Αλεξία Βίκτωρος, Δύο ποιήματα

ΑΛΛΑΖΩ

Ταυτίζομαι με το ταξίδι ενός περαστικού
ταυτίζομαι με ένα φυσιολογικό αδιέξοδο
που με συνεπαίρνει.
Αλλάζω.

*

ΜΗΝ ΚΑΤΑΚΤΑΤΕ

Μην κατακτάτε ψυχές.
Τόσο σκληρές
αόρατα φθείρονται.

Η πίστη του ανθρώπου
δεν κρατάει ποτέ
τη μετάθεση του εαυτού της αιώνια- μέχρι το τέλος.

Είναι η εργασία
είναι ο μόχθος εκείνων που εξαντλήθηκαν
και συμβιβάστηκαν μες στις επισκέψεις του πόνου
καμία πίστη.
Οι υπόλοιποι έγειραν
έχοντας το πολλαπλάσιο μέγεθος από αυτό των παιχνιδιών τους
και φυσικά
έχοντας συμβιβαστεί παρόμοια με τους πρώτους.

Μην κατακτάτε ψυχές. Μια τέτοιου είδους ηδονή
ματαιώνει την επιστροφή
και την ανιαρή θλίψη.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης Joan Miro, La Porte (1931).

Αντιγόνη Κεφαλά: μία κατ’ εξοχήν ποιήτρια της Διασποράς

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ*

Να βρούμε το μέτρο μας, ακριβώς,
όχι την ηχώ άλλων φωνών.

Αντιγόνη Κεφαλά, ‘Διψασμένος καιρός’, 1978
“Στη Ρουμανία μας λέγανε Έλληνες, στην Ελλάδα αλλοδαπούς και στην Αυστραλία πρόσφυγες”.

Με τα λόγια αυτά η Αντιγόνη Κεφαλά (σε συνέντευξη που έδωσε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Ελλάδα το 1990) εκφράζει την πικρία της για την κατάσταση του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι κατ’ εξοχήν κόρη της ευρείας ελληνικής Διασποράς. Γεννήθηκε στην Βράιλα της Ρουμανίας τη δεκαετία του 1930 από Έλληνες γονείς (καταγωγή του πατέρα από Μεσολόγγι και Μικρά Ασία, μητέρα από Ιθάκη). Στη Βράιλα έμεναν πολλοί Έλληνες, έμποροι και επιχειρηματίες, αλλά και πολλοί διανοούμενοι. Στην τελευταία κατηγορία ανήκε η οικογένεια της Αντιγόνης. Ο πατέρας της ήταν μουσικός, ο αδελφός της φοιτητής Μουσικής και η μητέρα της λάτρης της λογοτεχνίας. Η σοβιετική εισβολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Ρουμανία ανάγκασε πολλά μέλη της σφριγηλής ελληνικής κοινότητας να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. Η οικογένεια Κεφαλά έφτασε εκεί το 1947, αφήνοντας όλα τα υπάρχοντά της στην Βράιλα. Στο Λαύριο καθώς και στον Πειραιά, όπου τους πρόσφερε άσυλο η Ελλάδα, παρέμεινε για τέσσερα χρόνια, περνώντας φοβερές δυσκολίες σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από τα δεινά του πολέμου και ιδίως του εμφυλίου. Αρκετά από τα ποιήματα και πεζά της Κεφαλά αναφέρονται σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια στο Λαύριο. Τελικά, η οικογένεια αποφάσισε να μεταναστεύσει και η μόνη χώρα που τους δέχτηκε, λόγω ορισμένων προβλημάτων υγείας, ήταν η Νέα Ζηλανδία.

Η οικογένεια Κεφαλά βρέθηκε σε ένα τελείως διαφορετικό κόσμο από εκείνον της Ρουμανίας που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει απότομα. Οι γονείς και ο μεγαλύτερος αδελφός δούλεψαν σε εργοστάσια, εκτός από την Αντιγόνη που ως ανήλικη, έπρεπε να παρακολουθήσει Γυμνάσιο. Στη συνέχεια σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Wellington από όπου αποφοίτησε με πτυχίο Μάστερς. Όμως για μία ακόμη φορά αναγκάστηκε για προσωπικούς λόγους να φύγει και από τη Νέα Ζηλανδία και να εγκατασταθεί το1960 στο Σίδνεϊ όπου και διέμενε μέχρι τον θάνατό της. Διετέλεσε σύμβουλος στο Australian Council for the Arts (κρατικός οργανισμός για την προώθηση των Καλών Τεχνών). Το 1988, μετά από πολυετή υπηρεσία, συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή.

Δεδομένου ότι η οικογένεια της Αντιγόνης ασχολούνταν με τη μουσική και τα γράμματα, επόμενο ήταν η Αντιγόνη να στραφεί προς την ίδια κατεύθυνση. Οι σπουδές ήταν σε γλώσσες και λογοτεχνία. Γνώριζετέσσερις γλώσσες (Ρουμανικά, Γαλλικά, Ελληνικά και Αγγλικά), αλλά το λογοτεχνικό της έργο είναι γραμμένο μόνο στην Αγγλική διότι είναι η γλώσσα που κατέχει άπταιστα εφόσον έχει κάνει τις πανεπιστημιακές της σπουδές στα Αγγλικά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Σίδνεϊ. Η παρουσία της Αντιγόνης Κεφαλά στα αυστραλιανά γράμματα ίσως να είχε μείνει απαρατήρητη από την ελληνοαυστραλιανή κοινότητα εάν ο καθηγητής Γιώργος Καναράκης δεν είχε δημοσιεύσει τους καρπούς της έρευνάς του στο υπέρογκο βιβλίο του με τίτλο “Η λογοτεχνική παρουσία των Ελλήνων στην Αυστραλία” (Αθήνα 1985), και εν συνεχεία στην αγγλική γλώσσα, Greek Voices in Australia (ANU 1988). Τα δύο αυτά βιβλία αποδείχτηκαν καταλυτικά για την ραγδαία εξέλιξη της μελέτης και κριτικής της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Σε κείνη ακριβώς την καμπή ήμουν κι εγώ τυχερή να βρεθώ, σπουδάζοντας Ελληνική και Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Οι συγκυρίες ήταν καταλυτικές και για μένα καθώς και για τον δρόμο που ακολούθησα αποφασίζοντας να ασχοληθώ με τη μελέτη της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας, ούτως ώστε οι σπουδές μου να συνδέονται με την πολυπολιτισμική κοινωνία. Και δεν ήμουν η μόνη. Μια σημαντική ομάδα πανεπιστημιακών και συγγραφέων έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην έρευνα, μελέτη, μετάφραση και διάδοση της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της διασπορικής λογοτεχνίας που γράφοντας στην αγγλική γλώσσα διευκόλυνε την πρόσβαση μη Ελλήνων κριτικών να ασχοληθούν με το έργο της. Ίσως η Αντιγόνη να μην είναι γνωστή στο ευρύ κοινό της παροικίας μας, της χρωστούμε όμως ευγνωμοσύνη που έκανε εμάς και τις μεταναστευτικές μας εμπειρίες γνωστές στο αγγλόφωνο κοινό.

Άρχισα αυτό το σημείωμα με το πρόβλημα του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Τελειώνω με ένα πιο ενθαρρυντικό σχόλιο που είχα αναφέρει στο παρελθόν για την Kεφαλά. Αν και το έργο της δεν είναι κοινωνικός ρεαλισμός, συνδυάζει όμως την τέχνη με την ιστορία, απεικονίζοντας τα σπουδαιότερα φαινόμενα του εικοστού αιώνα: τον πόλεμο και την αναπόφευκτη προσφυγιά και μετανάστευση. Χωρίς να αναφέρει καν τις δύο αυτές λέξεις, η παρουσία τους είναι εμμέσως διάχυτη σε ολόκληρο το έργο της.

Ένας από τους κύριους λόγους που η προσφορά της στα γράμματα θα καταστεί ανεπανάληπτη είναι ότι κατάφερε να δημιουργήσει μια δική της φωνή και όχι να μιμηθεί τις φωνές άλλων (βλ. τους δύο στίχους του ποιήματός της στην αρχή αυτού του σημειώματος). Μια μοναδική φωνή που ως επί το πλείστον μόνο κάποιος εξωτερικός παρατηρητής (πρόσφυγας ή μετανάστης) μπορεί να εκφράσει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα.

Σημ. Το παραπάνω άρθρο συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο ειδικό αφιέρωμα για την Αντιγόνη Κεφαλά σελ. 20-41, περιοδικό Αντίποδες (2018) και λόγω του ξαφνικού θανάτου της πρόσφατα.


*Η Ελένη Νίκα (πρώην Πανεπιστημιακός στο La Trobe University) είναι μεταφράστρια και εκδότρια ορισμένων από τα έργα της Αντιγόνης Κεφαλά σε δίγλωσσες εκδόσεις μέσω του οίκου της Owl Publishing.

Μιχάλης Κατσαρός, από το “Κορέκτ – Φόβος ποιητή”

17

Δεν ομιλώ για τον ποιητή
που γράφει το νέο ποίμα
“Φόβος ποιητή”
αλλά έτσι για κάποιο
κάποιο φανταστικό.
Έναν όπου με ακολουθούσε
ένα σαιξπήριο Φου
όπου αυτός ο ποιητής του
Ρτούσε
Διάβαζε
Ερμήνευε
και όχι.
Έγραφε και φοβόταν
μήπως δεν είναι ποίηση.
Ήθελε να εξηγεί
Ήθελε στην κενωνία
την άτιμη
ν’ άρεσε
το ύφος του ο πόνος του
οι συμβουλές του
κι έλεγε:
“Άτιμη κενωνία
τον ποιητή σου!”
Και καθώς τις νύχτες πετούσε
με τα ποιητικά φτερά
όπου αυτός γεννούσε
σε διανυκτερεύοντα μπαρ
φιλολογικά σαλόνια
σαν Κλαίρη Μπουθ
μεθούσε πονούσε
και έλεγε
“Στον ποιητή”
κι άφηνε της νύχτας τ’ αμάξι.

Νύκτα
και Νύχτα
δεν τα ξεχώριζε
“στον ποητή ξημερώνει”
κι όλο πονούσε
κι όλο φοβότανε
αν
τα κατάφερνε.

Τώρα θα συλλογιέται
τι να γράφει ο ποιητής
αφού εγύ χρόνια του λείπω.

*“Κορέκτ – Φόβος ποιητή”, εκδ. Μανδραγόρας, 1996.

Jack Kerouac, Δεκαοκτώ Χάικου

1

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Για αυτό.

Do you know why my name is Jack?
Why?
That’s why.

2

Λουλούδια
στραβά στοχεύουν
στον ευθύ θάνατο.

Flowers
aim crookedly
at the straight death.

3

Το όνειρο του Θεού
είναι μονάχα
ένα όνειρο.

God’s dream,
it’s only
a dream.

4

Δημιουργία του Χάιντν ή
Κόλμαν Χόκινς,
με φτιάχνουν εξίσου.

Haydn’s creation or
Coleman Hawkins, I can
fix ‘em just right.

5

Μέγας κόμπος
στη σεκόγια ωσάν
το πρόσωπο του Δία.

Huge knot in the
redwood tree
looking like Zeus’ face.

6

Φώναξα τον Χαν Σαν
Μες στην ομίχλη –
Σιωπή, απάντησε.

I called Hanshan
in the fog –
Silence, it said.

7

Τα σύννεφα της Αιόβα
μια ακολουθία
στην Αιωνιότητα.

Iowa clouds
following each other
into Eternity.

8

Πέφτει δείλι –
Η πατσαβούρα στο
βράχο στεγνώνει.

Late afternoon-
The mop is drying
on the rock.

9

Άνθρωπος πεθαίνει –
Λιμανιού φώτα
σε ακύμαντη θάλασσα.

Man dying –
Harbor lights
on still water.

10

Χλόη του Μάη –
Σχεδόν με
Ραχάτι.

May grass –
Nothing much
to do.

11

Άντρες και γυναίκες
φλυαρούν κάτω από
το αέναο Κενό.

Men and women
yakking beneath
the eternal Void.

12

Οι επικριτές μου
σαλεύουν αδιάκοπα
σαν τον κισσό στη βροχή.

My critics jiggle
constantly like
poison ivy in the rain.

13

Νιρβάνα,
όπως όταν η βροχή
σβήνει μια μικρή φωτιά.

Nirvana,
as when the rain
puts out a little fire.

14

Επτά Νοέμβρη
σβήνει το τελευταίο
τριζόνι.

November the seventh
the last
faint cricket.

15

Το λουλούδι
στου γκρεμού την άκρη
δείχνει το φαράγγι.

One flower
on the cliffside
nodding at the canyon.

16

Διαρκώς προσεύχομαι –
Μιλώντας
στον εαυτό μου.

Praying all the time –
Talking
to myself.

17

Επτά πουλιά σ’ ένα δέντρο,
κοιτάζουν προς
κάθε κατεύθυνση.

Save birds in a tree,
looking
in every direction

18

Ανοιξιάτικη νύχτα –
Ακούω τη γάτα να
μασάει ψαροκέφαλα.

Spring night – the sound
of the cat
chewing fish heads.

*Από το βιβλίο “Τζακ Κέρουακ, Ρεμπό και 18 Χάικου”, εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2015.

**Μετάφραση – Επίμετρο: Γιάννης Λειβαδάς.

Lawrence Ferlinghetti, I Am Waiting

“I am waiting for my case to come up
and I am waiting
for a rebirth of wonder
and I am waiting for someone
to really discover America
and wail
and I am waiting
for the discovery
of a new symbolic western frontier
and I am waiting
for the American Eagle
to really spread its wings
and straighten up and fly right
and I am waiting
for the Age of Anxiety
to drop dead
and I am waiting
for the war to be fought
which will make the world safe
for anarchy
and I am waiting
for the final withering away
of all governments
and I am perpetually awaiting
a rebirth of wonder
I am waiting for the Second Coming
and I am waiting
for a religious revival
to sweep thru the state of Arizona
and I am waiting
for the Grapes of Wrath to be stored
and I am waiting
for them to prove
that God is really American
and I am waiting
to see God on television
piped onto church altars
if only they can find
the right channel
to tune in on
and I am waiting
for the Last Supper to be served again
with a strange new appetizer
and I am perpetually awaiting
a rebirth of wonder
I am waiting for my number to be called
and I am waiting
for the Salvation Army to take over
and I am waiting
for the meek to be blessed
and inherit the earth
without taxes
and I am waiting
for forests and animals
to reclaim the earth as theirs
and I am waiting
for a way to be devised
to destroy all nationalisms
without killing anybody
and I am waiting
for linnets and planets to fall like rain
and I am waiting for lovers and weepers
to lie down together again
in a new rebirth of wonder
I am waiting for the Great Divide to be crossed
and I am anxiously waiting
for the secret of eternal life to be discovered
by an obscure general practitioner
and I am waiting
for the storms of life
to be over
and I am waiting
to set sail for happiness
and I am waiting
for a reconstructed Mayflower
to reach America
with its picture story and tv rights
sold in advance to the natives
and I am waiting
for the lost music to sound again
in the Lost Continent
in a new rebirth of wonder
I am waiting for the day
that maketh all things clear
and I am awaiting retribution
for what America did
to Tom Sawyer
and I am waiting
for Alice in Wonderland
to retransmit to me
her total dream of innocence
and I am waiting
for Childe Roland to come
to the final darkest tower
and I am waiting
for Aphrodite
to grow live arms
at a final disarmament conference
in a new rebirth of wonder
I am waiting
to get some intimations
of immortality
by recollecting my early childhood
and I am waiting
for the green mornings to come again
youth’s dumb green fields come back again
and I am waiting
for some strains of unpremeditated art
to shake my typewriter
and I am waiting to write
the great indelible poem
and I am waiting
for the last long careless rapture
and I am perpetually waiting
for the fleeing lovers on the Grecian Urn
to catch each other up at last
and embrace
and I am awaiting
perpetually and forever
a renaissance of wonder.”

Francis Picabia, από τον “Μοναδικό ευνούχο”

Στενό, πολύ μύτη
Μακρύ πρόσωπο
Άσπρο χρώμα
Μηδέν μούσι
Ξεχωριστό σημάδι
Απαλό και λεπτό
Επιβιώνει ότι αυτός γνωρίζετε
Λάμα βυθισμένο
Δυναστεία της σελήνης
Επιτρέψτε του μεταξύ μας
Να εξελίσσεται σαν ένα άγαλμα
Μαζί με το ουράνιο τόξο του Κλυνί
Κομαρτέν Άστρα φωλεά η με ίδια όλα
Αμπαζούρ του κόσμου ο άνθρωπος τού
Μέγας Δούκας
Ρουθουνίζει κίτρινο χλωμό
Από δέρμα πυρρό ευτυχία
Ρουέν ρόδο δαντέλες τών λαιμός ο επάνω
Επιχρυσωμένες με ανασήκωμα των ώμων
Δυο ρηγάδες μέσ’ στα χέρια
Υπό από αραβόσιτο
Χρυσαφένιοι αστράγαλοι βασίλισσα
Πάλλεται
Το επιδόρπιο ιδού
Ολίγον μεθυσμένος
Μελανοδοχείον ένα εντός κιμωλία τού
Γερανός ρομαντικός
Ντυμένος γκλάβες ελαφροπηδήματα
Θαύμα ελαφρότητας φασουλής
Σφυρηλατεί το ανεκδιήγητο παλάτι
Των υπερρεθισμένων άστρων
Η πλήρης ανιδιοτέλεια
Έχει λόγια κριός μικρός
Ξεκουτίζει τον άλικο δαυλό του νεκρού κόσμου
Στόρι αφήστε του το κρύσταλλο
Μ’ ένα τέχνασμα ρομαντικό
Στη σχολή των μπουκέτων κουπλέ τυφλό
Κάποιας διάνοιας ανώτερης παρωχημένης
Σκέψου κουνάβι
Στρογγύλες όμορφες καλώς τού
Νοικιασμένα τακούνια του εντός έως
Απλότης ομορφιά
Δούμε θα
Αυτή η εξαιρετική ιδέα
……………………………………………………………

*”Μοναδικός ευνούχος”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

**Στη φωτογραφία Francis Picabia, Γυναίκα σε πράσινο φόντο, 1938.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ
χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.
Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη
ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

*Από τη συλλογή «Ζωολογικός κήπος», εκδ. Στιγμή, 1989.

*

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Στον Γιώργο Γώτη

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.
Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

*Από τη συλλογή «Πεδίον ρίψεων», εκδ. Στιγμή, 2001.

Alejandra Pizarnik, Νύχτα

Quoi, toujours ? Entre moi sans cesse et le bonheur!
Gérard de Nerval

Ἴσως τούτ᾽ ἡ νύχτα νὰ μὴν εἶναι νύχτα,
ἀπαίσιος ἥλιος μᾶλλον εἶναι, ἢ
κάτι ἄλλο, ὁτιδήποτε…
Ποῦ νὰ ξέρω ἐγώ! Λείπουνε λέξεις,
λείπει είλικρίνεια, λείπει ποίηση,
ὅταν δακρύζει, ὅλο δακρύζει τὸ αἷμα!

Θὰ μποροῦσα νά ᾽μαι τόσο εὐτυχὴς αὐτὴ τὴ νύχτα!
Καὶ μόνο ἂν μοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία ν᾽ ἀγγίξω
τοὺς ἴσκιους, ν᾽ ἀκούσω βήματα,
νὰ πῶ «καληνύχτα» στὸν ὁποιονδήποτε
ποὺ θὰ περνοῦσε μὲ τὸ σκύλο του,
θὰ κοίταγα τὸ φεγγάρι, θὰ ἔλεγα
τὴν ἀλλόκοτή του γαλακτότητα, θὰ σκόνταφτα
σὲ πέτρες στὴν τύχη, ὅπως καὶ ἄλλωστε γίνεται.

Ὑπάρχει ὅμως κάτι ποὺ κάνει τὸ δέρμα νὰ σκάει,
μιὰ μανία τυφλὴ
ποὺ τρέχει στὶς φλέβες μου μέσα.
Θέλω νὰ φύγω! Τῆς ψυχῆς μου Κέρβερε,
ἄσε με, νὰ διαβῶ τὸ χαμόγελό σου ἄσε με!

Θὰ μποροῦσα νά ᾽μαι τόσο εὐτυχὴς αὐτὴ τὴ νύχτα!
Μὰ μένουν ἀκόμα ὄνειρα ἀργοπορημένα.
Καὶ τόσα βιβλία! Καὶ τόσα φῶτα!
Καὶ τὰ λίγα μου χρόνια! Μένουν — τί, δὲν μένουν;
Ὁ θάνατος εἶναι μακριά. Δὲν μὲ κοιτάζει.
Τόση ζωὴ, Κύριε!
Μὰ γιὰ ποιόν λόγο τόση ζωή!

*Μετάφραση: Γιῶργος Κεντρωτής.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Ο Άνθρωπος του Ύπνου

Την παλαιά εποχή τα κουνούπια ήταν διαφορετικά. Αν ήθελες να τα βρεις να τα συνθλίψεις, εκείνα καρτερικά υπέμεναν τον Γολγοθά τους, θεωρώντας μάλιστα τον μαρτυρικό τους θάνατο, τελολογικό σημείο και δώρο θεού.

Σήμερα, τα κουνούπια έχουν μια καλλιεργημένη πονηρία. Μαθημένα στο αροξόλ εξελίχθηκαν γενεαλογικά. Σε ανθεκτικές μυγοσκοτώστρες με ηλεκτροφόρο ρεύμα εναντιώθηκαν υιοθετώντας ένα καμουφλάζ σε σκούρες επιφάνειες που εξαφανίζει τη μορφή τους. Είναι αδιάφορα στα υπνωτικά που αναδύονται από θερμασμένες πλακέτες στην πρίζα. Συνήθως, είναι καλά κρυμμένα στις μονιές τους και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Μάλιστα, επιδεικτικά κάθονται στο ταβάνι ανάποδα περιγελώντας τους πάντες στον ανάποδό τους κόσμο. Γλεντάνε να βλέπουν τα πρησμένα θύματα να χτυπιούνται και να οδύρονται μαύρα μεσάνυχτα. Νοιώθουν σαν το ασήμαντο τσιμπούρι που κάνει το λιοντάρι τον βασιλιά της Ζούγκλας να βογκάει και να χοροπηδάει στα δύο πισινά του πόδια για ψύλλου πήδημα.

Τα σημερινά κουνούπια ενεργούν υπολογιστικά, ύπουλα και καχύποπτα. Με το που θα δεχτούν το πρώτο ράπισμα, με στρατηγικούς ελιγμούς και παραπλάνηση αποφεύγουν κάθε μοιραία μάχη με ισχυρότερο εχθρό όπως ο ξύπνιος άνθρωπος που ονειρεύεται παχουλές αγελάδες. Αντιθέτως, όταν ο εχθρός κοιμάται από ανάγκη, τότε παύει η παντοδυναμία του. Θα τον χτυπήσουν ορδές κουνουπιών του Αμαζονίου την ώρα που είναι παντελώς απροετοίμαστος, δηλαδή στη μέση του ονείρου. Τότε, οι αγελάδες έχουν αρμεχθεί στο λίπος τους και αφυδατωμένες μασουλάνε στωικά τα αμπελόφυλλα του κοιμισμένου Διόνυσου σα να βρίσκονταν στα χωραφάκια του Νείλου των εξελληνισμένων αγροτών την εποχή των Πτολεμαίων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κουνούπια επιτίθενται με βομβαρδιστικά και μαχητικά -βελόνας και αγκαθιού- στα ζωτικά σημεία του κοχλία και του τύμπανου του αυτιού. Θα προτιμούν πάντα τα βρέφη από τους γέροντες. Θα χλευάζουν απονήρευτους τους προγόνους τους που θέλησαν να μοιράσουν δίκαια τη φύση -σε έντομα, θηλαστικά, πτηνά και ιχθύες. Ο κόσμος ανήκε μόνο στα έντομα, πανηγυρίζανε λοιπόν, τα σύγχρονα κουνούπια συστηματικά στο πιατάκι της γλάστρας, μην αμελώντας με το βραδινό πότισμα να πολλαπλασιάσουν το μοναδικό τους είδος σε εκκολαπτήρια τέλειας αφαίμαξης.

Και στόχος πάντα ο ίδιος. Οι γυμνές αδυναμίες του δέρματος. Σκοπός να εξαλειφθεί δια παντός ο Άνθρωπος του Ύπνου…

1/5/2021

Gregory Corso, Hering

It’s disastrous to be an injured deer.
I’m the most wounded, wolves rage,
and I have flaws too.
My flesh is clawed by the Inevitable Hook!
As a child I used to see a lot of things I didn’t want to be.
Am I the person I didn’t want to be?
The person who talks to herself?
Neighborhood Personality?
Am I the one who, on the steps of a museum, sleeps curled up on the side?
Do I wear a loser’s suit?
Am I the screwed one?
In the grand serenade of things
am i the most deleted track?

Είναι καταστροφικό να είσαι ένα τραυματισμένο ελάφι.
Είμαι ο πιο πληγωμένος, οι λύκοι θυμώνουν,
και έχω και ελαττώματα.
Η σάρκα μου κρεμιέται απ’ τα νύχια από τον Αναπόφευκτο Γάντζο!
Ως παιδί έβλεπα πολλά πράγματα που δεν ήθελα να γίνω.
Είμαι ο άνθρωπος που δεν ήθελα να είμαι;
Το άτομο που μιλάει στον εαυτό της;
Προσωπικότητα της Γειτονιάς;
Είμαι αυτός που στα σκαλιά ενός μουσείου κοιμάται κουλουριασμένος στο πλάι;
Φοράω το κοστούμι ενός χαμένου;
Είμαι ο κερατωμένος;
Στη μεγάλη σερενάτα των πραγμάτων
είμαι το κομμάτι που έχει διαγραφεί περισσότερο;

*Απόδοση: Δ.Τ.