Tόλης Νικηφόρου, ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…

Θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ’ αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε και τίποτα
δε θα ‘χουμε ξεχάσει

*«Ένα λιβάδι στην ομίχλη που ονειρεύεται» 2002.

**Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/07/15/ena-livadi-stin-omixli-pou-oneirevetai/#like-5283

Ανέστης Ευαγγέλου. Φορές-φορές συλλογίζομαι 

Φορές-φορές συλλογίζομαι τί χρειάζονται όλ’ αυτά
τί χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου,
η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη,
το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.

Τί θ’ απογίνουμε, τί θ’ απογίνουν.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/07/06/φορές-φορές-συλλογίζομαι-ανέστης-ευα/

Κατερίνα Κολιοπούλου, Δύο ποιήματα

καταδύομαι

Άνεμος με δάχτυλα φυσά
Καταμεσής του Αυγούστου
δύο φουντωμένες ουρές χαϊδεύονται
τέσσερα μάτια ράβονται
Άλλη μια κόρη γεννήθηκε
Αδιάβροχη είναι -νομίζει-
Ξέρει πως δεν ξέρει αν
το φθινόπωρο θα κρατά ομπρέλα
θα βραχεί
ή θα πνιγεί
Προς το παρόν -λέει- έχει καύσωνα

*

ημερολόγιο σποράς και φυτέματος

Αφού οι κόρες των ματιών ακόμη διαστέλλονται
κι η νύχτα στο βογκητό της μέρας
ντυμένη καπνίζει
κι αφού το σώμα σου στυλώνεται
με μαγκούρα τη λέξη,
σκοτούρες
άτυπης εκεχειρίας
διαθλώνται σε φως

Σε χέρια τεχνιτών
διυλίζεται η σκόνη
φυτρώνουν ακόμη
νεραντζιές στην Πατησίων

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδ. Ενύπνιο 2022.

Νίκος Πετρέλλης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

Πλέγμα κλαδιών και τζάμι
ήλιος και μουσική
η χαρά του χθες
η σιωπή των δύο

έξω φυσάει
το τηλέφωνο ανοιχτό

κι εσύ όλο να πέφτεις
να πέφτεις

*

ΑΓΑΠΗ

Τα βράδια μετά τη δουλειά
της διαβάζω ποιήματα
-θέλεις;- θέλω
μετά όταν ξεντύνεται λέει
σταμάτα τώρα λίγο
θέλω να ξεντυθώ

*

ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ

Πίσω ο κόκκινος ουρανός
μπροστά φοίνικες μαύροι
και κάτω η θάλασσα
σούρουπο
πάνω στο τζάμι που μας καθρεφτίζει
βλέπω τα μάτια σου
καμαριέρα από τις γειτονιές μας
καμαριέρα από την κόλαση βγαλμένη

*Από τη συλλογή “Ο ήχος της καύτρας στο σκοτάδι”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

Αν είχες το μπουρίνι των χεριών σου
καρφιτσωμένο στου στήθους τη φευγάδα
θα ξερίζωνες απαλά το πέταλο του φθινοπώρου
από τον σβέρκο μου.

Κι αν είχες στόμα ανοιξιάτικο
με μια αντιστροφή σελήνη να ασθμαίνει
Θα ήξερες πως όλες οι εποχές στους ώμους μου
παγώνουν χωρίς το πανωφόρι σου.

*

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΚΑΛΙ

Όπως ήμουν ξαπλωμένη πάνω σου
με τα ρουθούνια κάτω από το δέρμα σου
σκεφτόμουν αν έσβηνα, έτσι θα ήθελα να σβήσω
αντίθετα με όλους τους άλλους,
με μια εισπνοή.
Και αυτό για να μην εκπνεύσω
το πόσο σ’ αγαπώ
και φανεί σαν απρέπεια.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2020.

Παύλος Ανδρέου: Ένας επαναστάτης με αιτία

*Γράφει η Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου


Η ποιητική συλλογή του πρωτοεμφανιζόμενου εκδοτικά Κύπριου ποιητή Παύλου Ανδρέου θαρρείς πως είναι απαρχής μέχρι τέλους μια κραυγή πολλαπλών αποχρώσεων. Κραυγή απόγνωσης, απειλής, ραγισμένη, κραυγή-μαχαίρι, κραυγή-ημιτόνιο. Κάποιες στιγμές, ελάχιστες, σαν πάψουν οι ήχοι, κυριαρχεί μια ομόφωνη σιωπή. Διατρέχονται όλα τα στάδια μιας επαναστατικής αλληλουχίας, ενός παλιρροϊκού κύματος. Ο Π.Α. με την ορμή-οργή της νεανικής ψυχής του πρωτοστατεί σε μια διμέτωπη μάχη. Από τη μια κόντρα στους εξωτερικούς εχθρούς του, αυτούς που λήστεψαν και σφάγιασαν την πατρώα γη κι από την άλλη κόντρα στους δαίμονες που ταλανίζουν την ύπαρξή του, την απώλεια, την εγκατάλειψη, την προδοσία, την αβεβαιότητα, την ανομολόγητη ερωτική επιθυμία.
Ο αγώνας του ποιητή είναι επώδυνος. Ο Π.Α. τσαλαβουτά μέσα σε τραύματα “Ετοίμασαν το χειρουργείο/Τους άνοιξαν/ Μετά τους έραψαν/εξιτήριες ευχές/Με βελόνα χωρίς μύτη”, ταξιδεύει κρατώντας αποσκευές με “μια σκισμένη ετικέτα”, λαγοκοιμάται στο “παλιό σφαγείο” στην Αμμόχωστο, ονειρεύεται τον έρωτα με “φωτοστέφανο χωρίς στεφάνη”. Όπου κι αν βρεθεί μια απάνθρωπη μνήμη τον ακολουθεί. “Δυο μοιράστηκαν το κάθισμα/ κόντρα στον παιδικό κανόνα και τον νόμο”.
Παγωτό Δακρυγόνο, ο τίτλος του βιβλίου. Σουρεαλιστικός, προαναγγέλλει τη συνέχεια. Το παγωτό στο παιδικό στόμα λιώνει, μεταμορφώνεται σε δακρυγόνο αέριο, σφραγίζει τα μάτια. Ο Π.Α. βυθίζει την πένα της ποίησής του στον σουρεαλισμό, ίσως γιατί ο ιδεαλισμός της νιότης του δεν αντέχει να περιγράψει την απελπισία μέσα από στίχους ρεαλιστικούς. Για τον νεαρό ποιητή όνειρο και επανάσταση δεν αλληλοαποκλείονται, συμμαχούν σ’ έναν εσωτερικό ουρανό που εγκυμονεί την αποκάλυψη.
Με υπερεκχειλίζουσα φαντασία, σαρκασμό αλλά και τρυφερότητα μπαινοβγαίνει στο φως και στο σκοτάδι υποσκάπτοντας τον μικρόκοσμο του αναγνώστη. Συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως ταιριάζει σε γνήσιο παιδί του Αντρέ Μπρετόν, η ποίηση στα χέρια του γίνεται το όπλο και η ερωμένη του. Ποίηση-οδοιπορικό ενηλικίωσης, φρέσκια, τολμηρή, στοχευμένη, αλλά και την ίδια στιγμή άναρχη, σκόρπια, αινιγματική, συνειρμική. Κι είναι χάρη σ’ αυτή την αντίφαση που ο δημιουργός πετυχαίνει μια λυτρωτική ενδοσκόπηση.


ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ
Προτίθεμαι να καταστρέψω
την τρέχουσα ταυτότητά μου
γιατί δεν της έμοιασα ούτε στιγμή.
Δεκαετίες αποκαλούμενος
καταθλιπτικό ον.
Το DNA εντούτοις με δικαίωσε
“θάλασσα σε κοιλοπόνεσε
σε μητρότητα παρένθετη”.
Έκτοτε καλοκαίρια ολόκληρα
τρυπώ σωσίβια μανιωδώς
να αποδείξω ότι
είμαι κύμα
γι’ αυτό και η ζωή μου
μουσκεμένη εξεγείρεται.

“Εγεννήθη ημίν Ποιητής”.
Παύλος Ανδρέου
ΠΑΓΩΤΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ
Εκδόσεις Θράκα
Προλογικό σημείωμα:
Αγγελική Αποστολοπούλου-αναλύτρια λογοτεχνίας

Υ.Γ. Θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην αναφέρω το αμφίσημο και τρυφερά αναιδές εξώφυλλο του Ευθύμιου Γάλλου.

Ασημίνα Ξηρογιάνη, Δύο ποιήματα

ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Αν ζούσα σήμερα στο δικό σας ’21
(όχι δεν θέλω να το πω «δειλό»)
Έχω την αίσθηση –χωρίς υπερβολή–
πως θα ’σκιζα τα γραπτά μου ένα ένα,
το νόημα δεν θα ’ταν πια ηρωικό.
Με ποιες λέξεις να συνθέσω τώρα ποίημα
Σε ποιον, αλήθεια, εγώ ν’ απευθυνθώ;
Πιο ευτυχής αισθάνομαι μέσα στο μνήμα
Από κει τη φήμη μου τουλάχιστον διατηρώ.
Αν ζούσα σήμερα, ίσως να ήμουν θύμα,
ελεύθερος πολιορκημένος απ’ τον ιό
Είν’ οι καιροί στεγνοί και είναι κρίμα
Χάνεται η διαύγεια μέσα στον πανικό.
Μοιάζουν άμουσοι να ’ναι οι άνθρωποι – τραγικό!
Δεν μπορούν να πλέξουν ούτε μια ρίμα
Ούτε κι έχουν πλούσια έμπνευση, θαρρώ!
(Άσε που είναι πρόβλημα τ’ ότι δεν έχουν διαβάσει Σολωμό)

*

ΔΕΝ ΣΥΝΑΔΕΙ

Απλά είναι δύσκολο
Οι μέρες που κυλούν χωρίς εμάς
Οι ηλιόλουστες
Με λουλούδια γιορτινά
Οι αγροί που πάλι κοκκινίζουν
Είναι δύσκολο να συνταιριαστούν με το τοπίο μέσα μου
Αν δεις στη θάλασσα, εκεί θα είμαι
Aν δεις στο βουνό, πάλι εκεί
Στην πλατεία δίπλα σου,
στον δρόμο λίγο πιο κάτω
τον χωμάτινο
Θα με βρεις, σε μιαν άκρη
Γιατί έτσι συμβαίνει σε κάθε έλλειψη
Σε κάθε ιερή στιγμή
Που μόνοι με τον εαυτό μας μένουμε
Και μετράμε – δεν το θέλουμε
Απλά ξεχειλίζει από μέσα μας
σαν τραγούδι
σαν προσευχή
Και μετράμε
πόσο αγαπάμε.

*Από τη συλλογή «Mια απέραντη ματιά», εκδ. Βακχικόν, 2023.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Virtual reality

Κάποιοι μας είπαν πως τίποτα δεν υπάρχει
[πραγματικά]
πως ο κόσμος είναι ίχνη
[μιας απουσίας]

Μετά
το κύμα ξέβρασε νεκρούς
στις ακρογιαλιές του Ομήρου
και ο Ελύτης έγινε ντεμοντέ

Θάνατος δεν είναι μόνο τ’ άψυχα κορμιά
θάνατος είναι η αποδοχή του θανάτου
και έχει μιαν εξήγηση απλή:

επειδή ο πληθωρισμός της ζωής έριξε
την ανταλλακτικη΄της αξία
είπαν να μας πουλήσουν
φτηνότερα το θάνατο

και εμείς
σαν έτοιμοι από καιρό
σαν εθισμένοι
αγοράζουμε

Δήμητρα Αγγέλου, Τρία ποιήματα

Ποτέ σου δεν κατάλαβες
Ότι δε με μεγάλωσαν άνθρωποι
Ότι είμαι αποκύημα καταιγίδας
Αδερφή των κεραυνών
Ότι το σπίτι μου κατοικείται μόνο από βροχή
Ότι η δοτικότητά μου στον έρωτα και τις αισθήσεις
Κάνει πιο πρόθυμες τις ανάσες που παίρνω
Αλλά ποτέ δεν ξεχνώ

Ότι εδώ που είμαι
Δεν υπάρχει οξυγόνο

*

Σε στοιχειώνει μια αίσθηση ότι πρέπει να γεννηθείς
Ότι δεν έχεις γεννηθεί
Υποφέρεις από την αίσθηση αυτή
Κλοτσάς και τεντώνεσαι και ουρλιάζεις
Αλλά οι σπασμοί της μήτρας σου δεν είναι επαρκείς
Σβήνουν άτονοι και κουρασμένοι
Σε πιάνει άπνοια
Σκέφτεσαι έντρομος ότι η μητέρα σου μπορεί εν τω μεταξύ
Και να έχει πεθάνει

Ένα γερό σπρώξιμο
Μόνο αυτό ήθελες

*

Αυτό που κατόρθωσα να συγκεντρώσω
Δεν ήταν παρά μια αίσθηση
Μια αίσθηση με δέρμα
Η αίσθηση πως συναντώ τον εαυτό μου
Πολλές φορές μέσα στους δρόμους

Και πως είμαστε πολύ κουρασμένοι και οι δύο
Για να χαιρετήσει ο ένας τον άλλον

*Από τη συλλογή “Στάζουν μεσάνυχτα”, εκδ. Μελάνι, 2013 (Βραβείο Ποίησης Μαρία Πολυδούρη).

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Τρία ποιήματα

ΣΟΚΙΝ

Χώρισε λέει ο τάδε με δύο παιδιά
το ένα έχει αυτισμό και το άλλο κόβει τα κεφάλια απ’ τις κούκλες
αρρώστησε η μάνα και πεθαίνει
τράκαρε πάνω της μετωπικά στ’ αγαπημένο τους στενάκι
τα δάχτυλά της της αρέσει να τα βουτάει στον αφαλό των κοριτσιών
τα δάχτυλά του τα φυτεύει σε ουρανίσκους ανδρικούς και αγριωμένους
ρίχνει στα πόδια της κρύο νερό μετά τη βάρδια
την τίναξε το ρεύμα
απ΄ το πρωί με την ίδια κάλτσα
και την τίναξε το ρεύμα
εκεί να δεις ΣΟΚ

*

ΚΡΕΜ ΚΑΡΑΜΕΛΕ

Κάτω απ’ το μαξιλάρι
έβαλα την καραμελωτή
Καραμελωμένη
καραμέλα
να με ξεκολλήσετε
απ΄ τη δουλειά
για να κολλάνε τα δόντια μου στο στρώμα
για να κολλάνε το δόντια μου στο στόμα
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

*

ΛΟΥΗΣ

Ατέρμονα κυκλάκια
γύρω απ’ τον άξονά σου

Παντού αστυνομία

Μια μέλισσα κορνάρει θυμωμένη
σε ζουζουνίζει
σε διεμβολίζει
απ΄ όλες τις ραφές σου

Παντού αστυνομία

τις Κυριακές
ασθμαίναμε από βέβηλη Δευτέρα
πού έμαθες εσύ
να τρέχεις τόσο γρήγορα;

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 29 (Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2023) του περιοδικού “Τεφλόν” σελ. 53.