γ.μ, Τ’  Όχι

Συνηθισμένοι πολύ, δεν συνηθίζεται
Σχεδόν σχίζει ο βυθός δίχως πνιγμό
Οι ιδώ, ναι χωρούν ηδοναί
Οι αιδώ, αξίνα αξία μοναξιά
Οι εκεί, αδιαφορούν
Κρύβονται Κρύβουν
Τέρπει Τ’ Όχι
απόχη Σ’ αποχή

ἄφραστα 2025

Γιώργος Αναγνώστου, Διαsπορική ανυπακοή

 
I.
 
Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
εξουσία πατριαρχίας
στην υγρασία της Λουϊζιάνα
με εξόρισε
–αν η προφορά μου μουσκεύει
το λ το ζ και το αλphα
τώρα γνωρίζετε το λόγο
του νότου οι υγρότοποι με διαποτίζουν
Εγώ ο φυγάς του εβδομήντα
εργάτης παράνομος κατέληξα
στολή σερβιτόρου τη
φτώχια μου μασκαρεύει
φτύνω όλους όσους που ως
«αποδημητικό πουλί»
με τραγουδάνε
την ιστορία μου εξαλείφουν
Ο τσιγαρισμένος από χιλιάδες opa!
σε λικνίσματα φλόγας σαγανάκι flambé
αντανακλάται η εικόνα μου
αδύνατον πλέον να με αναγνωρίσω
βέρος Ελληνοαμερικανός βαφτίστηκα
Εγώ ο βιοπαλαιστής με παπιγιόν
Άκη Πάνου άσμα ασπάστηκα
μακριά απ’ τη μιζέρια
γονάτισα, ορκίστηκα
Εγώ ο αριστερός
από την υπόσχεση του just do it
φανταστείτε αρπάχτηκα
Αμερικανικού ονείρου
πορεία προς τη νίκη
η εξάντληση ματώνει το κάτω χείλος
μόνιμα μελανιασμένος μελαψός
Εγώ ο μειωμένος
άρωμα μνήμης αιώνιο
μια Nancy από το Τέξας
στη σέλα ενός country two step
με ταξίδεψε
«you got a friend in me»
ο Randy Newman τραγούδησε
σιγοντάραμε υπόσχεση κι εμείς
Εγώ που mi corazón
έμαθα αγάπη να ψιθυρίζω
οι ταυτίσεις με το άλλο
ζωή μου δώρισαν
σε πληθυντικούς γλώσσας κατοικώ
στα αγγλικά μου βγαίνει η ψυχή
δοκίμια να συντάσσω
μα κι όπως τώρα
καλή ώρα
πολιτικές ενστάσεις
στη μητρική γλώσσα  
μεταφέρω
 
II.
 
Εγώ λοιπόν είμαι αυτός
που γραφεία μακρινά και απόμακρα
διασπορά τώρα με αποκαλούνε
να συσφίξουν τις σχέσεις μου
με παραδόσεις που αλίμονο με εκδίωξαν
αποσκοπούν
σε κουστούμι ενικού ταυτότητας
απαιτούν να με χωρέσουν
πόσο στενόχωρο, πόσο στενόχωρο…
Εγώ αντ’ αυτού
πρακτική αντίστασης έχω κατά νου
τις μεζούρες μου ξεδιπλώνω
την διαsπorική μου φορεσιά
κόβω σε άλλα μέτρα
γνώση που από κάτι τυπάδες φίνους
διανοητές από τη σχολή
του Birmingham
απέκτησα
τα δύσκολα βράδια
με τις σελίδες τους μεθώ
φίλους τους θεωρώ
Εγώ από τα bayou της Λουϊζιάνα
αυτήν την τεχνική διακαώς επιθυμώ
να σας εξηγήσω
ραπτική εαυτού
την ονομάζω
–κάτι που κι άλλοι φίλοι έχουν εξασκήσει
Με βελονιές
εδώ και χρόνια τώρα
μορφή αποδίδω
στο μεταξύ που με ορίζει
ράμματα διαφοrάς
με επιμέλεια φροντίζω
στο σώμα και την ψυχή
χαρές και οδύνες
ραφές διασταυρώνουν
παλίμψηστο ιστορίας
υφαίνουν
Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου
διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας
αναγνώριση διεκδικώ
φωνή αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων
προφορές σαν σμίγουν
πολυφωνίας
συλλογική ανυπακοή
–ω υπέροχη προοπτική!
αρθρώνουν.
 
*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) διδάσκει στο πολιτειακό πανεπιστήμιο του Οχάιο. Στον ποιητικό χώρο έχει δημοσιεύσει δύο συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012, http://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016,  
http://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html). Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά (Θράκα, Bibliotheque, (δε)κατα, To Koskino, Λεύγα, Στάχτες, Transnational Literature, κ.α.). Διατηρεί την ιστοσελίδα Διασπορική Σκοπιά (https://diasporic-skopia.blogspot.com/).

Γωγώ Πονηράκου, Περί ποίησης

Η φωτογραφία της Γωγώς Πονηράκου δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.discardedmagazine.com 

Έχετε σκεφτεί πως θα ‘τανε
η ποίηση αν τη διαβάζανε
με στόμφο και λαγνεία
στα στριπτιτζάδικα;
Αν αφορούσε παραπάνω
από πολλούς κι αν
ξεχυνότανε ορμητικά σε
καταγώγια και σκοτεινά
ανάκτορα;
Αν γινόταν παντιέρα
και κυριαρχούσε αντί για
τις λέξεις προκάτ των ειδήσεων;
Αν οι λέξεις οι ποιητικές τρύπωναν και
πονούσαν στιγμιαία σαν αφύπνιση
αντί για τα άρθρα του συντάγματος και το
πάτερ ημών;
Αν γινόταν τύμβος στον
πεζόδρομο της Γλάδστωνος
να μας θυμίζει τι σημαίνει
επιθανάτιος ρόγχος μέρα μεσημέρι
μπροστά στα μάτια όλων;
Έχετε σκεφτεί γιατί αξίζει
να παιδεύεσαι να βγάλεις
έναν ρημαδιασμένο στίχο
για τον έρωτα τον εικοστό
πρώτο αιώνα; Τον έρωτα
τον λυσιμελή και ακατάλυτο
που τώρα και πάντα μας παιδεύει;
Αν τίποτα από όλα αυτά
δεν σκεφτήκατε
τότε το νόημα ερρίφθη
στο κενό
με σάλτο μορτάλε.

Langston Hughes, Poet to bigot / Ποιητής προς φανατικό

I have done so little
For you,
And you have done so little
For me,
That we have good reason
Never to agree.

I, however
Have such meagre
Power,
Clutching at a
Moment,
While you control
An hour.

But your hour is
A stone.

My moment is
A flower.

Έχω κάνει τόσο λίγα
Για σένα,
Και έχεις κάνει τόσο λίγα
Για μένα,
Που έχουμε έναν καλό λόγο
Να μην συμφωνούμε ποτέ.

Εγώ, όμως,
Έχω τόσο μικρή
Δύναμη,
Αγκαλιάζοντας μια
Στιγμή,
Ενώ εσύ ελέγχεις
Μια ώρα.

Αλλά η ώρα σου είναι
Μια πέτρα.

Η στιγμή μου είναι
Ένα λουλούδι.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Mutalib Abdulla, Εικόνες του Θανάτου

Ο κόσμος ολόκληρος 
διέρχεται μέσα από εικόνες του θανάτου
Το λευκό χρώμα το φέρνει
Κόκκινο το ξαναπαίρνει
Ο κόσμος είναι μάταιος όσο η αναμονή
Στο μέγεθος της επιτυχίας της ζωής
Τις ιστορίες τις ξαναλέω
Ο θάνατος σαν ανεμοστρόβιλος προς το πρόσωπό μου ερχόταν,
Σαν το σκοτάδι η σκοτεινιά του κόσμου
Δεν ξέρω πώς να φωτίσω
όλες εκείνες τις ιστορίες
Όλοι εκείνοι οι ήχοι πού τελειώνουν
Ο κόσμος ήταν σκοτεινός
Από το λευκό χρώμα βυθίζομαι 
Από τις εικόνες του θανάτου Πέφτω

*Ο Mutalib Abdulla, διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Αμπντουλά έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του.
**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

Ender Başkan, Two Hundred Million Musketeers

Melbourne book launch: 5 November at Readings Carlton (VIC)

Sydney book launch: 27 November at Better Read Than Dead (NSW)

The debut poetry collection by the winner of the 2021 Overland Judith Wright Poetry Prize, Two Hundred Million Musketeers by Ender Başkan explores the complexities of new parenthood and family life, and anxieties about the future his children will grow up in.

Ender Başkan’s debut poetry collection depicts the intensity of life as a parent of young children. It maps the shifting trains of thought which go with the experience of being a new parent, when one’s attention is drawn in many different directions – between child-rearing and house-keeping, domestic crises, the need to earn a living, and the responsibilities you have to the past as well as to the future, to your own parents and grandparents, as well as to your children. Work, friendships, social life and creative practice are all altered. The poet reflects on his own childhood, and his grandparents’ exile from their homeland in Turkey, to which he returns several times in the course of the book, with his own young family. But there is also an increased awareness of the future, not only to the world his children will grow up in, but to the kind of world that is being built right now, in homes, workplaces, and in social and political allegiances.

Perhaps most tellingly, since Ender Başkan is a poet, he is subsumed in the flood of language, as it emerges from the mouths of his youngsters, indeed from his own mouth, as he talks to them. Words and sounds and the effects of language come to the fore. The imagination of children lends its own wonder and surrealism to that of the poet. His writing is direct, playful, absurd, staunch and political. In these respects, Başkan follows in the footsteps of the previous generation of Australia’s poets of migrant background, all of them masters of language – Pi.O., Chris Mann, Antigone Kefala and above all the late Ania Walwicz, his close friend and mentor.

Ender Başkan is on a roll: behold the flows of this supercollider brain and heart, imparting particles (poetic lines) with immense energy, accelerating language into an extreme and vast sequence of intimacy – the vastness of work life, art life, and life life, and life, and life, held high.
Lucy Van

Ender is aware of all that looms around about him – yet anchored in the daily grind of family and the domestic environment, and his job, and a troubled heart and conscience, and the art and poetics of the complexity of language – he slides across the floor with a fabulous smile and presence.
π.O. (Pi.O.)

Ender Başkan is a Melbourne-based poet, novelist, small-press publisher and bookseller. The winner of the 2021 Overland Judith Wright Poetry Prize, his poems have been published in HEAT, Meanjin, Cordite, Unusual Work and Best of Australian Poems. He has also published a novel, A Portrait of Alice as a Young Man. He is the co-founder of Vre Books press, Agog poetry readings and Study experimental space. His debut poetry collection Two Hundred Million Musketeers will be published by Giramondo in November 2025.

´Ερμα Βασιλείου, Tο χάραμα

Tο χάραμα είναι χάραγμα
Στον ουρανό
Γραμμή
Από χρυσό μολύβι
Που σπέρνει φως στην κάθε αυγή

Μακραγαθό από
Σύννεφα
με σύννεφο
Περβάζι
Χλωρό
Χειμερινό φλουρί σαν το
Γλυκό πουλί
Στ´ αγιάζι

Η σκοτεινιά
ησυχασιά
Και σιωπηλή αγκάλη
Σκέπασμα στην
Ψυχρότητα
Του θέρους Πανοσέντονο
Και του καιρού
Η νιότη

Μαρία Πανούτσου, Το Άφατο

-Κι εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές
είναι που έχω φύγει από καιρό
για το ανοίκειο.
Πως το σημείωμα αυτό βρέθηκε τυχαία
και το έφερε ο άνεμος σε σας.
Το ξέρω πως αφήνουμε σημάδια
και θα μας οδηγήσουν με ασφάλεια
στον λαβύρινθο της άλλης ζωής.
Μόνο που φοβάμαι
πως δεν αφήνουμε σημάδια
για την άλλη ζωή
αλλά για τούτη εδώ,
την απαράμιλλη πίκρα,
και τάχα πως αναζητούμε
προσποιούμενοι
ότι ζητάμε μια ευτυχία
φτιαγμένη στα μέτρα μας.

Όπως ξέρω
ότι θα μείνει από μένα
είναι φαγωμένες φωτογραφίες
και μερικοί στίχοι —
μα όχι αυτοί που θα ήθελα.
Και συνηθίζω στην ιδέα
πως δεν υπάρχω,
πως μια άλλη ύπαρξη,
μια γυναίκα,
που προσπαθώ να εξοικειωθώ μαζί της,
με βοηθά να τελειώσω
κάποιο ημιτελές δικό μου.
Πως είμαι τυχερή που ανακάλυψα αυτήν τη φίλη:
τον εαυτό μου κομματιασμένο
σάμπως ευτυχισμένο,
ικανοποιημένο,
κουρασμένο,
μεταμορφωμένο,
παραλλαγμένο,
συρρικνωμένο,
εκτονωμένο,
ψαλιδισμένο,
εναρμονισμένο,
με μόνο εφόδιο μια διάχυτη συγκίνηση
να διαπερνά τους ιστούς του σώματος.
Ξέρω πως θα θυμάμαι όλα όσα με μάγεψαν,
όλα όσα με έσπρωξαν να πάω παραπέρα,
και κυρίως τη μέθη της δημιουργίας,
το ξέχασμα του χρόνου,
την απόλυτη αφοσίωση.
Μην με ξυπνάτε.

Αντέχω τον πόνο — εξασκούμαι χρόνια σε αυτό.
Δεν αντέχω την αυτοθυσία, αλλά ακόμη κι αυτήν την παλεύω.
Μη μου πείτε όμως τη λέξη «τέλος»·
με δακρύζει αυτή η λέξη.
Και δεν φοβάμαι, όχι,
αλλά να κρατώ μια επιστολή
σταλμένη από άνθρωπο.
Κάτι θέλω να σας πω
μα δεν μου βγαίνει καθαρό.
Πάω προς τα πίσω λοιπόν,
από εκεί που ξεκίνησα,
σε μια μήτρα,
μέχρι να βρεθώ πάλι στη ροή της ηδονής.
Τόση εξάρτηση δεν αντέχεται.
Το δικό μου ταξίδι θα άρχιζε αλλιώς:
χωρίς πρόσωπο, χωρίς γραμμές σώματος,
μια ύλη από ανθρώπινα κατάλοιπα.
Όμως είμαι εδώ τώρα.
Χάνω σιγά σιγά ό,τι μου χάρισε η φύση.
Παρακολουθώ την απώλεια
και τη συντροφεύω με συρτά βήματα
χορού πυρρίχιου.
Δεν γυρνώ προς την ιστορία.
Δεν γυρνώ προς την επιστήμη.
Δεν γυρνώ προς τους ήρωες.
Δεν γυρνώ προς την εξουσία.
Δεν γυρνώ σε παντοδυναμίες.
Εγώ, ο κομματιασμένος στενολύπητος εαυτός.
Κομμάτια του κορμιού μου εξέχουν
από τον τύμβο της Αθηνάς.
Ίσως φταίει που ξέχασα
την Αρκτεία τελετή
με τα σφιχτά τα βήματα γύρω από τη λεκάνη,
ή τον χορό του θανάτου
με μόνη κίνηση την έκφραση του προσώπου
σε αναρώτηση.

Εμμέλεια με φώναζαν από κοντά και μακριά,
και εμμελώς με ύβρη
ξεπληρώνω τις χαρές μου
με αγνωσία, με αμνησία.

2025
© All rights reserved

Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

16 Οκτωβρίου – 15 Νοεμβρίου 2025

Εγκαίνια: Πέμπτη 16 Οκτωβρίου, 19.30

Η Roma Gallery παρουσιάζει την ατομική έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ. Η έκθεση, την οποία επιμελείται η ιστορικός τέχνης Άλια Τσαγκάρη, πραγματεύεται τη συγκρότηση ενός νέου οπτικού αλφαβήτου δομικών μορφών. Το αλφάβητο αυτό αρθρώνεται μέσα από μια σειρά φωτογραφικών αποτυπώσεων ηλεκτρικών εκφορτίσεων κεραυνών, τους οποίους ο καλλιτέχνης παράγει στο εργαστήριό του, αξιοποιώντας ένα τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα δικής του επινόησης. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοποριακής διαδικασίας, η αμιγώς λευκή έκρηξη του κεραυνού μεταστοιχειώνεται σε βαθιές μπλε αύρες μέσω ενός κοίλου κατόπτρου Murano. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις αποτυπώνονται ως ριζωματικές μορφές και ηλεκτροφορητικές απολήξεις, συγκροτώντας έναν ιδιότυπο οπτικό κώδικα που υπερβαίνει τη γραμμικότητα της συμβατικής γραφής.

Η συστηματική διερεύνηση των μορφοπλαστικών ιδιοτήτων των κεραυνών αποτελεί, ήδη από το 1989, κεντρικό άξονα της καλλιτεχνικής εργασίας του Κωστή. Σ’ αυτήν, ο κεραυνός δεν αντιμετωπίζεται ως απλό φυσικό φαινόμενο προς καταγραφή, αλλά παράγεται από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, προσλαμβάνοντας ανθρώπινη διάσταση και συνδεόμενος άμεσα με την αισθητηριακή εμπειρία απέναντι στο ηλεκτρικό πεδίο, δηλαδή στην ίδια την ηλεκτρική φύση του σύμπαντος. Πρώτο έργο αυτής της ενότητας υπήρξε ο Λαβύρινθος ή Το Κενό μνημείο (1989), μία σύνθετη εγκατάσταση με διαφανείς καθρέφτες, πέτρινες κατασκευές, πανό διαδήλωσης και ηλεκτρονικό κεραυνό, η οποία παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με αφορμή τη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης. Το έργο αυτό αποτέλεσε πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη ζωή και τον θάνατο, την παρουσία και την απουσία, εγκαινιάζοντας παράλληλα τη μακρόχρονη ενασχόληση του Κωστή με τον κεραυνό ως πρωταρχικό μέσο καλλιτεχνικής γραφής.

Αναλογιζόμενη τις εκθεσιακές μεταμορφώσεις του κεραυνού – από τον Λαβύρινθο έως το πρόσφατο έργο – η επιμελήτρια της έκθεσης Άλια Τσαγκάρη επισημαίνει: «Το Μπλε Αλφάβητο του Κωστή απαντά στο αίτημα των θεωρητικών της πρωτοπορίας του 20ού αιώνα για μία νέα «γραφή του φωτός», ενσωματώνοντας την τυχαιότητα και την εφήμερη χρονικότητα της ηλεκτρικής εκκένωσης σε έναν εξωγλωσσικό κώδικα επικοινωνίας. Ο ριζωματικός αυτός κώδικας, μέρος ενός ευρύτερου σώματος οπτικής ποίησης, ενεργοποιεί μία ρέουσα, πολυπολική και μη-γραμμική αισθητηριακή αντίληψη, τόσο του φαινομένου του κεραυνού όσο και της ίδιας της γραφής».

Η μετατροπή της ενέργειας σε μορφή και, εν συνεχεία, σε γραφή καθίσταται εφικτή χάρη σε μια παγκόσμια πρωτοπορία: το τυπωμένο ηλεκτρονικό κύκλωμα που σχεδίασε και υλοποίησε ο Κωστής, μέσω του οποίου παράγει ο ίδιος την ηλεκτρική εκκένωση. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης δημιουργεί τον κεραυνό ex nihilo, εγγράφοντας την ηλεκτρική ενέργεια στο πεδίο της τέχνης ως συμπαγές και ολοκληρωμένο φαινόμενο. Αυτή η ηλεκτρισμένη εικονοποιία ριζωματικών μορφών συνιστά δομικό στοιχείο μιας νέας, αστραποβόλας γραφής· μιας αυθεντικής «γραφής του φωτός», η οποία υπερβαίνει την παραδοσιακή εικονογραφία της αστραπής και συγκροτεί το ιδιαίτερο αλφάβητο του Κωστή.

Η εικονογραφική και τεχνολογική σημασία της συμβολής του Κωστή αναδεικνύεται από την ένταξη έργων του σε θεσμικές συλλογές στην Ελλάδα (Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου) και στο εξωτερικό (Musée Electropolis, Μιλούζ), όπου συνυπάρχουν με έργα καλλιτεχνών όπως οι Raoul Dufy, Man Ray και Julio Le Parc. Η διεθνής απήχηση του έργου του επιβεβαιώνεται και από τη συμμετοχή του σε εκθέσεις σε καίρια μουσεία και ιδρύματα (π.χ. Espace Electra, Παρίσι· Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη), καθώς και από τη θεωρητική αναγνώρισή του από διακεκριμένους κριτικούς, μεταξύ των οποίων ο Pierre Restany.

Η έκθεση Κ Ω Σ Τ Η Σ – ΜΠΛΕ ΑΛΦΑΒΗΤΟ πλαισιώνεται από βίντεο κεραυνών σε αργή κίνηση, συνοδευόμενο από πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική σύνθεση του Κώστα Μαντζώρου. Παράλληλα, τεκμηριώνεται με έκδοση η οποία περιλαμβάνει κείμενα του ιστορικού τέχνης Jacques Donguy, της Δρ. Νεοελληνικής Φιλολογίας Μορφίας Μάλλη, καθώς και της ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης Άλιας Τσαγκάρη.
Η έκθεση τελεί υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Ana Cristina Cesar, Ποιήματα

Ζήλια

Ζηλεύω αυτό το τσιγάρο που καπνίζεις
Τόσο αφηρημένα.

*

Πλάνο ταξιδιού

Αργά το βράδυ έβαλα όλο το σπίτι πίσω στη θέση του.
Έβαλα στην άκρη όλα τα χαρτιά που περίσσεψαν.
Επιβεβαιώνω στον εαυτό μου τη σταθερότητα των κλειδαριών.
Δεν σου ξαναείπα λέξη.
Από την κορυφή των βουνών της Petrópolis,
με ένα μυτερό καπέλο και ένα ποτιστήρι,
η Ελίζαμπεθ*
επιβεβαίωσε ξανά ότι «Το να χάνεις
είναι πιο εύκολο από όσο νομίζεις».
Έσκισα όλα τα χαρτιά που περίσσεψαν.
«Τα μάτια του αμαρτάνουν, αλλά το σώμα του
όχι», είπε η ακριβής, ταυτόχρονη μεταφράστρια,
και τα χέρια της έτρεμαν. «Είναι επικίνδυνος»,
γέλασε η Καρολίνα, ειδική στο φιλμ Kodak.
Η κάμερα ταξίδεψε σε χαμηλό υψόμετρο.
Η φωνή στα βουνά, άσβεστη
ήμερη φωτιά του πάθους, η φωνή
από τον καθρέφτη των ματιών μου,
που αρνείται κάθε ταξίδι,
και η βραχνή φωνή της ταχύτητας,
ήπια λίγο και από τα τρία
χωρίς να το καταλάβω
σαν κάποιον που ψάχνει για μια κλωστή.
Δεν σου ξαναείπα λέξη,
επαναλαμβάνω, τονίζω,
αργά το βράδυ,
ενώ ξεμπλέκω
χωρίς πολυτέλεια
με βελόνες
τις απόψεις που άκουσα σε μια ατελείωτη μέρα
που δεν μοιάζουν πια με το θολό φως εκείνης της
ίδιας ατελείωτης μέρας.

*Αναφορά στην ποιήτρια Ελίζαμπεθ Μπίσοπ.

*

Δόξα και πλούτος

Έγραψα το όνομά μου τόσες πολλές φορές
και τώρα γίνομαι θέμα εφημερίδας. Πόνοι στο σώμα—νευραλγική γραμμή που διαπερνά την
καρδιά. Οι γείτονες κάτω
παρακαλούν την άμεση απέλασή μου.
Δεν άκουσαν το φρενήρες πιάνο της βροχής
ούτε την πρώτη σωστή ιστορία τρόμου:
στο μουσείο της Μαντάμ Τισό, ο δολοφόνος σμίλευε
τα θύματα του σε κερί. Έγινε είδηση.
Οδηγώ το αυτοκίνητό μου. Κοιτάζω τον κόλπο στο βάθος,
στην ομίχλη των νέον, και σκέφτομαι την Χάια,
το Αμβούργο,το Ντόβερ,τις άγκυρες τις υψωμένες
στη Λισαβόνα. Δεν έφτασα στον νέο κόσμο.
Τίποτα δεν είναι εθνικό. Πέφτω, και στο πήδημα μου,
η ενοχλητική ενοχή πονάει: έχοντας κλέψει
το δικαίωμά σου να υποφέρεις. Έκλεψα τη
σιωπηλή σου φωνή, έπεσα στη θάλασσα,
παίρνω νερό. Δώσε μου τη βάρκα.

*

Τίποτα δεν κρύβει την τελειότητα της αγάπης…
Τίποτα δεν κρύβει την τελειότητα της αγάπης.
Ένα αυτοκίνητο με όπισθεν. Ανάμνηση του κινούμενου νερού. Φιλί.
Ιδιαίτερη γεύση του στόματός σου. Το τελευταίο τρένο που ανεβαίνει στον
παράδεισο.
Τεντώνω τα αυτιά μου.
Συσκευές που κάνουν μόνο ήχο καταλαμβάνουν τον κρυφό τόπο
της ευτυχίας.
Πρέπει να δέσω τον εαυτό μου στα πανιά με τα ίδια μου τα χέρια.
Να ρυμουλκήσω μια βάρκα.
Από εδώ, βαθιά στο καταφύγιο του δάσους, ακούω πράγματα που
δεν έχω ξανακούσει, πουλιά να κλαίνε.

*Η Άνα Κριστίνα Σεζάρ (Ana Cristina Cesar) ήταν ποιήτρια και μεταφράστρια που γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας το 1952. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της Γενιάς του Μικρογράφου. Συνδέεται επίσης με το κίνημα της Περιθωριακής Ποίησης. Το 1969, σε ηλικία 17 ετών, ταξίδεψε στην Αγγλία για πρώτη φορά. Αργότερα, θα έλεγε ότι η μεγαλύτερη συνέπεια αυτής της εμπειρίας ήταν η απώλεια της πίστης της. Ολοκλήρωσε κλασικές σπουδές στη Σχολή Πρακτικών της Φιλοσοφικής Σχολής του Ρίο και αργότερα απέκτησε πτυχίο Λογοτεχνίας από το Καθολικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Αποφοίτησε με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Πανεπιστήμιο του Έσσεξ της Αγγλίας. Μετέφρασε, μεταξύ άλλων, έργα της Κάθριν Μάνσφιλντ και της Έμιλι Ντίκινσον. Ήταν τη δεκαετία του 1970 που άρχισε να αναπτύσσει το ποιητικό της έργο, κατά τη διάρκεια της τελευταίας βραζιλιάνικης στρατιωτικής δικτατορίας (1964-1985). Το 1983, στο τέλος ενός μαθήματος γυναικείας λογοτεχνίας στη Βραζιλία, εισήλθε σε βαθιά καταθλιπτική φάση. Αφού έκανε απόπειρα αυτοκτονίας στην παραλία, παρέμεινε σε ψυχιατρική κλινική για αρκετές εβδομάδες. Στις 29 Οκτωβρίου, επέστρεψε στο σπίτι των γονέων της στην Κοπακαμπάνα, όπου, σε ηλικία μόλις 31 ετών, αυτοκτόνησε πηδώντας από μια βεράντα παρουσία της οικογένειάς της. Δημοσίευσε τα έργα “Σκηνές του Απριλίου” (1978), “Πλήρης Αλληλογραφία” (1978), “Γάντια Σουέτ” (1980) και “Στα Πόδια Σου” (1982). Μετά θάνατον, εκδόθηκαν τα βιβλία “Αδημοσίευτα και Διασκορπισμένα” (1985), “Νέα Σέλετς” και “Ποιητική “(2015).


*Μετάφραση Στέλιος Καραγιάννης