Ένα σύντομο σημείωμα για τον «διήγημα» της Τεμπρίδου

Η φεμινιστική νουβέλα της Γιώτας Τεμπρίδου που αποφάσισε να θανατώσει τη χαρά

Γράφει η Τώνια Τζιρίτα-Ζαχαράτου

Κατά την ανάγνωση του διήγημα σκεφτόμουν συχνά μια μορφή εξίσου θεωρητική και πραγματική που τα τελευταία χρόνια περιπλανιέται στη φεμινιστική κριτική θεωρία. Αναφέρομαι στη μορφή της killjoy φεμινίστριας την οποία έχει εισαγάγει δυναμικά η φεμινίστρια στοχάστρια Sara Ahmed. Κατά μία σύμπτωση που μάλλον δεν είναι και τόσο παράδοξη, καθώς μοιάζει να υπαγορεύεται από την ίδια κατεπείγουσα συνθήκη, το Εγχειρίδιο για killjoy φεμινίστριες [1] της Άχμεντ κυκλοφόρησε επίσης την άνοιξη του 2023, δηλαδή την ίδια περίπου περίοδο με τη νουβέλα της Γιώτας Τεμπρίδου. Ίσως αυτή η σύμπτωση να τα συνέδεσε αρχικά στη σκέψη μου, πάντως είναι βέβαιο πως και στα δύο βιβλία –παρά τις διαφορετικές τους καταβολές και παραμέτρους– εντόπισα μια υπόσταση προκλητικά κι απερίφραστα φεμινιστική που μ’ έκανε να διαβάσω στην αφηγηματική φωνή του «διήγημα» την αμέτακλητη απόφαση να θανατώσει τη χαρά.

Το φεμινιστικό killjoy είναι εκείνη που χαλάει την ατμόσφαιρα· η οποία, καθώς αρνείται να συγκαλύψει το πρόβλημα, είναι διατεθειμένη να γίνει η ίδια το πρόβλημα. Με επίπονη επιμονή καταστρέφει τον μύθο της ευτυχίας κι αποκαλύπτει στα θεμέλιά της τη θανατηφόρα βία των κοινωνικών δομών. Σβήνοντας ένα χαμόγελο που μπορεί να κρύβει και συνενοχή, ένα νεύμα που ίσως σε κάτι να συναινεί, ο χαρακτήρας της killjoy φεμινίστριας προχωρά σε πράξεις μιας δύσκολης αυτοδιακινδύνευσης· εγκαταλείπει ζώνες οικειότητας κι εκτίθεται γκρινιάζοντας, ουρλιάζοντας ή, με τους όρους της μπελ χουκς, αντιμιλώντας απέναντι σ’ έναν κόσμο έμφυλα, φυλετικά και ταξικά επιθετικό. Με λίγα λόγια ένα τέτοιο φεμινιστικό υποκείμενο, όπως κι ο «διήγημας», είναι αποφασισμένο να χαλάσει το γλυκό.

Γιατί σ’ αυτό το βιβλίο η Γιώτα κουβαλά εκρηκτικά και βρίσκει μορφές έκφρασης που ονοματίζουν και ταυτοποιούν τη βία. Με όχημα μια φωνή που είναι συγχρόνως παιδική κι ενήλικη, θύμα και δρών υποκείμενο, κι οπωσδήποτε έμφυλα προσδιορισμένη, στρέφεται προς ό,τι είναι επώδυνο μες στην εθνοπατριαρχική συνθήκη και συλλέγει ιστορίες κι αναμνήσεις που φέρουν μέσα τους το τραύμα. Αρθρώνοντας έναν λόγο δύσκολο ν’ αρθρωθεί, επανατοποθετεί την πραγματικότητα· τα λέει έξω από τα δόντια· μας ξεβολεύει. Να γράφεις ως killjoy φεμινίστρια σημαίνει να απευθυνθείς στον πατριάρχη πατέρα και να του πεις: «Εσύ, ο πιο, πιο ανίκανος, ο μεγαλύτερος μαλάκας που υπήρξε, ο νούμερο ένα λειψός, και γι’ αυτό ο πιο βαθιά κομπλεξικός» [2]. Σημαίνει να μην κλείνεις τα μάτια στον εφιάλτη για να μπορέσεις να αναγνωρίσεις πως αυτός ο εφιάλτης είναι εν μέρει η ζωή, όταν γίνεται κακοποίηση, βιασμός, ρατσιστική επίθεση και τόσα άλλα.

Όμως, συγχρόνως ο «διήγημας» καταστρέφοντας μυθεύματα κι ειδυλλιακά αφηγήματα ανασκάπτει την πραγματικότητα και βρίσκει εκείνες τις χαρές που ανοίγουν χαραμάδες για χάρη της επιβίωσης. Ξηλώνοντας ό,τι καθιστά την ύπαρξη αφόρητη, δημιουργεί δυνατότητες που μας επιτρέπουν, κάθε φορά που αντικρίζουμε τον κόσμο, να βλέπουμε εντός του και τη δική μας αντανάκλαση. Μες στο βιβλίο μια τέτοια λειτουργία φαίνεται να επιτελεί η ποίηση, οι στίχοι που στοιχίζονται γύρω από την αφηγήτρια ώστε εκείνη να κολυμπήσει εντός τους. Γράφει: «Ένα σπίτι από στίχους έφτιαξα, εδώ ζω, δεν τους μετρώ» [3]. Η Άχμεντ μιλώντας για τη σημασία που έχει η λογοτεχνία για το φεμινιστικό της εγχείρημα σημειώνει: «Τα βιβλία μπορούν να αποτελέσουν τα οικοδομήματά μας. Εγγραφόμαστε στην ύπαρξη. Φεμινισμός: Θέτουμε στην ύπαρξη η μία την άλλη» [4]. Οι στίχοι, όπως τους χρησιμοποιεί η Γιώτα, είναι φορείς ιστοριών τις οποίες η αφηγήτρια σε προσκαλεί ν’ αφουγκραστείς. Μια τέτοια ιστορία είναι π.χ. ο διακειμενικός έρωτας της κυρα-Μαρίας του ομώνυμου παιδικού τραγουδιού με την κυρα-Ροδαλίνα της Ελένης Βακαλό, που ως πρόσχαρες κυράδες και οι δυο φτιάχνουν ένα ξέγνοιαστο σπιτικό στον αγρό για να αγαπηθούν όπως τους πρέπει. Τέτοιο είναι και το αίσθημα αλληλεγγύης που μοιράζεται η αφηγήτρια με την εγκαταλελειμμένη μικρή Ελένη του ομώνυμου παιδικού τραγουδιού που έχει εγκλωβιστεί στο κέντρο ενός κύκλου βαναυσότητας.

Καμιά φορά το να είσαι στο κέντρο ενός κύκλου συμπίπτει με το να είσαι στο περιθώριο ενός κειμένου και τότε η μετατόπιση των θέσεων μοιάζει να εξαρτάται από την αναδιάταξη των λέξεων μέσα σ’ αυτή τη ρευστή επικράτεια που ονομάζουμε γραφή. Η μπελ χουκς περιγράφει τη γραφή ως έναν τρόπο να αιχμαλωτίζεις τον λόγο, να τον φέρνεις κοντά σου και να τον κρατάς εκεί: «Κι έτσι κατέγραφα κομμάτια και θραύσματα συζητήσεων, εξομολογούμουν σε φθηνά ημερολόγια που σύντομα διαλύονταν από την υπερβολική χρήση, εξέφραζα την ένταση της θλίψης μου, την απελπισία του λόγου –γιατί πάντοτε έλεγα το λάθος πράγμα, έθετα τα λάθος ερωτήματα. Δεν μπορούσα να περιορίσω τον λόγο μου στις απαραίτητες γωνίες κι αγωνίες της ζωής. Έκρυβα αυτά τα γραπτά κάτω από το κρεβάτι μου, στα παραγεμίσματα των μαξιλαριών, ανάμεσα σε ξεθωριασμένα εσώρουχα» [5].

Ο διήγημας μοιάζει να είναι φτιαγμένος από ένα τέτοιο υλικό, το λάθος υλικό, το κομματιασμένο, το προσωπικό, το διασκορπισμένο, το παραχωμένο κάτω από την πίεση της πραγματικότητας που όμως έχει φτάσει πια στο σημείο υπερχείλισης, κι έτσι πλημμυρίζει στη διαρρηγμένη αφήγηση αυτής της νουβέλας. Και αφού οριοθετήσει τους τόπους της βίας, αναζητήσει τις μορφές που χρειαζόμαστε, αλλά ακόμα δεν έχουμε, εξερευνήσει τις πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ χειραφέτησης κι ευαλωτότητας, τελικά καθιστά τη σχέση ανάμεσα στη γραφή και την ανάγνωση μια σχέση killjoy αλληλεγγύης γιατί, όπως μας θυμίζει εμφατικά η Άχμεντ, έχουμε ανάγκη την αλληλεγγύη και τη χαρά προκειμένου να επιβιώσουμε από τη θανάτωση της ευτυχίας.

Σημειώσεις

  1. Sara Ahmed, The Feminist Killjoy Handbook (London: Penguin Books, 2023)
  2. Γιώτα Τεμπρίδου, διήγημας (Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2023), 24.
  3. ό.π., 62.
  4. Ahmed, 185.
  5. bell hooks, Talking Back: Thinking Feminism, Thinking Black (Boston: South End Press, 1989), 6.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Richard M. Berlin, Ο καρκίνος του πνεύμονα με την τεχνική της ανάστροφης Time-Lapse φωτογράφισης1

1.
Τρεις ανάσες πριν το θάνατο,
ένα χέρι καλυμμένο με μπλε λάτεξ γάντι
τραβάει έξω τον τραχειοσωλήνα2,
μια λεπίδα αφαιρεί τα ράμματα
από την τρύπα της τραχειοστομίας που συρίζει
τα σταγονίδια του αίματος απορροφώνται μες στο δέρμα.
Ο ασθενής εκπνέει, ανασηκώνεται
απ’ το κρεβάτι και περπατά προς τα πίσω,
έξω από το νοσοκομείο και μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο
που κινείται ανάστροφα, ξεφυσά τον καπνό απ’ το στόμα του
σε μικρά συννεφάκια
κάθε συννεφάκι έλκεται πίσω
στην αναμμένη κόκκινη καύτρα
ενός άσπρου τσιγάρου που όλο μακραίνει και μακραίνει,
πριν τα βάλει όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σ’ ένα πακέτο,
τα πακέτα τακτοποιούνται σε χαρτόκουτα,
τα χαρτόκουτα σε κιβώτια, άνδρες με καρότσια τα μεταφέρουν
κινούμενοι προς τα πίσω και τα φορτώνουν σε φορτηγά,
οι οδηγοί με την όπισθεν τα οδηγούν στα εργοστάσια
της Carolina και του Kentucky όπου το τσιγαρόχαρτο
ξετυλίγεται και ο ψιλοκομμένος καπνός
κυλά ανάμεσα από τους κοπτήρες
και ξαναβγαίνει ολόκληρο φύλλο,
τα φύλλα ξαναγυρνούν στις αποθήκες όπου
κρέμονται γλυκά και υγρά στο ζεστό
φθινοπωρινό ήλιο πριν τα ύψους δέκα ποδιών φυτά χωθούν
στην πλούσια καφετιά γη, μικραίνοντας
καθώς το καλοκαίρι ψυχραίνει και γίνεται άνοιξη
ωσότου ό,τι απομένει είναι χίλιοι
μικρούτσικοι σπόροι στην παλάμη ενός αγρότη.

2.
Ο άνδρας που ξεφυσούσε συννεφάκια καπνού
θεραπεύεται με κάθε εκπνοή,
ανακτά τους μυς και το λίπος του, τα λεκιασμένα δόντια του
λάμπουν καθώς από κίτρινα γίνονται άσπρα,
η κόκκινη σκληρία του όγκου και των νεόπλαστων αγγείων
συρρικνώνεται από μια μάζα
σ’ ένα μικρό εξόγκωμα, σε μερικά άγρια κύτταρα,
σε μια σπασμένη έλικα του DNA.
Σηκώνει το χέρι του στο πρόσωπο
ξανά και ξανά, σαν
να φυσά ένα εκατομμύριο φιλιά,
και οι γραμμές του προσώπου του μαλακώνουν,
τα γκρίζα του μαλλιά, μεταμορφώνονται
σε μαύρα, και γίνεται ολοένα και νεότερος
και νεότερος έως ότου το κάπνισμα σταματά.
Στην τελευταία σκηνή, αυτός τριών χρονών,
καβάλα σ’ ένα παιδικό ποδηλατάκι με τρεις ρόδες
που πάει προς τα πίσω
σε ένα αδιέξοδο δρομάκι3
όπου τα σπίτια διαλύονται από την οροφή μέχρι το υπόγειο,
και οι τρύπες των θεμελίων τους γεμίζουν
χώμα, το οικοδομικό τετράγωνο μετατρέπεται
σε καπνοχώραφο, η πλούσια καφετιά γη
ζεσταίνεται από το δυνατό καλοκαιρινό ήλιο,
η μάνα του κουνά το παιδί της στην αγκαλιά της,
το μέλλον τόσο φωτεινό
σαν τη λάμψη των ματιών τους.

1.Η τεχνική κινηματογράφησης που γίνεται με την φωτογράφιση του ίδιου αντικειμένου από την ίδια φωτογραφική γωνία σε διαφορετικές σταδιακά χρονικές στιγμές. Το αποτέλεσμα είναι κατά την προβολή να συμπυκνώνονται χρονικά οι εικόνες και να «τρέχουν» σε πραγματικό κινηματογραφικά χρόνο με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό.
2.Επεξηγείται στο ποίημα «Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό». Η διαφορά στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο τραχειοσωλήνας δεν έχει οδό εισόδου τη στοματική κοιλότητα αλλά το στόμιο της τραχειοτομής (την τρύπα στην τραχεία) που διανοίγεται κάτω από τον λάρυγγα για την απευθείας επικοινωνία του τραχειοσωλήνα με την τραχεία (τραχειοστομία).
3.Η οικογένεια ανήκει σε ανερχόμενη οικονομικά οικογένεια της εποχής. Τα αδιέξοδα δρομάκια κατασκευάστηκαν ως τμήμα του σχεδιασμού της οικιστικής ανάπτυξης των προαστίων των πόλεων που άρχισε τη δεκαετία του ’50, όταν οι πρώην στρατιώτες παντρεύτηκαν και δημιούργησαν οικογένειες. Αγροτεμάχια κοντά στις πόλεις (συμπεριλαμβανομένων και βαμβακοφυτειών) πουληθήκαν και αναπτύχθηκαν νέες προαστιακές περιοχές ομοιόμορφων κατοικιών που ήταν καθαρές, τακτοποιημένες και ασφαλείς για τα παιδιά, επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι και οι κατοικίες ήταν κτισμένες με αδιέξοδα δρομάκια. (Πληροφόρηση από προσωπική επικοινωνία με τον ποιητή).

*Από το Έγχειρίδιο ποίησης”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2017. Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Ko Un, Έξι ποιήματα

ΗΧΩ
Επάνω στα βουνά με το σουρούπωμα:
Τι είσαι;

Τι είσαι, είσαι…

Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ
Κουκουβάγια του μεσημεριού
μάτια θαμπά
Δεν βλέπεις τίποτα.
Καρτέρι μόνο.
Η νύχτα σου σίγουρα έρχεται.

ΜΩΡΟ
Πριν γεννηθείς
πριν τον μπαμπά σου
πριν τη μαμά σου.

υπήρχε
το κελάρυσμά σου.

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΑΝΙΡΟΥΝΤΑ
Τόσο βαθιά βυθίστηκε στον διαλογισμό του αυτός ο άνθρωπος
που έχασε εντελώς την όρασή του
αλλά τού ανοίχτηκαν του ουρανού τα μάτια.
Βλέπει το καθετί που υπάρχει.

ΜΟΣΧΑΡΙ
Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται.
Η πιο αποκαρδιωτική στιγμή.
Κόψ’ το.

Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται
κι οι αγελάδες γίνονται «μοσχάρι».

ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ
Ρίχνοντας πίσω μια ματιά
Ώχ!
Κανένα ίχνος του βουνού που τώρα δα κατέβηκα,
Πού βρίσκομαι;
Η φθινοπωρινή αύρα στριβιλίζεται και σβήνει ξέπνοη
σαν τ’ αδειανό αποφόρι ενός φιδιού.

*Από το βιβλίο «Τι; – 108 Ζεν ποιήματα», εκδ. Περισπωμένη, 2014. Μετάφραση: Αργυρώ Κασωτάκη-Γατοπούλου / Hana Yoo. Πρόλογος: Allen Ginsberg.

Lola Ridge, Το γκέτο

Δροσερός αέρας, άπιαστος
Γύρω γύρω από το αποπνικτικό σκοτάδι που το διαπερνούν ψυχρές γαλάζιες δέσμες φωτός,
Κι όμως ούτε μια πνοή δεν ταράζει την ζέστη
Καθώς αφήνει το τρομερό βάρος της επάνω στο Γκέτο
Και πιο πολύ στην οδό Χέστερ…

Η ζέστη…
Που μυρίζει στα ιδρωμένα κορμιά,
Και σαν ζώο πιέζει με την τεράστια καυτή κοιλιά της
Κλείνοντας όλες τις διόδους του αέρα…

Η ζέστη στην οδό Χέστερ,
Στοιβαγμένη σ’ ένα κάρο
Με τα σκουπίδια του κόσμου.

Κορμιά κρέμονται από τις εξόδους κινδύνου
ή ξαπλώνουν νωχελικά στα σκαλιά της εισόδου…
Τα κεφάλια τους γερμένα εκπέμπουν ένα χλωμό φως-
Πρόσωπα στο χρυσοκίτρινο χρώμα της ρέγκας, με λεκέδες σαν από μούχλα,
Και τα ιδρωμένα πρόσωπα των κοριτσιών
Σαν νοτισμένοι, λευκοί κρίνοι
Και βρέφη με ξεραμένα χείλη, ανοιχτά στόματα που βυζαίνουν
Σαν άδειο στήθος, τον αέρα…

*Από τη συλλογή “Το σώμα που πονά, ο καθρέφτης του κόσμου” εκδόσεις Κείμενα, Ιούνιος 2023, σε μετάφραση Ελένης Χατζή, επιμέλεια έκδοσης Βάσω Κυριαζάκου.

Σπύρος Κατσίμης, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ

Λέγανε ότι είναι δυστυχισμένη
και βαρέθηκε να ζει
ενώ τής άρεσε να σεργιανίζει
με το θάνατο
που μεγαλώσανε μαζί

*

Ο ΒΙΡΤΟΥΟΖΟΣ

Δεν είχαν να πουν τίποτα
να ρωτήσουν τίποτα
στην κρύα πόλη, όπως:
γιατί συνέχιζε να παίζει
-σε μια γωνιά ζητιάνος-
με το ίδιο πάθος ο βιρτουόζος
μιας εθνικής ορχήστρας
διαλυμένης

*

ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Δεν ήσουν έτοιμος ακόμα να δεχτείς
τη μόνη βοήθεια που έχω να σου δώσω.
Το έβλεπα στην απορία σου
και τη νεανική ανάστατη μορφή σου
καθώς επέμενα να σου μιλώ
γα την αξία των μικρών
αγαπημένων χώρων και πραγμάτων
και τις μοναδικές στιγμές των αισθημάτων
από τα χρόνια που δεν ζούσαμε
τέτοιον ξεπεσμό.

*

Ο ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ

Ο ιδιοκτήτης έλειπε κι αυτός έψαχνε
για χρήματα, για κοσμήματα ή κάτι
να το εξαργυρώσει, ανακάτευε
βιβλία, γράμματα, φωτογραφίες
και δεν βρήκε
τίποτα για τον εαυτό του, έξω
απ’ τον παλιό καθρέφτη που έδειχνε
το πρόσωπό του.

*Από τη συλλογή “Μεταφορά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Γενάρης 2015.

Bigaro Diop (1906-1989), Οιωνός

Ένας γυμνός ήλιος – ένας κίτρινος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος στην κοντινή αυγή
Σκορπίζει κύματα χρυσού στις όχθες
Του κίτρινου ποταμού.

Ένας γυμνός ήλιος – ένας άσπρος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος κι άσπρος
Σκορπίζει κύματα ασημιού
Πάνω στον άσπρο ποταμό.

Ένας γυμνός ήλιος – ένας κόκκινος ήλιος
Ένας ήλιος ολόγυμνος και κόκκινος
Σκορπίζει κύματα άλικου αίματος
Πάνω στον κόκκινο ποταμό.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Αλέξη Τραϊανού, Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός.

Γιώργος Καρτάκης, Δύο ποιήματα

ΣΜΑΡΑΓΔΗ

ήρθε η μάνα μου με αγκάθια στα χέρια
καλυμμένη
φορώντας μαύρο σύννεφο
και αιώνιο παράπονο στα χείλη της πάνω τρεμόπαιζε

ήρθε η μάνα μου
που ποτέ μου δεν άγγιξα
γιατί με αναζήτησε
και χρόνια είχε να με δει ευτυχισμένο
κι ο έρωτας
της έγλυφε
του λαιμού το καρύδι

ώσπου μια τρύπα μόνο απόμεινε
ή ένας σπόνδυλος
που το σκυλί τυχαία ξέθαψε στον κήπο

θα βρω το νερό
να γεμίσω τα παράθυρα ήλιο
όταν στο στήθος σου ακουμπώ
έχει δροσιά στο δωμάτιο

*

ΑΝΟΙΓΕ ΚΙ ΕΚΛΕΙΝΕ

άνοιγε κι έκλεινε το στόμα της η γιαγιά μου
καταπίνοντας τίποτα
δεκαπέντε μόνο μέρες κρατιόταν στο στρώμα
ύστερα απλώθηκε ένας ιδρώτας λεπτός στο στήθος
(που δεν είδα ποτέ)
κι η καρδιά της σταμάτησε

ποτίζαμε τα λουλούδια τότε
και ένας άγγελος μας είπε να γυρίσουμε
είχε κίνηση
γιατί κάναμε ολόκληρο κύκλο μέχρι να φτάσουμε
και στην εξόδιο συνωστισμός
στα χείλη απ’ το μνήμα
πω πω ένα κρύο!
ένα χτένι τής έβαλε η μάνα μου σε χεράκια λεπτά
κάθισε απαλά στο χώμα χωρίς αντίσταση
και δεν την είδα ποτέ ξανά

*Από τη συλλογή “Τώρα που τα σύννεφα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2013.

Argyris Chionis, Three poems in English

Hands

People rarely know
what to do with their hands
They give them – pretending a greeting- to others
They leave them hanging like nerveless outgrowths
Or – worst of all – they throw them in their pockets where they stay forgotten

In the meantime so many bodies are left uncaressed
So many poems unwritten

*”Word landscapes” (1983)

*

From inner landscapes

Joys are birds said a Chinese wise man
and the stronger they are the further they fly away.
Sorrows are trees and the bigger they are
the deeper roots they grow.

Man is soil.
Deep inside him sorrows spread roots
and he sees the joys fly away so far away from him.

*

Between my fingers
and your flesh,
no matter how tightly I hold you,
burrows time.

*

The Wood Was Just Right

The wood was just right
for us to make a house or a boat
beautiful cypress wood, aromatic,
we made a boat and we disappeared

*Translation: Allegro Shartz & Nanos Valaoritis.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Κρατά γερά τα σίδερα

Κρατά γερά τα σίδερα
για τους απέξω είναι μια κατάρα
ένα βδέλυγμα κάτω από τις αναμάρτητες σόλες
της άρχουσας τάξης
μια ντροπή στριμωγμένη κάτω από το καπάκι
της κατσαρόλας του σπιτιού
την ώρα που βράζει το νερό
κι ένα κομμάτι στήθους μέσα του πνίγεται.

Κρατά γερά τα σίδερα
για τους από μέσα είναι ζώο ακατανόητο
ζώο αχαλίνωτο πάνω στο λιγοστό χόρτο της στέπας
κομμάτι από τη μερίδα του λέοντος
που έφτυσε σιχτιρίζοντας για το σφιχτό μας κρέας
πληγή υιοθετημένη από ανθρωποφύλακες
που τακτικά διαβάζουν φωναχτά τα δικαιώματά μας
αυτά τα αλληλοβορά παραμύθια που μας κυνηγούσαν
κάτω από την ποδιά της ραγισμένης γιαγιάς
που μόνο αυτή μας κρατούσε από το χέρι
στην ίδια όχθη παραθεριστές.

Κρατά γερά τα σίδερα
ανάμεσά τους να χωρέσει το δικό του φυσικό διάστημα
το πεντατονικό του σύστημα που μόνο τούς δυσκολεύει
σίδερο κι αυτό ανάμεσα στα σίδερα
πόλεμος ποιο πρώτο θα λυγίσει.

*Από τη συλλογη “φαγώσιμα”, εκδ Έναστρον, Μάης 2022.

Ζωή Καραπατάκη, Εφηβικό

Δεν έχω γράψει για τον πατέρα μου
θάνατος ξαφνικός – νωρίς
μ’ όλα τα συνεπακόλουθα.
Μεσ ‘ το πένθος τότε -των δεκαπέντε χρόνων-
σκάρωσα δυο μικρά ποιήματα,
μόνο έτσι μπορούσα να το παλέψω.
Μόνιμη εικόνα στη μνήμη:
τσιγάρο, καπνοί, νύχτα, αϋπνία.
Το εμπόριο δεν είναι για όλους.

Και τα θραύσματα από κείνα τα πρωτόλεια,
να τρέχουν πάντα γύρω απ’ το πρόσωπό του:

…”ένα μαύρο σημάδι στο βάθος
με καλεί
δεν έχω άλλη επιλογή
όλοι οι δρόμοι
οδηγούν εκεί”.

…”τ’ αστέρια σβήσαν,
οι φραγκοσυκιές χάσκουν
κι ο ουρανός ψήλωσε
ώσπου χάθηκε”.