Argyris Chionis, Three poems in English

Hands

People rarely know
what to do with their hands
They give them – pretending a greeting- to others
They leave them hanging like nerveless outgrowths
Or – worst of all – they throw them in their pockets where they stay forgotten

In the meantime so many bodies are left uncaressed
So many poems unwritten

*”Word landscapes” (1983)

*

From inner landscapes

Joys are birds said a Chinese wise man
and the stronger they are the further they fly away.
Sorrows are trees and the bigger they are
the deeper roots they grow.

Man is soil.
Deep inside him sorrows spread roots
and he sees the joys fly away so far away from him.

*

Between my fingers
and your flesh,
no matter how tightly I hold you,
burrows time.

*

The Wood Was Just Right

The wood was just right
for us to make a house or a boat
beautiful cypress wood, aromatic,
we made a boat and we disappeared

*Translation: Allegro Shartz & Nanos Valaoritis.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Κρατά γερά τα σίδερα

Κρατά γερά τα σίδερα
για τους απέξω είναι μια κατάρα
ένα βδέλυγμα κάτω από τις αναμάρτητες σόλες
της άρχουσας τάξης
μια ντροπή στριμωγμένη κάτω από το καπάκι
της κατσαρόλας του σπιτιού
την ώρα που βράζει το νερό
κι ένα κομμάτι στήθους μέσα του πνίγεται.

Κρατά γερά τα σίδερα
για τους από μέσα είναι ζώο ακατανόητο
ζώο αχαλίνωτο πάνω στο λιγοστό χόρτο της στέπας
κομμάτι από τη μερίδα του λέοντος
που έφτυσε σιχτιρίζοντας για το σφιχτό μας κρέας
πληγή υιοθετημένη από ανθρωποφύλακες
που τακτικά διαβάζουν φωναχτά τα δικαιώματά μας
αυτά τα αλληλοβορά παραμύθια που μας κυνηγούσαν
κάτω από την ποδιά της ραγισμένης γιαγιάς
που μόνο αυτή μας κρατούσε από το χέρι
στην ίδια όχθη παραθεριστές.

Κρατά γερά τα σίδερα
ανάμεσά τους να χωρέσει το δικό του φυσικό διάστημα
το πεντατονικό του σύστημα που μόνο τούς δυσκολεύει
σίδερο κι αυτό ανάμεσα στα σίδερα
πόλεμος ποιο πρώτο θα λυγίσει.

*Από τη συλλογη “φαγώσιμα”, εκδ Έναστρον, Μάης 2022.

Ζωή Καραπατάκη, Εφηβικό

Δεν έχω γράψει για τον πατέρα μου
θάνατος ξαφνικός – νωρίς
μ’ όλα τα συνεπακόλουθα.
Μεσ ‘ το πένθος τότε -των δεκαπέντε χρόνων-
σκάρωσα δυο μικρά ποιήματα,
μόνο έτσι μπορούσα να το παλέψω.
Μόνιμη εικόνα στη μνήμη:
τσιγάρο, καπνοί, νύχτα, αϋπνία.
Το εμπόριο δεν είναι για όλους.

Και τα θραύσματα από κείνα τα πρωτόλεια,
να τρέχουν πάντα γύρω απ’ το πρόσωπό του:

…”ένα μαύρο σημάδι στο βάθος
με καλεί
δεν έχω άλλη επιλογή
όλοι οι δρόμοι
οδηγούν εκεί”.

…”τ’ αστέρια σβήσαν,
οι φραγκοσυκιές χάσκουν
κι ο ουρανός ψήλωσε
ώσπου χάθηκε”.

Βάλια Τσάιτα – Τσιλιμένη, Τρία ποιήματα

ΚΑΛΠΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ

Σε μια νύχτα γύρισαν το σώμα τους ανάποδα
Τίναξαν με μανία όλα τα μέλη τους, ν’ αδειάσουν
Ήταν εκείνα· το βρήκαν
Έπεσε απ΄ το βάθος σαν το τελευταίο απ΄ όλα τ’ αντικείμενα
Θριαμβευτικό

Ονόμασαν όλες τις τους τις λέξεις
Γλίστρησαν υγρές, μεταλλικές·
Η αξία του ένας κάλπικος μύθος – να τον αντικρίσουν
κατάματα,
να τον εκμηδενίσουν

*

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Ελάσσονα στους αιώνες ποιητή,
φέρε μου απ’ τα ερείπια το τυφλό χέρι
της μητέρας που οσμίζεται από ένστικτο –
το δάκρυ και μέσα από στοές, σκιές
και στρογγυλά περάσματα φτάνει και το θωπεύει.

Το θρόισμα της μνήμης στο δέντρο του καιρού
Τη λησμονιά προδίδει, το χρώμα τ’ ουρανού

*

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΥΛΗ

Η αυλή με τις κόκκινες ανεμώνες έστηνε κάθε πρωί
απ΄την αρχή τον κόσμο
έξω από σύνορα, κραυγές και μάχες

Μάχες μονάχα στα ξύλινα σπαθιά
των αγοριών, στις παραβιασμένες φωλιές
των πουλιών, στη γάτα που τρύπωνε αθόρυβα
στους κήπους και σκάλιζε το γέλιο μας
και την καρδιά μας

*Από τη συλλογή “Άγρια χόρτα”, εκδ. Κίχλη, 2017.

Χ.Π.Σοφίας, Έξι ποιήματα


Σχέδιο: Χ.Π.Σοφίας

ΝΟΣΤΟΣ ΕΝΟΣ ΧΡΩΣΤΗΡΑ

Πεθύμησα το ταπεινό ξόδεμα του προσώπου σου

των αποδημητικών ματιών το ακρογιάλι
των έφηβων χρωμάτων τον υμένα
το μυστικό σκήνωμα το λαχάνιασμα

*

ΠΡΩΙΝΟ

Πολύχρωμα βότσαλα γεύονταν
την αναμονή του ξεχασμένου

νερολούλουδα μιλούσαν με πουλιά

ένα κορίτσι πρόσεχε το μπλε

*

ΔΩΜΑΤΙΟ [1]

Ένα δωμάτιο ιερό δίχως καθρέπτη
Ρημαγμένο ανατολικό με πεταλούδες
Εκεί κάποτε προσευχόταν ο έρωτας

*

ΛΙΓΟ

Άδειασα τον καθρέπτη
Την άθεη μοναξιά του

Για λίγο αγαπάμε
Έπειτα θυμόμαστε

*

ΧΩΡΑΦΙ

Ένα χωράφι δίχως νερό
σπαρμένο με πέτρες κληρονομήσαμε
τις πέτρες τις κάναμε αγάλματα
και το χωράφι το πουλήσαμε

*

ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ

Ένα φαρμακείο
μέσα στη νύχτα
φροντίζει τη μοναξιά των πουλιών

Από ένα ευαγγέλιο
ένας ποιητής ξεπατικώνει
την ξενιτειά των ανέμων

*Από τη συλλογή “εαυτόν άγνωστον”, εκδ. Κουκκίδα, 2022.

Αλέξανδρος Τσώτσος, Στοιβαχτήκαμε! φώναξαν οι ανόητοι

Κενά αέρος
Χαραγματιές
Σαδιστικές αποπνίξεις
Τσάκισμα και μαράζωμα∙
Κυρίως το τελευταίο.
Μονάχα αυτό.
Σήψη.

Ήταν σαν να το επιδίωκαν
Σαν οι ίδιοι εκείνοι ανόητοι
Να ζήτησαν να πνιχθούν.
Στιγμιαία αποκτούσαν συνείδηση
Κι αμέσως την έχαναν πάλι.
Γιατί; φώναξε ένας από δαύτους
Γιατί μας κλέβετε το οξυγόνο μας;
Γιατί δεν …

Οι άλλοι
Ούτε χαίρονταν, ούτε λυπούνταν
Ούτε ζούσαν, ούτε ήταν κι εντελώς ψοφίμια
Υπέμεναν τη διαδικασία
Απλά και τυπικά.
Ως την πλήρη αποπεράτωσή της.

Ύστερα ήλθαν οι επόμενοι.
Μα ούτε και τώρα έγινε φανερή
Η αιτία του στοιβάγματος.

Μόλις τελείωσε κι ο τελευταίος από τους ανόητους
Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνουν οι δήμιοι
Οικειοθελώς πιάστηκαν και πνίχτηκαν μεταξύ τους.
Ως τον εντελή χαμό τους.

Nicanor Parra, Ανακαλώ όλα όσα είπα

Πριν αποχαιρετήσω
Εχω μια τελευταία επιθυμία:
Γενναιόδωρε αναγνώστη
κάψε αυτό το βιβλίο
Δε λέει εκείνο που ήθελα να πω
Μόλο που γράφτηκε με αίμα
Δε λέει εκείνο που ήθελα να πω.

Η κατάσταση δε γίνεται πιο θλιβερή
Με νίκησε ο ήσκιος μου:
Με εκδικήθηκαν οι λέξεις.

Συγχώρα με αναγνώστη
Καλέ αναγνώστη
Που δεν μπορώ να σε αποχαιρετήσω
Μ’ έναν πιστό εναγκαλισμό:
Αντίθετα σ’ αφήνω
Μ’ ένα βεβιασμένο και λυπημένο χαμόγελο.

Μπορεί να μην είμαι άλλο από εκείνο
Αλλά άκουσε τον τελευταίο μου λόγο:
Ανακαλώ όλα όσα είπα.
Με την πιο βαθιά πίκρα του κόσμου
Ανακαλώ όλα όσα είπα.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Σαρκάζω το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψω το βίωμα και την εποχή

(Νικόλας Κουτσοδόντης, Χαλκομανία, Εκδόσεις Εντύποις, Αθήνα 2017)

Παναγιώτης Μηλιώτης­*

Γεννημένος με ιαχές φιλάθλων στην εθνική επιτυχία / -ο πατέρας έκλαιγε πραγματικά στο επίτευγμα- / θερμοκοιτίδας θαλπωρή τονε συντρόφευε ως τη βαθειά εφηβεία / στην φυσαλίδα που ο κόσμος μας ημέρευε.

Οι παραπάνω στίχοι είναι απ’ το πρώτο ποίημα, της πρώτης ποιητικής συλλογής του Νικόλα Κουτσοδόντη: Χαλκομανία, κι αποτυπώνουν την αντίφαση ανάμεσα στην ύπαρξη του ανθρώπου, εννοώντας τις σωματικές, ψυχικές ικανότητες του ανθρώπου και τις ξεπερασμένες κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις. Η ολόπλευρη ανάπτυξη του ανθρώπου συνθλίβεται μ’ έναν τρόπο όχι κραυγαλέα ορατό, μ’ έναν τρόπο τον οποίο δεν αντιλαμβάνονται οι «φίλαθλοι». Και πώς να τον αντιληφθούν αφού η εποχή γέννησης του ποιητή ήταν μια εποχή ανάπτυξης που ενσωμάτωσε τα «οπαδοποιημένα» θύματά της.

Έτσι, ξεκινά η πρώτη ποιητική συλλογή του Νικόλα Κουτσοδόντη η οποία συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα του περιοδικού Αναγνώστη τον Μάιο του 2018. Αφετηρία: ο προσδιορισμός της εποχής που γεννήθηκε αποκαλύπτοντας ότι η ανάπτυξη και η θαλπωρή στον καπιταλισμό είναι τυπική ποτέ ουσιαστική: Σ’ όλη την παιδικότητα άρχοντες, ρούχα και Free Willy / και ήταν να ωριμάσουμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι. Είναι να σε κυριεύει ανατριχίλα, τουλάχιστον όλους εμάς που αισθανθήκαμε ότι ωριμάσαμε σαν περιττοί, σαν ψύλλοι και είναι πιστεύω και η αιτία που κάποιοι από εμάς κυριευμένοι από τούτο το αίσθημα αποφασίσαμε ν’ αντιστεκόμαστε και να ωριμάζουμε καταλαβαίνοντας με κόπο τους μηχανισμούς χειραγώγησης της συνείδησης κατά την ενηλικίωση μέσα σε μια εποχή φαινομενικής θαλπωρής και φροντίδας. Ο Κουτσοδόντης δημιουργεί μ’ έναν πολυσύλλαβο, ιαμβικό στίχο, τον κατεξοχήν ρυθμό της προφορικότητας. Με τόνο σαρκαστικό κι οξύ σχεδόν στα όρια της αυθάδειας αναγγέλλει με τρόπο οραματικό: Όταν χτυπά η καμπάνα / οι ζωντανοί δεν έχουν απώλειες / -μην πάει το μυαλό σας κατά κει. / Μόνο τα παιδικά μας χρόνια βάζουν άμφια / και τα βαθιά χαμόγελα των ιερέων / μπουκώνουνε με λίπος. Ακόμη ένα εύστοχο ποίημα του Νικόλα Κουτσοδόντη για τα παιδικά χρόνια. Φυσικά σε νεαρή ηλικία δύσκολα εκφράζεσαι με στίχους γνήσιους σχετικά με το φυσικό θάνατο, ο οποίος ταλανίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Όμως ο ποιητής «προσπερνά» το φυσικό θάνατο, όχι μόνο λόγω βιολογικής ηλικίας αλλά και φιλοσοφικής θέσης. Γι’ αυτό κι ο Κουτσοδόντης δίνει προτεραιότητα στον κοινωνικό ενταφιασμό των παιδικών μας χρόνων. Προφανώς κι εννοεί την αλλοτρίωση. Ετούτο το θάνατο συνειδητοποιεί ο Κουτσοδόντης και θέλει με τους στίχους του ν’ αποκαλύψει σ’ εμάς που τον διαβάζουμε τις πολλαπλές του όψεις. Αντιστέκεται με πείσμα και με σαρκασμό μπροστά στο κακό, στο άδικο και στο ξεπερασμένο, σε κάθε παρουσίαση του ως λογικό κι αναγκαίο: Έκανα χάρτινες γροθιές τα ποιήματα / και γέμισα τις μπότες· / άρχισαν ανεξέλεγκτα να περπατούνε δίχως πόδια. Πήρανε κάπως έτσι την πορεία τους τα πράγματα / καθώς οι άγριοι κολπίσκοι/ χλευάζουνε κυματοθραύστες.

Ο ποιητής δεν αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, η γλώσσα του δε χρωματίζεται με ρομαντικές, νοσταλγικές πινελιές κάποιας καλής εποχής, ούτε φαίνεται να «μοιρολογεί» για την επαγγελματική ή προσωπική αποτυχία. Τι φυλλομετρώ σβησμένες μέρες; Αναρωτιέται και ο ίδιος. Ο Κουτσοδόντης στέκεται μαχητικά στην αποτυχία του και αναπτύσσει έναν πολεμικό τόνο αποκαλύπτοντας τα κοινωνικά αίτια. Σαρκάζει το βίωμα και την εποχή για ν’ αποκαλύψει το βίωμα και την εποχή: Χαλκομανία στον καθρέφτη / και η φάση πήρε την πορεία / άτακτου πλήθους σε αγώνα μ’ επεισόδια. Οι παραπάνω στίχοι είναι καταληκτικοί από ένα ποίημα που έχει έντονα το αισθησιακό στοιχείο, ωστόσο, προεκτείνονται ως τη σφαίρα του κοινωνικού. Για τον Κουτσοδόντη η ποίηση είναι μία κι ενιαία όπως ένας κι ενιαίος είναι ο κόσμος που μας περιβάλλει.

Επίσης, οφείλω να σημειώσω ότι ο Κουτσοδόντης δε σαρκάζει όλες τις βαθμίδες των βιωμάτων του . Δεν παραιτείται από το λυρικό αίσθημα και την βαθύτατη ειλικρίνεια και τρυφερότητα που τον διακρίνει, κι ας γνωρίζει το ακατανόητο των ανθρωπίνων σχέσεων και τη δραματική απόσταση που υπάρχει μέχρι την πλήρωση του προσωπικού του αισθήματος: Μ’ όλο τον κόσμο στην καρδιά καλοβαλμένο / κι ένα στο χέρι ρόδο κόκκινων στιγμών / αξιοποιημένων / τότε μάλλον τότε θα με βρει μια πλήρωση / όρθιο τόσον καιρό και χρήσιμο / που κάθε τριανταφυλλιά να με ζητά / στις ρίζες της να κλαίω.

Φαντάζομαι τα ποιήματα της Χαλκομανίας να διαδραματίζονται σ’ ένα πανόραμα διαδοχικών ή και παράλληλων σκηνών όπου στην πρώτη σκηνή τα πλήθη τρέχουν πανικόβλητα απ’ το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, στη δεύτερη ο άνεργος πτυχιούχος τρώει το πτυχίο του στα Fridays, στην τρίτη ο κόσμος δύει κι ο πόλεμος αρχίζει και στην τέταρτη ένας ποταμός Ινδός κυλά στα Πατήσια και παρασύρει δέντρα, σώματα και δαχτυλίδια αρραβώνων και μαντίλες, κι ανάμεσα σε όλα τούτα ο ποιητής να προσπαθεί ν’ αποκριθεί σε όλα τα γεγονότα της κοινωνικής ροής, να προσπαθεί να στοχαστεί πάνω σε τούτη την ανεξέλεγκτη ροή που γεννά κρίση και πόλεμο άρα άνεργους και μετανάστες, κι ως διέξοδο της ανεξέλεγκτης ροής του λαϊκού πλήθους που ψάχνει λύση επιβίωσης σε μια εποχή δραματικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος· ο ποιητής δε διστάζει να προτείνει την επανάσταση, ως φυσική αδημονία που στον ταχύτερο χρόνο της φαντασίας και της τέχνης μπορεί να την πραγματώνει: Έχω φόρτο ν’ αποτρέψω την ατομική μου ήττα / θα περπατώ στους δρόμους δίχως αύριο / κι απ’ τα στενά θα ξεπηδά το ξεθεμελίωμα / στο δαίμονα να πάτε στυλοβάτες / στο διάολο ικανοί / σωματοποιημένα ομόλογα / ασφάλεια με περούκες και κουρέλια / κριτές με δάχτυλο σπαθί / καθηγητές οικονομίας με Paul Frank / Αμίτες με καινούρια σλόγκαν / απ ’τα στενά θα ξεπηδούνε νεαρά / μεγάλα σφυροδρέπανα / και θα γελώ γερά / ανάμεσα στο πλήθος.

Οι δύο τόποι που αντλεί ο ποιητής ερεθίσματα είναι η Άνδρος και η Αθήνα. Ο ποιητής με γρήγορη εναλλαγή εικόνων αποτυπώνει και προσδιορίζει την κοινωνική συνείδηση του εαυτού του και του εργατικού-λαϊκού κόσμου. Η εναλλαγή των εικόνων είναι επηρεασμένη από την τέχνη του κινηματογράφου. Ο ποιητής ως σκηνοθέτης τραβάει πλάνα είτε μακρινά, είτε κοντινά με το μάτι, συνήθως απ’ το μακρινό μεταβαίνει στο κοντινό κι αποκαλύπτει συμπεριφορές, χειρονομίες, προσδοκίες του ανθρώπου.

Ο ποιητής με τολμηρές μεταφορές, εικόνες κι απροόπτους λεκτικούς συνδυασμούς μπορεί από μια απλή καθημερινή συναλλαγή στην αγορά να αναδείξει την πίεση και τη λαχτάρα για θάλασσα κι ελευθερία: Ο ψαράς που μαχαιρώνει τα μπαρμπούνια / κόβει τα κουμπιά των πουκαμίσων ένα-ένα. / Άνεμος που σπρώχνει το κλαδί και σπάει τζάμια / ο βραχίονάς του το κλαδί ηλιοκαμένο. / Πού να κρύβεται ο άνεμος; / Κέντρο πόλης / φέτες καύσωνα στην τσέπη / αγοράζω όσο όσο την ελευθερία / λίγη θάλασσα μαχαίρωσε και τύλιξε μου / ν’ αναπνεύσω. Έχει υποστεί τις παραμορφώσεις αυτού του κόσμου κι αναγνωρίζεται ως ισότιμο μέλος του: Με δέχτηκαν λαβωμένο / απ’ αιχμηρά μικρά χαϊδέματα / και γνώρισα τον κόσμο που παλεύει / στη θερμοκρασία του έρωτα / σκυφτό μες την απώλεια.

Αναφέρει ότι δε γνωρίζει πολλά ούτε για το χωριό του την Άνδρο, ούτε για τη γειτονιά που κατοικεί ο ίδιος. Για να γνωρίσει και τους δύο τόπους ανατρέχει στο παρελθόν του τόπου, στο μύθο του, στον Εμπειρίκο αλλά και στα χέρια που εργάστηκαν: Χτισμένες πέτρες και ταβάνια από κυπαρισσόξυλα / διάραχα σαφώς καθορισμένα / γεμάτα θάμνους κάππαρης / αιμασιές με τρόφιμα για πλοία / σκέφτομαι τα χέρια όσων πέρασαν / σαν τον μπρεχτικό εργάτη που ρωτά / ποιος έχτισε τις πυραμίδες. / Γκρεμισμένοι μύλοι, βρύσες που πηδούνε χόρτα / ως κάτω στο ποτάμι / με τις γριές νεράιδες και τους φρύνους. / Τόσοι που φύγανε / χαμένοι σ’ αύτανδρα καράβια / τόσοι της ρίζας σκαπανείς / Πόσα ελάχιστα γνωρίζω για τον τόπο!

Το ιστορικό παρελθόν για τον Κουτσοδόντη δεν είναι νεκρό αλλά διαδραματίζει και στο σήμερα δυναμικό ρόλο. Τα ελληνικά μάρμαρα αναλαμβάνουν δράση: Τα μάρμαρα γυμνά τις νύχτες/ ερωτεύονται αναμεταξύ τους / ρίχνουν κρασί στους τοίχους / της υψηλής καλαισθησίας / συνωμοτούν ακόμα ενάντια στους Τριάκοντα / ρωτούν το ένα τ’ άλλο για τις βάρδιες στις επάλξεις / ανακαλύπτουν το σώμα τους / οργισμένα απ’ τα μάτια κίτρινων λιρών / σκουπίζουν τα βρισίδια τους / στις μπούκλες των πριγκίπων. Για τον Κουτσοδόντη υπάρχει η άλλη Ελλάδα – όχι αυτής της εθνικής επιτυχίας και της διάρκειας της στους αιώνες, η Ελλάδα που: καμαρώνει το λίγο του ανθρώπου / που ποτίζει με το αίμα του το δάπεδο της / και φορτώνει το κορμί της για υπεράσπιση. / Ακούει τον αλαλαγμό στο δρόμο / Συμβαίνει τώρα / φιλά ο Αριστογείτων τον Αρμόδιο / και μπήγουν το μαχαίρι στα ουράνια.

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Ποιητικά”, Τεύχος 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 6. Σχετικός σύνδεσμος: https://tapoiitika.wordpress.com/σαρκάζω-το-βίωμα-και-την-εποχή-για-ν-α/

Roger Mc Gough, Μαθαίνοντας να διαβάζω 

Μαθαίνοντας να διαβάζω στη διάρκεια του πολέμου
δεν ήταν εύκολο, γιατί τα βιβλία
ήταν σπάνια. Αλλά η μητέρα
ήταν σίγουρη ότι δεν θα πάω να κοιμηθώ
χωρίς να διαβάσω κάτι στο κρεβάτι.
Εξαιτίας της συσκότισης
η ζεστή, η παρηγορητική λάμψη
μιας λάμπας δίπλα στο κρεβάτι, απαγορευόταν.
Έτσι η μητέρα τραβούσε πίσω τις κουρτίνες
και άνοιγε φαρδιά πλατιά το παράθυρο.
Και στο φως ενός φλεγόμενου εργοστασίου
ή ενός χτυπημένου Μέσσερτσμιτ
αγκαλιαζόμασταν και μου διάβαζε
μπουκάλια σάλτσας, βάζα γλυκού και το
πάντα αγαπημένο μου, ένα τενεκεδάκι Οβαλτίν.
Τόσα χρόνια μετά, ακόμα
θυμάμαι, την πράα καθοδήγησή της
καθώς διάβαζα μεγαλόφωνα την πρώτη μου πρόταση:
Π-α-σ-π-α-λ-ί-σ-τ-ε δ-ύ-ο σ-ω-ρ-ω-τ-έ-ς
κ-ο-υ-τ-α-λ-ι-έ-ς α-π-ό…

*Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://kyklos.wordpress.com/2019/02/23/%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b1%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%83-%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b2%ce%b1%ce%b6%cf%89-%cf%84%ce%bf%cf%85-roger-mc-gough/

Penthesilia, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΦΙΤΗΣ
Ανθρώπινες σχέσεις
Καθρεφτίζουν σχάσεις
Εντός δευτερολέπτων
Σε κοινωνία ανταγωνιστών
Ψάχνουμε να βρούμε αγωνισταί
Εγκιβωτισμοί αφηγήσεων
Επί ονειρικών παρορμήσεων
Λαχταρούν ψιθύρους
Σε στοιβαγμένα σάπια πιθάρια
Μανία και υποτονικότης
Επιγραφές αλληλεξαρτώμενες
Σε σκηνικό προσμονής
Κι όλα αυτά αναμένοντας μια κάποια αν-ελευθερία
Που ουδείς επι-θυμεί.

*

PECULIAR ODDITY

Το κόμμα ανάμεσα στα ονόματά μας
Έγινε πολλά αποσιωπητικά
Τόσο όσα η ειμαρμένη, οι φόβοι, τα πρέπει και
τα θέλω μας επιτρέψανε
Με τη σειρά αυτά μαζεύτηκαν
όλο και πιο κοντά
ζωγραφίζοντας δίπλα σου μια τελεία
χαράσσοντας μέσα μου ένα ερωτηματικό
ποιο το τέλος και ποια η αρχή.

*Από τη συλλογή «Συμμετρική απόσταση», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2022.