Lawrence Ferlinghetti, In Goya’s Greatest Scenes We Seem to See…

In Goya’s greatest scenes we seem to see
the people of the world
exactly at the moment when
they first attained the title of
‘suffering humanity’
They writhe upon the page
in a veritable rage
of adversity
Heaped up
groaning with babies and bayonets
under cement skies
in an abstract landscape of blasted trees
bent statues bats wings and beaks
slippery gibbets
cadavers and carnivorous cocks
and all the final hollering monsters
of the
‘imagination of disaster’
they are so bloody real
it is as if they really still existed
And they do
Only the landscape is changed
They still are ranged along the roads
plagued by legionnaires
false windmills and demented roosters
They are the same people
only further from home
on freeways fifty lanes wide
on a concrete continent
spaced with bland billboards
illustrating imbecile illusions of happiness
The scene shows fewer tumbrils
but more strung-out citizens
in painted cars
and they have strange license plates
and engines
that devour America

*Lawrence Ferlinghetti, These Are My Rivers: New and Selected Poems, New Directions.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Ρodgorica*

Με καινούριο φεγγάρι στην Podgorica
περνώντας τη γέφυρα της Χιλιετίας
ντύνομαι όλα τα βλέμματα αρχαίων φαντασμάτων
-δικών μου και ξένων-
και καθρεφτίζομαι στο Morava, αθώα.

Αράζω στο Block 4, χαζεύοντας παιδιά,
που γυρνούν στο στόμα τους σκληρά σύμφωνα
και σκέφτομαι πόσο θα ’θελα να σπάσω μαζί τους μερικά τζάμια.
Απ’ αυτά των κτηρίων της σοσιαλιστικής περιόδου,
τότε που η πόλη λεγόταν Τίτογκραντ κι ο κόσμος ήταν αλλιώς.
Γιατί είν’ άγριο σκυλί η νοσταλγία και κάπως πρέπει να την παλέψεις.
Αυτό μαρτυρούν τόσα συνθήματα, για την πρώην Γιουγκοσλαβία,
που μου μεταφράζουν όπως-όπως.

Στο Ρολόι, στη Stara Varoš, παρουσιάζομαι τα μεσάνυχτα, για να σας πω το παραμύθι…
Ήταν κάποτε, το Μπελγκιουρτλέν, το βατόμουρο των Οθωμανών,
κι ύστερα το Βασίλειο του Μαυροβουνίου, το Πριγκιπάτο, κι άλλα, κι άλλα…
κι ό,τι απέμεινε τέλος πάντων απ’ τα τόσα ονόματα με τις κορώνες,
το ισοπέδωσαν οι 70 πάνω-κάτω βομβαρδισμοί του Δευτέρου Παγκοσμίου, δε νομίζετε;
Μα οι κήποι ξανανθίζουν. Ευτυχώς.

Στον πύργο της Dajbabska Gora σ’ αφήνω, βλέποντας την πόλη τόσο όμορφη,
φωτισμένη από ψηλά, ν’ αστράφτει χίλια άστρα.
“Θα ξανάρθω”, σου λέω μετά το χορό μας
και δεν σ’ αποχαιρετώ.
Zdravo, γεια σου, “περίμενέ με”.-

Μας χωρίζουν οι γλώσσες, δεν σ’ αναζήτησα Vuk,
κι ας πιστεύω πως πέρασες πολλές φορές απ’ αυτό το δρόμο, απ’ τη Bulevar Ivana Crnojevića
φωνάζοντας συνθήματα για όλα εκείνα που σας καίνε εδώ.
Μα ίσως είν’ η μισή αλήθεια, που σου λέω.

Γιατί ακούω μαρσαρίσματα και θέλω να γυρίσω και να ’ναι εκείνος. Εκείνος μόνο, για να του θυμώσω:
“τι θες κι εσύ με τα μαύρα ρούχα σου και τα καπνισμένα μάτια;
τι με κυνηγάς, με τ’ αναποφάσιστα χέρια σου;”
Και πώς να καταλάβεις
ότι θα ’θελα να του δείξω την πόλη, Vuk, να ξεφλουδίσει την ιστορία της,
κι ίσως να γράψει ποιήματα;

Πώς να καταλάβεις, ότι στέκομαι έξω απ’ τον καθεδρικό, που στους τοίχους του απεικονίζεται ο Μαρξ, o Ένγκελς, ο Τίτο, να καίγονται στην Κόλαση, και δεν μπαίνω μέσα;
Πρέπει ν’ αφήσω κάτι, μια εκκρεμότητα, ένα λόγο, για να υπάρξει επόμενη φορά, για να ξανάρθω εδώ, να πιάσω το νήμα πάλι τότε, κι έτσι μένω ν’ αναρωτιέμαι:
“θα γελούσε ή θα θύμωνε μ’ όλα αυτά”;

Φεύγω, όσο πιο μακριά μπορώ, αλλά θα επιστρέψω, απ’ όσες χώρες κι αν διαλέξω να περάσω.
Θα ξανάρθω, μια νύχτα που το φεγγάρι θα ’ναι στη χάση του,
θα ’χω μπερδευτεί σε μια στροφή, κάπου στα βουνά της Βοσνίας
προσπαθώντας να βρω τα σύνορα, για την πράσινη χώρα σου, Crna Gora, Vuk,
όσο εσύ θα μου γράφεις μήνυμα, τότε ακριβώς, λες και θα νιώθεις πως πλησιάζω.

Θα ρωτήσω έναν άγνωστο με γελαστά καταγάλανα μάτια και άγρια μαύρα γένια, κάνοντας νοήματα:
“Podgorica through Nikšić ;”
για να βρω το δρόμο κι εκείνος θα επιβεβαιώσει τη διαδρομή
και θα με διορθώσει με την τραγουδιστή του διάλεκτο, τονίζοντας τα γράμματα μετά το ρο:
“Ποντγκορίτσε. Ποντγκορίτσε…” Όχι Ποντγκόριτσα εδώ. Ποντγκορίτσε.
Μ’ αρέσει, ξέρεις. Ποντγκορίτσε… Η πόλη όπου θα επιστρέφω. Πάντα. Μέχρι…
Καληνύχτα. Είν’ αργά.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος, του fanzin της Locomotiva Cooperativa το 2019 και συμπεριλαμβάνεται στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή “Συναντήσεις με αγνώστους”.

Λι Μπάι, Άρωμα από μακριά φτάνει ώς εδώ

Κι ήταν γεμάτο λουλούδια το δωμάτιό μου
όταν η ομορφιά ήταν εδώ μαζί μου.
Δεν υπάρχει πια. Μόνο τ’ άδειο κρεβάτι έμεινε.
Το πάπλωμα το κεντητό διπλωμένο κι αυτό.
Δεν με πιάνει ύπνος.
Τρία χρόνια πέρασαν, μα το άρωμά της μένει.
Αλλά πώς γίνεται και δεν φεύγει κι αυτό;
Μήπως σημάδι είναι
ότι η αγάπη μου θα γυρίσει πάλι κοντά μου;
Πόσο μου λείπει
ενώ γύρω μου πέφτουν τα κίτρινα φύλλα
κι η πάχνη της αυγής νοτίζει τα πράσινα μούσκλια.

Ο Λι Μπάι συγκαταλέγεται στους πλέον αντιπροσωπευτικούς ποιητές της Κίνας. Γεννήθηκε το 701 μ.Χ. στο Τσαγκ Μινγκ της επαρχίας Σιτσουάν. Επί δεκαετίες περιπλανήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Ως απόλυτος νομάς, ως μοναχός των δασών και των λιμνών, άγγιξε την ωραιότητα της Φύσης, αλλά ταυτοχρόνως και τον σκοτεινό πυρήνα της. Υπήρξε κατεξοχήν δεξιοτέχνης των εφαρμογών της παραγωγικής μεταφοράς. Η όλη διαχείριση της εσωτερικότητας των λεκτικών του σχηματισμών θεωρείται προ πολλού αρχετυπική. Η οντολογική πτυχή του έργου του μελετάται διαχρονικά. Παραμένει πράγματι αξεπέραστος σε πολλά. Η επαναπροσέγγιση του έργου του μέσα από τις μεταφράσεις του Γιώργου Βέη, που έζησε κι εργάστηκε οκτώ χρόνια στην Κίνα, συνιστά ασφαλώς καλοδεχούμενη ευκαιρία ξενάγησης σε σινικά τιμαλφή λόγου.

Λι Μπάι, Ποιήματα, εκδ. Σμίλη
Απόδοση: Γιώργος Βέης

Νίκος Πριόβολος, Δύο ποιήματα

[November Song]

Σήμερα έχει ήλιο
ένα φως που σκορπίζει χαμόγελα σ’ ερημικές τάξεις
μια υποψία κιμωλίας
πρώτες μέρες του Νοέμβρη
Η καθηγήτρια της ιστορίας κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι
ο μαθηματικός τρεκλίζει ψελλίζοντας
όρια π’ απειρίζονται τείνοντας στο μηδέν
απ’ αριστερά ή από δεξιά είν’ αδιάφορο
Το προαύλιο σιγά σιγά γεμίζει
με δάνειες οσμές απ’ εφηβικά όνειρα
προσμονές κι έρωτες
αναπνέει ανυπόμονα στη θέα και μόνο
Εξασφαλίζει ένα είδος ποιητικής ασυλίας

(Απολιτίκ) καταλήψεις
πενθήμερες εκδρομές
πανελλήνιες εξετάσεις

Η τελετουργία π΄ οδηγεί στον ενήλικο κόσμο

*
[November Song – 2]

Με τόσο θυμίαμα απ’ τα μέσα ενημέρωσης
κάποιοι επίδοξοι συγγραφείς
αναδύουν λιβάνι απ’ τις σελίδες τους
Δεδομένη η ύπαρξη των βιβλίων τους στη λίστα των ευπώλητων
όπως κι οτιδήποτε καταναλώνεται απ΄ τους ιθαγενείς αυτού του τόπου

Αν κάποιος ψάχνει απαντήσεις δε θα τις βρει εκεί
υπάρχουν πάμπολλα άλλα π’ ανατροφοδοτούν με νέες ερωτήσεις

Γιατί κάθε βιβλίο δεν είναι παρά η πηγή π’ αρδεύει κάθε επόμενη ερώτηση

Όπως κάθε Νοέμβρης από το ’73 και μετά δε θα ‘ναι ποτέ ίδιος

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Κατερίνα Κολιοπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΥΣΙΑ

Όπως θρόιζαν τα φύλλα
στον κίτρινο δρόμο της νύχτας
θυμήθηκα
το σούσουρο της φωνής σου
τα πρωινά τραγούδια στην μπανιέρα
το χτύπημα στο κουδούνι
δυο τρεις καλές κουβέντες
κι ένα σημάδι στο στήθος

Θε μου, πόσο μόνοι είμαστε
ενώ σφυρίζουνε τα φύλλα
εγώ να σε θυμάμαι

*

ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ

Όχι όχι!
Δεν με πείραξε που είμαι
αριθμός
ούτε και με πειράζει
η μονάδα

Είναι η όχληση του λιακωτού
που μου τη δίνει
Αυτή η αίσθηση της αθεράπευτης προστασίας:
αλεξίσφαιρες βιταμίνες
αλεξίπονη πράξη
αλεξικέραυνα μνήμης

Σταματήστε πια!
Δεν φιμώνεται η βροχή

*

ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

ένα στόμα
χασμουριέται
όλο και μεγεθύνεται
όλο και ξεχειλώνει
μια μαύρη τουλίπα

στα πρώτα δόντια
λαχταρά παγωτό παυσίπονο
η κρέμα λιώνει μετά
γαργαλάει το σώμα
τη γλώσσα παγώνει
δεν βγάζει κιχ

μουδιασμένα χείλη
πάνω σε χαρτί
(ενός πνιγμένου οργασμού το αχ
το κρίμα της ποίησης σήμερα)

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2022.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Τέσσερα ποιήματα

ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΥΣΤΟΛΗ

Αυτό που κρατάς στο χέρι σου
είναι η καρδιά μου,
μια χειροβομβίδα απασφαλισμένη.

Κράτα την παλάμη σου κλειστή,
σφίξε τα δάχτυλα με όλη τη δύναμή σου.
Αυτό που κρατάς στο χέρι σου,
καλύτερα να λιώσει παρά να εκραγεί

*

ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟΠΙΟ

Δες μας τώρα.

Ουρανός εσύ, θάλασσα εγώ
αναζητούμε μάταια
έναν ορίζοντα να συναντηθούμε

*

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ

Οι τρεις τελείες
που θα μπουν στο παραμύθι μας
δεν θα αποσιωπούν

μα θα φωνάζουν

Ότι κανείς δεν ζει καλά
όταν το βιβλίο κλείσει.

*

ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ

Γεννήθηκα φθινόπωρο
κι έριξα τα φύλλα μου βιαστικά
μένοντας γδυτός
μες στην υπόσχεση της βροχής.

Τώρα
που το φθινόπωρο πέρασε
κι ο χειμώνας λεηλατεί
το απογυμνωμένο δέρμα μου

έχω πια πειστεί
ότι η φύση με ξεγέλασε’ ότι

βιάστηκα να ξεγελαστώ

*Από τη συλλογή “Σεπτέμβρης Νέα Επαφή”, εκδ. πρότζεκτ ερσίλια, Αθήνα 2022.

Billy Collins, Μη βασανίζετε τα ποιήματα δε πρόκειται να ομολογήσουν

Τους ζητώ να πάρουν ένα ποίημα
και να το κρατήσουνε ψηλά στο φως
σαν φιλμ χρωματιστό

ή ν’ ακουμπήσουνε το αυτί τους στο μελίσσι του.
Λέω, ρίξτε ένα ποντίκι μες στο ποίημα
και δείτε το ν’ αναζητά την έξοδο,

ή περπατήστε στο δωμάτιο του ποιήματος
ψαύοντας τους τοίχους για το φως.

Θέλω -τους λέω- να κάνετε θαλάσσιο σκι
στην επιφάνεια ενός ποιήματος
γνέφοντας στ’ όνομα του συγγραφέα στην ακτή.

Μα το μόνο που θέλουν να κάνουν
είναι να δέσουνε το ποίημα με σχοινί σε μια καρέκλα
και να το βασανίσουν μέχρις ότου ομολογήσει.

Ξεκινούν να το χτυπούν μ’ έναν σωλήνα
ώστε να μάθουν τι πραγματικά σημαίνει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://poiitariato.blogspot.com/2021/01/blog-post_26.html

Ένας ποιητής σε αναζήτηση ταυτότητας 

Για την ποιητική συλλογή Ταυτότητα του Γιώργου Μπακλάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν (Ιούλιος 2022)

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μπακλάκου με τον τίτλο Ημιυπόγειο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2017. Λίγα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η Ταυτότητα (Ιούλιος 2022), από τις ίδιες εκδόσεις συνεχίζοντας το όμορφο ταξίδι στην ποίηση που ξεκίνησε πριν λίγα χρόνια. Σε σχέση με την πρώτη του απόπειρα ο ποιητής έχει αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του και παράλληλα έχει κάνει βήματα στην ανάπτυξη των εκφραστικών του μέσων. Αξίζει να διαβάσετε τα δύο βιβλία μαζί με τη χρονολογική σειρά που κυκλοφόρησαν για να διαπιστώσετε την εξέλιξη στη γραφή του δημιουργού.
Ο κοινωνικός, ηθικός, ψυχολογικός και βαθύτατα φιλοσοφικός προβληματισμός που αναπτύχθηκε στο Ημιυπόγειο βρίσκεται και εδώ. Αυτή τη φορά όμως ο Μπακλάκος κάνει κι ένα βήμα παραπέρα. Θα επιχειρήσει μια ανατομία της εποχής και των ανθρώπων που είναι φτιαγμένοι από πλαστελίνη (Σύγχρονες ανθρώπινες αξίες), που αναφωνούν ότι «Κι είμαστε πάλι εκεί./ Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο» (Εποχή) Την ίδια στιγμή, ο ποιητής δεν αδιαφορεί «για εκείνους που δεν κάνουν έρωτα/ παρά σαν άγρια θηρία παλεύουν» (Για κείνους που δεν κάνουν έρωτα). Από την Ταυτότητα δεν λείπουν τα ποιήματα για την ποίηση που δεν μπορούν να πείσουν με «Λέξεις τριμμένες στη φθορά της χρήσης» (Άπιστα λόγια) χωρίς να απουσιάζει από εδώ μια ενδοσκοπική και κοινωνική ματιά. Με λίγα λόγια, στο στόχαστρο του ποιητή μπαίνουν η αποξένωση, η απώλεια και η εκποίηση του ανθρώπινου περιβάλλοντος και συναισθήματος. Όλα τα παραπάνω οδηγούν σταδιακά στην αναζήτηση μιας υπό διαμόρφωση ταυτότητας.
Διαβάζοντας την Ταυτότητα σκέφτομαι μεταξύ άλλων εάν ο άνθρωπος (ο ποιητής, εσύ που διαβάζεις αυτό το σχόλιο, ο οποιοσδήποτε) αναγνωρίζει την ταυτότητα του όπως έχει διαμορφωθεί από τις διάφορες συνθήκες κι επιλογές. Ίσως το ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ανήξεροι» να δίνει μια απάντηση σε αυτό. Γράφει ο ποιητής: Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι./ Μόνο σημάδι ενθύμησης η Ακρόπολη/ που στέκει πάνω απ’ τη Νεκρόπολη./ Οι σοφοί κουκουλωμένοι στο πιθάρι,/ εγώ στο πληκτρολόγιο κάνω το παλικάρι/ κάθε μέρα περισσότερο κραυγάζω/ να πείθομαι πως έτσι αλλάζω./ Θα φύγω δίχως να περάσω απ’ την ευθύνη/ κατηγορώντας άλλους που τίποτα δεν έχει γίνει/ αδιαφορώντας για το μόνο που άφησα σημάδι/ της ιστορίας πως ήμουν το ξεφτισμένο υφάδι./ Λέμε δεν πήραμε χαμπάρι.
Αναζήτηση ταυτότητας
Η δύσκολη μεταβατική εποχή που διανύουμε απαιτεί από κάθε κοινωνικό, καλλιτεχνικό και γενικότερα ανθρώπινο υποκείμενο να τοποθετεί απέναντι στα κρίσιμα ζητήματα που κάθε ώρα και στιγμή βρίσκει μπροστά του. Είναι μια εποχή τεράτων όπου ο παλιός κόσμος πεθαίνει ενώ ο καινούργιος παλεύει να γεννηθεί, για να θυμηθούμε τον μεγάλο μαρξιστή επαναστάτη Αντόνιο Γκράμσι. Ο ποιητής της Ταυτότητας αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης του. Προσπαθεί να ορίσει το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου (του εαυτού του) ή/και του συνόλου (της γενιάς του, της κοινωνίας, των ανησυχιών του). Καταλήγει ότι υπάρχουν παραπάνω από μία ταυτότητες αλλά και μια δύναμη που κατά περίπτωση μπορεί να κρατήσει το εκάστοτε υποκείμενο σε μια θέση αδράνειας.
Το παρελθόν και η ιδιαίτερη δυναμική του έχει το ρόλο του στην αναζήτηση του ποιητή ενώ διαμορφώνει την κριτική θέση του απέναντι στα διάφορα ζητήματα παράλληλα με άλλους παράγοντες. Η Ταυτότητα του Μπακλάκου έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα κατά περίπτωση χωρίς όμως να περιορίζεται σε ένα στείρο διδακτισμό όπως συναντάμε σε διάφορα έργα ομότεχνων του. Αυτό αξίζει να σημειωθεί γιατί αναπαράγει έντεχνα της καλύτερες παραδόσεις της ποίησης μας. Για όλους αυτούς τους λόγους η Ταυτότητα πρέπει να διαβαστεί. Συμπερασματικά, ο ποιητής καταφέρνει όχι μόνο να βρει την ταυτότητα του αλλά και να την επανεφεύρει με επιτυχία. Καλεί κι εμάς στην ίδια αναζήτηση, στον ίδιο αγώνα. Αν υπάρχουν μαύρες καταστάσεις όπως αναφέρει το ομώνυμο ποίημα (Το χειρότερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είναι οι καταστάσεις./ Σε ωθούν στα χειρότερα σκοτάδια του εαυτού σου,/ δημιουργούν τις πιο αηδιαστικές ανθρώπινες πράξεις.), υπάρχουν και ο φωτεινές εξαιρέσεις.
Πέρα όμως από τις ιδέες πίσω από την Ταυτότητα βρίσκεται, πιστός σύντροφος και οδηγός, η ποιητική γραφή και γλώσσα του δημιουργού. Άλλωστε η ποίηση δεν είναι τίποτα χωρίς αυτά τα στοιχεία. Θα διαβάσουμε ποιήματα ολιγόστιχα έως μεγαλύτερες συνθέσεις, με απλή, κατανοητή γλώσσα, που δεν περιορίζονται σε διάφορα παιγνίδια φτηνού εντυπωσιασμού. Έτσι κι αλλιώς ο ποιητής δεν θέλει να πει τίποτα άλλο από την αλήθεια όπως την βιώνει πέρα και μακριά από εξαρτήσεις, περιορισμούς, λυρικά στολίδια χωρίς ουσία και νόημα. Κατ’ επέκταση δεν επιτρέπει στον εαυτό του να χαριστεί σε κανέναν. Ούτε στους συναδέλφους του ποιητές και λογοτέχνες. Η απόδειξη βρίσκεται στο ποίημα που ακολουθεί. (Και τώρα τι κάνουμε;/ Είπαμε όλες τις λέξεις,/ εξαντλήσαμε κάθε στυλ,/ βιάσαμε όλες τις τεχνοτροπίες,/ χρησιμοποιήσαμε τα εκφραστικά μέσα,/ σαρώσαμε τα λογοτεχνικά βραβεία./ Τι απομένει;/ Μήπως να πούμε την αλήθεια; (Λογοτέχνες)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Πριν τ’ όνειρο νεκρός
Μετά από δαύτο ξύπνιος.
Αφήστε με εκεί.

ΕΠΟΧΗ

Στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη

Κι είμαστε πάλι εκεί.
Όπου η δύναμη θα συντρίψει το δίκιο
Το πισώπλατο θα μαχαιρώσει το αντρίκειο
Η απληστία θα καταλύσει τη λογική
Οι λίγοι θα θέλουν ακόμα πιο πολύ
Αδιαφορώντας αν πεθαίνουν οι πολλοί
Κι ο κόσμος μια ματωμένη οιμωγή
Στων ειδήσεων την εκφοβιστική αγωγή.

Τ’ ΑΔΥΝΑΤΑ

Να σταθεί το βουνό στη σκιά του βράχου,
Να πνιγεί η θάλασσα μέσα σε μια σταγόνα,
Να ξεριζωθεί η ιδιοτέλεια από τον έρωτα,
Να μισηθούν συνολικά οι άνθρωποι
Καθώς αγαπιούνται ξεχωριστά ένας ένας,
Να γίνει χώμα ο ουρανός και σύννεφο η γη.
Αυτά θα ήθελα να δω, έτσι για πλάκα.

Ευθύμης Λέντζας, Δύο ποιήματα

Θέλω να είμαι όμορφος όπως η βραδινή βροχή. Ώρα αιχμής στην Αθηνάς με τις πολλές φωνές, με τους αμνούς κρεμάμενος. Απ’ την πλατεία Κοτζιά ως την Ομόνοια – αριστερά στο μέρος της καρδιάς σαν πάθος πάντα όρθιος. Φθινοπωρινό μου πένθος, ένα βαρύ παλτό, στην πλάτη ο σάκος ανυπόφορος. Με τον ιδρώτα στο μέτωπο – μυρωδικά των Εξαρχείων∙ άγνωστα σώματα∙ κανείς δεν ξέρει το όνομά σας. Στην Πατησίων με φτερούγες από σίδερο, αναπηρικά καρότσια συστέλλοντας το σούρουπο. Το στήθος μου τυλίγουνε οι στεναγμοί των δρόμων. Λειψές μεζούρες οινοπνεύματος∙ τα τόσα «δεν», τα «μη», τα «αν», τα «ίσως» που μας στέρησαν το όνειρο. Μια αγάπη σαν ψηφιδωτό. Τα ρέστα μου για ένα εισιτήριο∙ γεύσεις του απογεύματος με ζωηρόχρωμα μαλλιά, σύρματα, νεραντζιές και τρόλεϊ. Είμαι στον ήλιο ένα φιλί, χάδι στο κάθισμα ενός που ήταν μόνος. Οι βιτρίνες επιστρέφουν το πρόσωπό μου∙ οι λεπτοδείχτες το τέλος της μέρας.

*

Θέλω να είμαι ακίνδυνος όπως το σύννεφο για το βουνό∙ θάλασσες που δε γνώρισα να γνωρίσω. Στη χαράδρα να βρω την ηχώ μου, ψηλαφώντας τις φλέβες να υψωθώ στο φως. Όλα τα κόκαλά μου: άνθη στον κήπο με τις κακές σιωπές. Αφύλαχτα βάθη που μου δόθηκαν χάρισμα∙ να ανεβαίνω, να μην σταματώ, πάλι να κατεβαίνω σημαδεμένος σα χαρακιά στη νύχτα. Ζωή μου από νερό και δρόμο. Κρεβάτι μονάκριβο στο λόφο με τα κυπαρίσσια. Όμορφα θα ’ναι κοντά στο θεό. Όλα τα άλλα χαμένα στο αίμα. Χείλια και μάτια∙ στόμα που πέφτει από τον ουρανό. Ψυχή μου στον απέραντο φράχτη, συλλογίσου το άπειρο.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/04/11/2-ποιήματα-ευθύμης-λέντζας/#like-6447

Richard M. Berlin, Υπαρξιακή κρίση

Ένας στρατιώτης της Ένωσης αναπαύεται
πάνω σ’ ένα κασόνι φτιαγμένο από πεύκο,
η δεξιά του γροθιά ακουμπά
σε μια δέσμη φύλλων χαρτιού στο μηρό του
το βλέμμα του στοχεύει στο βάθος
της γαλάζιας ομίχλης,
μη δίνοντας καμιά σημασία
στο ακρωτηριασμένο πόδι που ακόμα
ντυμένο με τη μπότα και το παντελόνι
ξεπροβάλλει απ’ τη σκηνούλα πίσω του.
Προσπαθώ να φανταστώ τη ζωή του στρατιώτη–
ίσως να ’ναι ένας γιατρός που γράφει
την αναφορά του απ’ το πεδίο μάχης,
ή ένας ποιητής σαν τον Walt Whitman
που ονειρεύεται τον επόμενο λυπημένο στίχο
πριν επανέλθει στα καθήκοντά του
να φροντίσει τους πληγωμένους
και να σκεπάσει τους νεκρούς.
Τα μάτια μου εντοπίζουν κορδέλες
μαύρου πυκνού καπνού απ’ τις φλόγες
της φωτιάς που ζεσταίνει
τον οχυρωμένο καταυλισμό του,
περνάω δίπλα απ’ τους σωρούς γαλέτας,
και απ’ τα καθαρά σεντόνια
που κυματίζουν σαν αυτοσχέδιες κουρτίνες
σε μια σκηνή θεάτρου,
όπου μια μπάντα χάλκινων πνευστών παίζει
για τους εξαντλημένους συντρόφους
ενώ τα επαναστατημένα στρατεύματα
διασχίζουν σε σχηματισμό
τον ήρεμο Rappannock,
και οι στάχτες απ’ τις μακρινές μάχες
αναμιγνύονται με τα φουσκωμένα σύννεφα.
Λένε ότι οι στρατοί αντάλλαζαν τραγούδια
μερικές φορές ταυτόχρονα, για να σκεπάσουν
το τραγούδι της άλλης πλευράς,
αλλά ένωναν τις δυνάμεις τους
για να τραγουδήσουν στο τέλος
το ‘‘Σπίτι, αγαπημένο σπίτι’’
έως ότου οι τελευταίες νότες έσβηναν,
και η μόνη μουσική που παρέμενε
υψωνόταν με τους συριγμούς
και τα κρακ της φωτιάς μαζί με τα βογγητά
των πληγωμένων στρατιωτών. Εάν μπορούσα
να μπω σ’ αυτό το σκηνικό, αναρωτιέμαι
ποιος θα ’μουν –ο επαναστάτης που κάποτε
δοκίμασε να φορέσει τη στολή του
αλλά τη βρήκα πολύ φαρδιά για να μου ταιριάξει,
ο στοχαστικός γιατρός που έγινα,
με τα πρωτόγονα εργαλεία του
που παρέμειναν στομωμένα σαν τη λεπίδα
του πριονιού του Εμφυλίου Πολέμου,
ο ποιητής που μ’ ένα μπλοκ από γαλλικό χαρτί
μελετά τα σύννεφα για να βρει νέες μεταφορές,
ή ο μουσικός που εξασκείται σε μια μελωδία
που οι νότες της διαλύονται χωρίς τύψεις
στο ματωμένο αέρα, που μόνο αυτός τις ακούει.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης ’’Home sweet home’’, του Winslow Homer (1836-1910).

**Μετάφραση: Μίλτος Σ. Αρβανιτάκης