Ρογήρος Δέξτερ, Gesta in Eutopia

•ξερή• με τα παππούδια
Στους καφενέδες• ζάρια στο τάβλι•
Κοκκαλιά και κηφηνόσβωλο• μέσα
Σε φωνές• και χάχανα•και πυκνό καπνό•
Που νιώθω βέβαια να με πνίγουν•
Όπως η Μόρα κάτι νύχτες
Ταραχής και αγρύπνιας• ή
Ο κακός βραχνάς
Ότι αυτό που υπήρξα κάποτε
Σε φως λιγοστό
Θα γίνει τώρα μια χαψιά
Στο μαύρο σκοτάδι• και όμως•
Τύχη αγαθή και πάλι•
Φεύγω τουλάχιστον όρθιος
Κάτω από μονόμουντζες
Και μούτρα κατεβασμένα
Και βλαστήμιες βαριές
[“Τα κοράκια που θα σε σηκώσουν,
Κωλόπαιδο!]•
Αλλά με τις τσέπες γεμάτες•
Φορτωμένος
Από τόσα ξένα κόλλυβα•

*

•τώρα έκανα αυτό•[ασήμαντο]•και
Πιο μετά θα κάνω εκείνο• και το άλλο•[αδιά-
Φορο]•τριγυρισμένος από διάφορες σκέ-
Ψεις• όπως το να κόψω
Στη μέση δυο λέξεις•
Όπως άλλοι
Κόβουν το βήχα•
Το τσιγάρο• τα χάπια•
Τα πολλά πολλά με το υπερπέραν•
Ή τους συγγενείς που γίνονται
Πιο φορτικοί κι από φαντάσματα• τώρα
Είπα ν’ ανεβώ μια κακοτράχαλη
Κατηφόρα• όλο χοχλάδια και θάμνα• και
Πάρε δώσε
Στην κόψη του γκρεμού• με
Αναμμένο ένα κερί
Για το φόβο των νιουδαίων ή
Μάλλον [να λέμε αλήθειες]
Γιατί στο φρύδι του βουνού
Βγαίνει ακόμη σα ζωντανός
Ο πεθαμένος•
Που πέρσι έδωσε τέλος στη ζωή
Ή στον αργό του θάνατο•
Πηδώντας με απόγνωση στο σκοτεινό
Φαράγγι• είπα ήδη αρκετά
Ότι θα κάνω•
Ίσως και ανώγεια ψηλά• με τα λόγια•
Αλλά την ελπίδα την ξέχασα•
Ότι ακόμη κι αν χαθούμε κάποτε
Κάπου αλλού
Θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε•

*

•τί αηδόνι• και τούτο• στη ρεματιά
Που πήρε να χορδίζει•
Ταξίμια και λοξό τζαμάρισμα•
Το λαρύγγι του χαράματα• για
Να φέρει στο μυαλό
Η μνήμη (δε θά ‘μουν)
Εκείνον το ρεμπέτη (ούτε πέντε)
Στη Φαρμακολύτρια (κοντά
Παντελονάκια, τσιρότα
Στα γόνατα και στους αγκώνες)
Που ‘παιζε το καημόκουτο
Με το σανδάλι του
Μπροστά στα γουρλωμένα μάτια
Του κοσμάκη• κι ακόμη ν’
Αντηχεί στ’ αφτιά μου
Το ντρίγκι ντρίγκι με το κομπολόι
Και οι στίχοι (μάλλον δανεικοί•
Όχι δικοί του• τι πειράζει; )
Από κάποιο μουρμούρικο παλιό•
” Παίξε τραγούδια
Το μυαλό μου να ζαλίσω
Να την ξεχάσω
Και να μην την ξαναθυμηθώ ” •

*Στη φωτογραφία: Ben Langlands, Nikki Bell Utopia.

Κατερίνα Φλωρά, Άτεμνος

Διασχίζοντας τις παραλλήλους
συλλογίζομαι την παράλληλη πορεία μας,
δρόμοι που για λίγο συναντώνται για να χωριστούνε πάλι

Περιπατητές στου χρόνου την άκρη
της στιγμής εραστές που απομακρύνεται
που ξεγλιστρά της συνείδησης την κυριαρχία

Το κορίτσι χάμω με λυγμούς
κάπως έτσι θα ‘ναι ο πόνος
όταν ο χρόνος διαστέλλεται 
όταν ανήμπορα και απατηλά διαφεύγει 

Κωστής Τριανταφύλλου, κατεδαφιστής (χορός πάνω στο δρόμο του μύθου)

(αποσπάσματα)

κάτω απ΄ τα πόδια
σφιγμένα δόντια

στην κεντρική λεωφόρο
ουρλιάζαν τα περιπολικά της αυγής
ποιος δε θέλει να σκοτωθεί;
χόρευμα η απλωμένη φωνή μας

ένας με τέχνη μαντική
σκαρφαλώνει σταγάλματα
ο θεός κατέχει από τι κορώνα έρχεται το κακό
ανοίγει το δρόμο για το ιερό άσυλο
ένας γκρεμός φίλος μου
βγάζει φτερά
περνάμε
γλιστράνε τα κλειδιά
ο Θερσίτης θριαμβεύει
απομένει

τρέχει το άλογο διψασμένο
ο σκύλος με το πεσμένο στόμα
τι ωραίος ο λεγάμενος
ξεγεννάει σιωπή
αν τα σάπια καράβια ξαναπετάξουν
ξερνάει
σφυροκόπημα
άγκυρα στη στεριά
σκάγια στα πουλιά
ξεράσματα
πικρή σκουριά
στραγγίζω διαλεχτικά
γλιστράνε τα κλειδιά
ενός λεπτού σκοτωμένος
τρέχει το άλογο διψασμένο
τι είν’ αυτά!
αυτά δεν τάγραψε ο Μαρξ

άμμος
αμμοθύελλα

και τι άλλα νέα;

δεν είπα τίποτα
κι αν είπα δε θυμάμαι

μια χαψιά και σ’ έφαγα
εγώ δεν είμαι εγώ
είμαι ο άλλος που σας είπαν
αυτός εκεί τυπωμένος

κ υ κ λ ο φ ο ρ ώ

επομένως
εγώ εγώ πάντα
ενώ ενώ εννοώ
Γιατί δεν είμαι ο άλλος που σας είπαν

Τ ι δ ι ά ο λ ο σ α ς ε ί π α ν !

κουνάει τα πισινά του

δεν έχει φτερά να πετάξει

κλωτσήστε τον

πάει πια

καλά στέφανα

*Από το βιβλίο “αποσπάσματα του Κωστή, 1169-1973”, β΄ έκδοση, εκδ. Εξάρχεια.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο του Κωστή Τριανταφύλλου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Μπαγιάτικα και άλλα ποιήματα, εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, σελ. 107

Η ποιητική του Βασίλη Αλεξίου, ακροβατώντας διαρκώς ανάμεσα στα μοντερνικά της πρότυπα και στην έντονη αίσθηση μιας παράδοσης, η οποία άλλοτε νοσταλγεί την καταγωγή της και άλλοτε νιώθει ένα είδος ασφυκτικού εναγκαλισμού μέσα στους ορίζοντες που η παράδοση αυτή έχει εξακολουθητικά διανοίξει, διαθέτει την προνομία της αισθησιακής αμεσότητας, η οποία εντέλει εκτρέπει τους μοντερνικούς της τροπισμούς σε σχήματα και εναισθήσεις δημιουργικής επανανάγνωσης των ποιητικών τόπων από τους οποίους αναδύεται.

Η αισθησιακή αμεσότητα των ποιητικών τρόπων του Αλεξίου ορίζει τη διάσταση του αισθητικού προσανατολισμού της ως διάσταση ενός σχεδίου ζωής και μιας φροντίδας εαυτού, ταυτίζοντας έτσι, μέσω της αμεσότητας, την αισθητική των ποιήσεών του με εκείνο που άμεσα είναι αυτό που είναι ο ποιητής τους. Εδώ άλλωστε βρίσκεται, κατά την αντίληψή μου, η πρωτοτυπία, αλλά συγχρόνως και η συμβολή της, στα μοντερνικά ίχνη τα οποία συσσωρεύονται μέσα στις ποιητικές βιώσεις τις οποίες ιστορεί, χωρίς να εξιστορεί, ο Αλεξίου.

Μπορεί οι οδοδείκτες των ποιήσεων του Αλεξίου να είναι απεικάσματα της ποιητικής παρακαταθήκης όμορων ποιητών, και κυριότατα του Μάρκου Μέσκου, του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και του Τάσου Πορφύρη, όμως οι ποιητικοί του βηματισμοί τον ωθούν πέραν αυτών, στις ατραπούς και στους λαβυρίνθους της ανασυναρμολόγησης των απεικασμάτων, κατά τρόπον ώστε αυτό που τελικά συνθέτει την ποιητική του να είναι η δημιουργική ανασύνταξη των ιχνών, μια άλλη οδός προς την αισθησιακή αμεσότητα του Αναγνώστη-Δημιουργού, ο οποίος ακούει το μη ακουστό που εμπεριέχεται στα ίχνη τα οποία ακολουθεί, όπως ακριβώς ένας ιχνηλάτης που συγχέει τα ίχνη και παίρνει διαφορετικούς δρόμους, αλλά ταυτοχρόνως εγγύτατα προς τα ποιητικά του θηράματα:

Εσείς που ακούτε δεν ακούτε. / Γερμένοι προς τα μέσα σας πηγάδια / τρυγάτε νήπιες φωνές της μνήμης. / Λέξεις που θέλατε να πείτε / και τις πνίξατε, / το λάλον ύδωρ της φωνής σας / που το στέγνωσαν / τα ψέματα του κόσμου / κι οι συμβάσεις / και της ανάγκης ο ζυγός / ο μισθοφόρος […] Μα εγώ,/ σας τα ανασταίνω!

Πολλές φορές ένας ιδιάζων ιμαζισμός αναδύεται μέσα από τα ποιητικά κείμενα του Αλεξίου: όχι ως δόγμα ποιητικής σύνθεσης, όπως ο κλασικός ιμαζισμός εδραιώθηκε μέσα στον μοντερνισμό, αλλά ως υποφώσκων ιμαζισμός ο οποίος ενδυναμώνει την εικονοποιία εκ των έσω, ακυρώνοντας τον συμβολισμό της ποιητικής εικόνας και επιτρέποντας στο παιχνίδι των εικόνων να συγκροτεί την ποιητική έκφραση και να μετατρέπεται σε όργανο της αισθησιακής αμεσότητας του ποιήματος:

Το καλοκαίρι γλιστράει / μέσα απ’ τα δάκτυλα/ σαν την άμμο / ελεημονώντας / τα στερνά λείψανα / της νοσταλγίας και της σμιξοσύνης. / Στην άκρη των ματιών σου / ο χειμώνας / μεταμφιεσμένος / σε δάκρυ / περιμένει…

Όμως, μια αιφνίδια νοσταλγία της παράδοσης που επιστρέφει στην καταγωγή της προσπαθεί να ανατρέψει τη μοντερνικότητα της ποιητικής μέσα από την ίδια τη μοντερνική ποιητική, να την ανατρέψει χωρίς να την ακυρώσει, αλλά αντίθετα να αφήσει στους μοντερνικούς τρόπους το αχνάρι της για να μην λησμονηθεί και να εξακολουθήσει να διαποτίζει τον μοντερνισμό με τον καιρό της παράδοσης και την παράδοση με τον καιρό του μοντερνισμού. Εδώ ο Αλεξίου φαίνεται σαν να «εξίσταται», σαν να εισχωρεί σε έναν Lebenswelt ο οποίος τον μεταφέρει από μια στιγμή της ποίησης σε άλλη ποιητική στιγμή, όχι για να γεφυρώσει τις στιγμές, αλλά αντίθετα για να τις απελευθερώσει, έτσι ώστε να γειτνιάζουν μέσα στο ίδιο ποιητικό περιβάλλον, μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ο ποιητής επιχειρεί «μια περιφραστική σπουδή» (T. S. Eliot) με την ίδια αγωνία τότε και τώρα:

Στου Πλατυστόμου τα βουνά σύννεφα κουβεντιάζουν / μιλάν για ίσκιους μακρινούς που χάνονται το βράδυ / για της αυγής το κρύσταλλο, για της νυχτιάς το χάδι, / για των ανθρώπων τους καημούς, για των παιδιών το κλάμα.

Είναι πιθανόν η αισθησιακή αμεσότητα των ποιήσεων του Αλεξίου κάποιες φορές να σκοντάφτει, ή να συμπαρασύρει τα συσσωρευμένα ίχνη της σε μιαν έκθεση κατά παράθεση, σε ένα τοπίο κάπως άξενο γι’ αυτές, ή σε μια γλώσσα που δεν την μίλησαν, επειδή ήξεραν να μην την μιλούν, οι οδοδεικτικές τροχιές του. Ωστόσο, έστω κι έτσι, η εντιμότητα της ποιητικής του παραμένει το ασφαλές καταφύγιο των δυσκολιών της.

Στέφανος Ροζάνης

*Από εδώ: https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2023/01/h.html?fbclid=IwAR1m8i_UFwt6oCMADDdnPc6bVNj1lALxugm_ZYUTE880suMvLj3YZVSp_Oo#more

Wols, Ποιήματα

Στο Cassis οι πέτρες, τα ψάρια
τα βράχια καθώς φαίνονται με το φακό
το αλάτι της θάλασσας κι ο ουρανός
με κάναν να ξεχάσω τη σημασία
που δίνουμε στον άνθρωπο
με καλέσαν να γυρίσω την πλάτη
στη σπατάλη της δραστηριότητάς μας
μού έδειξαν την αιωνιότητα
μες στα μικρά κύματα του λιμανιού
που πάνε κι έρχονται
χωρίς ποτέ να ‘ναι τα ίδια…

*

Ο κίτρινος σκύλος μου ανασαίνει τη νύχτα
αυτός γνωρίζει το είναι το αύριο
με τις σκοτούρες και τις χαρές του
στον ύπνο του σκέφτεται
γνωρίζει πως όλα είναι απαράλλαχτα
απαράλλαχτα όπως η νύχτα που έρχεται.

*

Δεν έχει νόημα
να δίνεις όνομα στο Θεό
ή να παπαγαλίζεις.
Όταν βλέπουμε ας μη μας πιάνει η μανία
κάτι να φτιάξουμε μ’ αυτό που βλέπουμε
αλλά να βλέπουμε αυτό που είναι.

*

Πως η λευκή φυλή που ακόμα βρίσκεται
σ΄ ανώριμη ηλικία
έβγαλε έναν σοφό σαν τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ
είναι ένα θαύμα.

*

Όταν ξανοίγεται μπροστά μας ένας δρόμος
προς την ενότητα, την ομορφιά, τον ουρανό
οι λεπτομέρειες χάνουν τη σημασία τους
μα κι έτσι έχουν τη χάρη τους.

*Από το βιβλίο “Wols Ποιήματα”, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1983. Παρουσίαση – Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς.

*Ο Wols ήταν ο ζωγράφος, σχεδιαστής, φωτογράφος και ποιητής, Alfred Otto Wolfgang Schulze (1913-1951), από την Γερμανία, που δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην Γαλλία. Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι δικά του έργα.

Στρατής Πασχάλης, Στήλη

(Στιχούργημα για να γραφεί στον
ανδριάντα ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου τού πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια’ γυρεύω μιαν εικόνα…
Στη γέννησή μου σχεδόν αλλόφυλος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν ομοφυλόφιλος.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, εκδ. Ίκαρος, 1984.

Πελαγία Φυτοπούλου, Από το «μάθημα γεωγραφίας»

Ζεις μες στη σάρκα μου
δεν ξέρω πώς μπήκες εκεί μέσα
απατεώνας μου φαίνεσαι
είσαι η ψείρα των παιδικών μου χρόνων
όμορφη ψείρα και όμορφα θα σε βγάλω
και τρως και με τρως όμορφα με τρως
και πονάω και κτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο
όμορφα το κτυπάω και σε πονάω όμορφα σε πονάω
και πονάμε κι οι δυο πονάμε όμορφα πονάμε
όπως πονούν οι άνθρωποι όμορφοι άνθρωποι
που δεν ξέρουν να κλείσουν όμορφα να κλείσουν
τον τάφο της μάνας τους

κι αυτοί που μοιάζουν
δεν θα δώσουν ποτέ εκείνο το φιλί

*«μάθημα γεωγραφίας», εκδ. ενύπνιο, 2021.

Ζωή Καραπατάκη, Το φιλί

Η λέξη πατρίδα σε κάποια στόματα
ακούγεται πολύ απωθητική
Δυάρα δεν δίνουνε αυτά τα στόματα
για τα δάση της πατρίδας
που θέλουνε γιατρειά
για τη θάλασσα που αγχώθηκε από τη βρώμα
για τους ανέστιους και τους άνεργους που
τη στοιχειώνουνε και
για τα ξεπεσμένα νοσοκομεία.
Απ‘ την άλλη, όσοι πονέσανε για όλ’ αυτἀ
και δώσανε τη ζωή τους,
πήρανε το παράσημο του προδότη.
Αγαπώ και γω την πατρίδα μου
για ό,τι αληθινό όμως έχει.
Γι’ αυτό αφήνω ένα φιλί σ’ όλα
τα αδούλωτα κρινάκια της
και σ’ ὀλα τα ποτάμια της
που υπόσχονται την ελευθερία.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Τρία μικροκείμενα

ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ ΜΕ ΡΟΖ ΓΑΤΑ


Το κορίτσι της γειτονιάς αρεσκόταν στην κουζίνα να χαϊδεύει ζωηρά αχλάδια. Πέρναγε τα φύλλα από μια κλωστή. Έδιωχνε τις χρυσόμυγες με μια πολύχρωμη βεντάλια. Κάτω στα πόδια της ένας ακίνδυνος ροζ πάνθηρας στήριζε το μαλακό πέλμα της συνείδησης. Δεν ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει το κάπνισμα. Θα τη ζύγωνε ο καρκίνος, όταν θα ξαναωρίμαζαν οι αγριαπιδιές, επιθετικός.

ΑΝΟΙΞΗ


Είχαν ξεχάσει μια μέρα ανοιχτή την πόρτα απ’ το κρατητήριο. Ίσως, να είχε διακοπή στο ρεύμα ή να χάλασε το σύστημα ασφαλείας, όπως και να χει άνθισαν οι κλειτορίδες τους από το πρόωρο καλό. Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα. Μ ένα μεθοκόπο χαμόγελο οδηγήθηκαν στον περιστερώνα που διπλοκλείδωναν της Άνοιξης περαστέρι.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


Ένα πορτοκάλι έπεσε. Σάπισε ευθύς και από τους τέσσερις σπόρους, φύτρωσε μια γυναίκα. Δύο σπόροι σχημάτισαν θηλές, άλλοι δύο έβαψαν κεραμιδί μάτια αντί για όνειρα. Τα απογεύματα πήγαινε και κάπνιζε κάτω απ’ το δέντρο που τη γέννησε. Το τσιγάρο στάχτιζε με τ’ ένα πόδι λυγισμένο κόντρα στον κορμό. Μέχρι που την έπαιρνε ο ύπνος και λαμπάδιαζε φωτιά η γυναίκα της στιγμής. Αργά το δειλινό, η πορτοκαλιά είχε αποκτήσει επιτέλους μια θηλυκιά κάτεργο σκιά…

Σημείωση 1η: Τα κείμενα γράφτηκαν με αφορμή τους ομότιτλους πίνακες της εκλιπούσας ζωγράφου Γιούλη Βρανά, που ανήκουν πλέον σε ιδιωτικές συλλογές.


Σημείωση 2η:
Την 1η Φεβρουαρίου 2023 και ώρα 19:00 θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της έκθεσης στη μνήμη της Γιούλης Βρανά στη Λασκαρίδειο Πινακοθήκη Δήμου Καλλιθέας. Διάρκεια έκθεσης 1-9/2/2023.

*Στις φωτογραφίες, από πάνω προς κάτω, οι πίνακες της Γιούλης Βρανά, “Καπνιστής με Γάτα”, “Άνοιξη” και “Εύα”.

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Η δίψα τους

Έμεινε η δίψα τους γυμνή
στο τελευταιο ξέφωτο
Την κουβαλούσαν όπως φορτίο αλάτι
μες στους ώμους

Όλα τ’ απομυζά η δίψα μας
Μονομερίς τα καταλύει
Στάζει κενό αβάσταχτο
εκεί που ήταν πριν το δάσος

Στο τελευταίο ξέφωτο που στάθηκαν
δεν είχαν άλλη κάλυψη
Σαν τον καθρέφτη
τους δέχτηκε
η άκρη του νερού

Να προχωρήσουν δεν μπορούν
Το πέρασμά τους χάθηκε
Ούτε έχουν τώρα άλλη κάλυψη
Και κάτι εκει στημένο
κάθετο
τους αντικρύζει

Ακίνητοι
Βρέχει και είναι ακίνητοι
και κάποτε
από μια αστραπή κατακλυσμένοι
Καταλαβαίνουν Τώρα
Πως δεν είναι καθένας παρά η δίψα του

Ένα φορτίο αλάτι

σε δύο ώμους

Το αύριο έρχεται χωρίς αντίδοτο
ανίσχυρα ποιήματα προωθούν οι ποιητές
σταυρώνοντας γάμπες με λυωμένα κόκκαλα

Έστω λέει το τραγούδι
θα σε ματώσω
θα σε γεμίσω αναλαμπές
και σπίθες δόξας
θα ζήσεις το δόσιμο
πριν τη στάχτη σου
αζήτητη
μες τη μποτίλια
με τα κλάματα του σκύλου σου
και τα μάτια του Ερμή
στον πάτο του κιβώτιου

θα προλάβεις να πελεκήσεις όρθιο
το σηκώτι σου
σηκώνοντας πάνω του πρωτόγνωρα εργαλεία
δουλεύοντάς το με φίνο μέλι
και ψίχα αμύγδαλου
ως το τέλειο άγαλμα

*Από τη συλλογή “Τοπίο που σε λένε ποίημα”, εκδ. Άγρα.