Ivana Jovanovska, Сношти сонив војна / Last night I dreamt of war / Είδα στον ύπνο μου έναν πόλεμο

СНОШТИ СОНИВ ВОЈНА

Сношти сонив војна
што раѓа апокалипса во делови.
 
Штом сонувам војна
го преуредувам подрумот како засолниште.
Денес оставив три везени пиперки долу
и на дрвениот ковчег
во ново писмо што му го пикнав
му кажав дека е безбеден.
Проверив дали стариот душек
е изеден од глувците,
и на постојните залихи
додадов нова количина страв.
 
Скоро секогаш сонувам војна
и на календарот прецртувам
ден по ден.
Во меѓувреме,
пијам повеќе,
јадам со сласт,
дишам повеќе од препорачаното.
И молчам,
колку што ми е дозволено.

LAST NIGHT I DREAMT OF WAR 

Last night I dreamt of war
giving birth to an apocalypse in pieces.
 
When I dream of war
I rearrange my basement into a shelter.
Today I left three embroidered peppers down there [1]
and to the wooden chest,
in a new letter which I slipped inside it,
told it that it is safe and sound.
I checked whether the old mattress
had been eaten by rats,
and to the existing supplies
I added a new supply of fear.
 
I dream of war almost always
and on a calendar, I cross off
one day after the other.
In the meantime,
I drink more,
I eat zestfully,
I breathe more than what is recommended.
I also keep quiet,
as much as I am permitted.
 
[1] Embroidered pepper is a unique type of Macedonian pepper with very specific fruit appearance, taste and use. The name is derived from their intricately scarred skin that appears to be threaded. (TN)

Translated by Gorjan Kostovski

ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟ

Χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου έναν πόλεμο
Που γέννησε μια αποκάλυψη σε επεισόδια.

Όταν βλέπω στον ύπνο μου πόλεμο,
μετατρέπω ξανά το υπόγειο σε καταφύγιο.
Σήμερα άφησα εκεί κάτω τρεις πιπεριές
και πάνω στο ξύλινο φέρετρο έγραψα ότι το καταφύγιο
είναι ασφαλές.
Έλεγξα αν το παλιό στρώμα
είχε φαγωθεί απ΄ τα ίδια ποντίκια
και στα υπάρχοντα αποθέματα
πρόσθεσα ακόμα περισσότερο φόβο.

Στον ύπνο μου βλέπω σχεδόν πάντα πόλεμο
και στο ημερολόγιο διαγράφω την κάθε μέρα.
Στο μεταξύ,
πίνω περισσότερο,
απολαμβάνω το φαγητό,
αναπνέω περισσότερο απ’ το προτεινόμενο.
Και σωπαίνω όσο μου επιτρέπεται.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τεφλόν”, Νο 27, Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2022, σελ. 82.
Μετάφραση: Βίκτωρας Ηλιόπουλος.

Γιάννα Μπούκοβα, Ο ελάχιστος κήπος

Άνοιξες την πόρτα
και ήταν που λες μέσα η νύχτα
παγιδευμένη
χωρίς ψωμί για βδομάδες ολόκληρες
Τέτοιος άνθρωπος είσαι
αφήνεις τις βρύσες ανοιχτές
τις πληγές να ματώνουν
φοράς τα γυαλιά σου ανάποδα
και με βλέπεις με τα παιδικά μου παπούτσια
και την κάλτσα κάτω απ’ το γόνατο
Ναι αλλά τα γόνατά μου μεγάλωσαν σαν της Αλίκης
πήρε ο κήπος μας φωτιά απ’ το πολύ φεγγάρι
και οι φωνές των καλεσμένων
ακόμα κυνηγάνε το γατάκι
μέσα στο πηγάδι
Τώρα βλέπω το δωμάτιο
κάπου από ψηλά
μικρό στο βάθος το κρεβάτι μου
Άγρια πράγματα αποκρουστικά
προκρούστικα.

*”Ο ελάχιστος κήπος”, εκδ. Ίκαρος, 2005. Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος.

Νατάλια Φιγκερόα Γκαγιάρδο, Ευλογίες 

Ευλογημένος ο θάνατός μου
ευλογημένη η λεπίδα του
κόβοντας το άπειρό μου
ευλογημένο μυστήριο του τέλους
σαν ένα όνειρο που τελειώνει ξαφνικά
ευλογημένος αυτός που τη ζωή πρέπει να τελειώσει

Και το χέρι του να ηρεμεί τον ρυθμό μου
το φύσημα του να μου καθαρίζει το νου
ζυγαριά όπου ταπεινώνομαι
και ο καημός μου, πίσω

Ευλογημένος ο θάνατός μου
ευλογημένες οι δυνάμεις του για να επιβληθώ στη μέρα
και το κεφάλι μου απ’ όπου τρέχει νερό
και οι ώμοι μου να συγκρατούν τον άνεμο
ευλογημένη η οδός που οδηγεί στη νεκροκεφαλή.

*Από τη ποιητική συλλογή “Πειραματισμοί γύρω από την επανάληψη των ημερών” (LaMano, 2021). Μετάφραση: Σταύρος Κάσσης.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/06/08/eulogies-figeroa/

Αγγελής Μαριανός, Τρένα

Τα παιδιά των τρένων
Σκαρφαλώνουν στα βαγόνια
Κρέμονται σαν σταφύλια
Ελεύθερα μεταναστεύουν
Άδειες οι τσέπες από ρουπίες
Ο ελεγκτής τα προσπερνάει
κι αυτά χαμογελάνε·
επιδεικνύουν τα σπασμένα δόντια

*Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”.

Ελίνα Αφεντάκη, Σκληρή καρδιά


Σχέδιο Βίκυς Σαμουηλίδου που εμπεριέχεται στη συλλογή

Κάποτε μου’ δωσαν να δοκιμάσω «Σκληρή καρδιά»

«Θα σας αρέσει, είπε ο οικοδεσπότης, στα μέρη μας θεωρείται πρώτης τάξεως μεζές»

Σε αντίθεση με το όνομά της η Σκληρή καρδιά είχε σάρκα μαλακή,
μα κάνοντας να καταπιώ άνθρωποι μπουλούκια ξεχύθηκαν μέσα
στο στόμα μου.
Άλλοι εκλιπαρούσαν για πίστωση και άλλοι για συγχώρεση,
κάποιοι ζητούσαν ελεημοσύνη και άλλοι συμπόνια.
Κι όσο μασούσα η μπουκιά αντί να μικραίνει μεγάλωνε..

«Βλέπω δε σας ενθουσίασε το πιάτο μας…» μίλησε ο οικοδεσπότης
βλέποντας την έκφρασή μου.
Κι εγώ με το στόμα ακόμα μπουκωμένο από την αποτρόπαιη λιχουδιά:

«Για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ τα αμελέτητα…»

*Από τη συλλογή “Παγοθραυστικό”.

Ρομάν Ζουέβ, Το σώμα

Ζούμε μέσα σε κουφάρια αυτοσυντήρησης
Μέχρι να γίνουμε ένα με το χώμα
Μέχρι να ξεχάσουμε τον κόσμο
Μέχρι να νιώσουμε μικροί θεοί
Ζούμε μέσα σε κουφάρια αυτοσυντήρησης
Και ο χρόνος γδέρνει
Με τα λεπτά του
Με τις ώρες του
Με τους μήνες του
Αυτό το κουφάρι που λέγεται σώμα
Ζούμε μέσα σε κουφάρια αυτοσυντήρησης
Αγκαλιάζουμε τη δυσοσμία μας
Προσευχόμαστε για το μέλλον
Ελπίζουμε για έρωτα
Ξεχνάμε τον χρόνο
Και σκοτώνουμε λεπτό προς λεπτό
Αυτό το κουφάρι που λέγεται
Σώμα

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://teflon.wordpress.com/page/4/

Γιώργος Κοζίας, Ρόδο μου κόκκινο

-Τι όμορφα που ευωδιάζεις απαλό λουλούδι!
Πνοή ανέμου ενώνει δεντρολίβανο
και τριαντάφυλλο σ’ ένα φιλί.

-Πώς ήταν η μέρα σου, ρώτησε η τριανταφυλλιά.
-Με έγνοιες, βάσανα, καημούς, απάντησε
το δέντρο του Λιβάνου.
Μήτε τον κήπο χάρηκα μήτε το περιβόλι.

-Κλαις, είπε το ρόδο.
Τα μάτια σου είναι υγρά, κυλούν δροσοσταλίδες.
-Θλίβομαι, αποκρίθηκε το δενδρολίβανο.
Πρέπει να φύγω…

Έσκυψε πάνω του.
Ψιθυρίζει λόγια ερωτικά.
Ένα ρόδο άνθισε στην τριανταφυλλιά.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις : Στιγμή, 2007.

Μαρία Μπαλοπούλου, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι παλιοί ποιητές
σταματούν καθώς βαδίζουν
-μόνοι πάντα μόνοι
και σκυφτοί-
στυλώνονται μπροστά στις κολόνες
πλησιάζουν βγάζουν
τα γυαλιά και μελετούν
αγγελτήρια θανάτων.

Φορτώνονται φεύγοντας
κι αυτόν τον νεκρό στην πλάτη.

*

ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Τα λόγια είναι κύματα.

Σκάνε πάνω στις στεριές μας παφλάζοντας
γκρεμίζουν ό,τι με κόπο χτίσαμε
χρόνια μετά θυμάσαι.

Μάς χαϊδεύουν
σαν να μάς ήξεραν πάντα
σταλάζουν συχώρεση επιεκέικια σταλάζουν.

Ξεχνιούνται στον δρόμο
ξελογιάζονται από σειρήνες ανέμους
δεν φτάνουν ποτέ
εκεί που τα περιμέναμε
μια τρύπα κι απο κάτω
ακονίζει τ΄ αγκάθια του ένας κάκτος.

*Από τη συλλογή “Αντίδοτα”, εκδ. Στιγμή, 2007.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

ΕΞΩΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ

Όλοι μας λίγο ποιητές
στο λαβύρινθο του παιδιού ονείρου
στο παιχνίδι των συμβόλων
στους πρώτους μας ρόλους

Πλάστες ενός παράλληλου κόσμου
στο φαντασιακό μας σύμπαν
όψιμη αθωότητα

Λίγο ποιητές
όταν ξεκλέβουμε από την κάθε μέρα
λίγες σχισμές μαγικής σκόνης
στο όριο του πραγματικού

*

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΙΟΥΝΗ

Το υπόκωφο πέπλο σκεπάζει τη λάμψη
με αραχνοΰφαντη στρώση
πριν παραδοθεί στο απόλυτο σκοτάδι
Πίσω από τη φυλλωσιά ξεπροβάλλει δειλά
στη σύλληψή του τα μάτια ανοιγοκλείνουν
το δάκρυ τρεμοπαίζει στο πλάι της κουίντας

Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου, Ποιήματα

Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

του Έκτορα Κακναβάτου

Mα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή
βάζει το αλεξίσφαιρο σκουφάκι του
καμώνεται και φεύγει
οι επιθυμίες του σε συνεχή υποτροπή ‒κλείνουν
και λέγονται στη Μακρυνίτσα
αλλά αυτός εκεί‒
βάζει το αλεξίσφαιρο σκουφάκι του
φιλά τον θάνατο στο μέτωπο
Γρύπας ορθός και Σαμαρείτης

*

ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ

«Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία
ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τί έμεινε λοιπόν από την εκδρομή;
Η έκπληξη από το ξύλινο παράθυρο των αισθημάτων
Ο γέλωτας επάνω στη δικέφαλη στοργή
στα σπλάγχνα η ποίηση πλεούμενο Αργώ
και στο καντήλι της ψυχής αντί για λάδι αίμα

*

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΓΜΟΔΟΧΗΣ

Εσύ ησύχασε μητέρα, μας παίζουνε σβηστούς.
Όταν ανάβουμε, τα μάτια θέλουμε της Έπαρσης
ξεφωνητά στην ξιφολόγχη
η αλήθεια μας σερβίρει το νεκρόδειπνο
στην ματαιολογία
από την κρύπτη ξεπηδούν οι διασκεδαστές
κι οι σκιαγράφοι
λέμε στη Μοίρα μην κοιτάς ‒αλλάζουμε
φοράμε τον χιτώνα των χαμών και των συναισθημάτων
πέρα στ’ αόρατο νησί μάς ξενυχτά το όνειρο μονάχο
με τ’ οστεοφυλάκιο επάνω στα νερά και πάμε

*

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό που απογειώνεται.
Καθώς ελέγχουμε την ψίχα του με το φωτόμετρο
του γράφειν
να και οι επιβάτες υμνητές, έλλειμμα από καλντέρα
καθώς δεν θέλουν άρχοντες να τους παραβιάζουνε τον
ουρανό
γύρω στις δεκατρείς χιλιάδες πόδια –τί δροσιά
δίχως αεροσυνοδούς και πύργους που ελέγχουν
μα κάποιο ρίγος που το είπαν χρονοπειρατεία,
ώστε λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό
εκείνο που δεν προσγειώνεται

*Από τη συλλογή “Mα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005.