι. Το ίδιο και οι γονείς της. Μιλά για εκείνους με τρυφερότητα. Περιγράφει δύο στοργικούς και φροντιστικούς γονείς. Μια μαμά που την λατρεύει -αδυναμία είναι αυτή. Μια μαμά που έχει κλάψει μαζί της, τη σκεπάζει για να κοιμηθεί, τη σηκώνει όταν πέφτει, την ακούει, την καταλαβαίνει. Δε ζει πλέον στο πατρικό της η Γωγώ. Ζει Αθήνα, αν και έχει κάνει πισωγυρίσματα, αντέχοντας να μείνει στη Στυλίδα -γενέτειρά της- για πέντε μέρες. Κομμάτι της καρδιάς της είναι εκεί, στους γονείς της. Η μαμά της διαβάζει τα ποιήματά της. Της αρέσουν. Έχει και στο κομοδίνο του κρεβατιού της τη Γωγώ.

Μιλήσαμε και για τις ταμπέλες, το στίγμα, το ταμπού σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας απέναντι στις ψυχικές ασθένειες και τους ασθενείς. Μιλήσαμε για το πόσο πίσω είναι ακόμη η ελληνική κοινωνία σε τέτοια θέματα, πόσο κλειστόμυαλη, πόσο εύκολα κρεμάει μια ταμπέλα στον άλλον και τον δείχνει με το δάχτυλο. Μου δίνει ένα παράδειγμα: «Χθες πήγα στη δουλειά, είχα ξεκινήσει ένα νέο φάρμακο και με πείραξε, ήμουν ζαλισμένη και γύρισα σπίτι. Όπως γύριζα, πήρα κάτι να φάω μήπως και συνέλθω, πήγαινα δεξιά-αριστερά, με το ζόρι κρατούσα ανοιχτά τα μάτια, κι έκατσα σε μια άκρη στο πλατύσκαλο μιας πολυκατοικίας να φάω. Περνάει ένας κύριος και μου λέει “αμάν με εσάς τα πρεζόνια, πιάνετε όλον τον δρόμο -κάνε άκρη να περάσουμε κι εμείς που δεν παίρνουμε τίποτα και κάνουμε και κάτι στη ζωή μας”. Ένιωσα απαίσια. Κάτσε ρε φίλε, τι ξέρεις για μένα;».

*Από εδώ: https://thepressproject.gr/mia-poiitria-pou-grafei-gia-tis-psychikes-diataraches-grafo-gia-na-min-ponao-gia-na-gnorisei-o-allos-ton-diplano-tou/?fbclid=IwAR3tiSEl62iYyWHfqSXgTIsc68t71f5g7CLE1FQSgR1o3aMGfTCAXxWEklA

Παντελής Μπουκάλας, Έκτορες

Από τη γλώσσα μας σέρνει
η ζωή.
Καν ουρλιαχτό να μην ακούγεται.
Καν τη χαρά του βογκητού να μη γευόμαστε.
Έτοιμους μας βρίσκει.
Κάθε που της βγάζουμε τη γλώσσα μας
περιγελαστικά
άλογα βέβαιοι σχεδιαστές του μέλλοντός μας
μας την αρπάζει
και μας σέρνει
πάνω στη ματωμένη σκόνη της αλήθειας
έκτορες συντετριμμένους λιανισμένους.
Να ζωγραφίζει ένα μηδέν το βιαστικό μυαλό μας
στη σκόνη χυμένο.
Κάθε που ξεμυτάει από το έρκος μας το μάταιο θα…
μας μαγκώνει
μας σέρνει από τη γλώσσα ο θάνατος.

Αλλά και δίχως γλώσσα γίνονται τραγούδια.
Και το μυαλό διπλώνει το μηδέν
πάνω στη σκόνη.
Το απειρίζει.
Εντέλει νικητές οι έκτορες.
Ότι ολόσωμα θνητοί.
Μια φτέρνα ένδοξη το κορμί τους ολάκερο
Μια φτέρνα που ο πόλεμος τη σχηματίζει γλώσσα
ανένδοτη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

*Artwork: Χ.Π.Σοφίας