Τι περιμένεις γυναίκα άγνωστη
κάτω από το τσίγκινο υπόστεγο;
Το λεωφορείο δεν θα ’ρθει.
Ο Έρωτας δεν θα ’ρθει.
Εκείνος δεν θα ’ρθει.
Μέσα από τις ρυτίδες σου
μπορώ να διακρίνω τη ζωή
που χάνεται
―αυτή την ασπρόμαυρη τηλεόραση
με τον ένα μόνο σταθμό
τις συχνές διακοπές, τα παράσιτα.
Στενά δωμάτια, πολλά παιδιά
υγρασία στα κόκαλα και στην καρδιά
δύσκολα χρόνια
δύσκολα χρόνια
δύσκολα χρόνια.
Δεν είσαι εσύ η γυναίκα
που θαύμασα τις προάλλες στο ELLE,
δεν σε είδα στην τελευταία ταινία
του Αντονιόνι ή του Τρυφφώ
δεν άκουσα να σε υμνούν
μεγάλοι ποιητές και ζωγράφοι.
Περνάς κάθε μέρα ανάμεσά μας
ανώνυμη, σχεδόν αόρατη
περιμένοντας πάντα κάτι
που δεν θα ’ρθει ποτέ,
γράφοντας κατά διαστήματα
κραυγές απογνώσεως
με το έμμηνο αίμα σου στον αέρα,
με φόντο τον, εξαίσια γαλάζιο,
αττικό ουρανό.
Author Archives: Το κόσκινο
Hala Alyan, Κριός
Ντροπιασμένη, προσφέρεις χρυσάφι. Μικρά κομμάτια αίματος χρωματίζουν το τρίχωμα.
Στον ύπνο σου φταίχτης είναι πάντα η φλόγα.
Το φως, αυτός ο γρανάτης, αδειάζει τελείως.
Φανερώνει όλα όσα είναι αγκάθι.
Μες στις γροθιές σου η προβιά σπαρταρά. Ζεστή ακόμη.
Έγδαρες ό,τι σ’ αγάπησε.
Δεν είναι παίξε γέλασε να σκαρφίζεσαι προσευχές.
Είναι κρέμασμα κάποιου δέρματος, το μέσα έξω.
Οι θεοί θα χασμουρηθούν. Ίσως όχι φωτιά, αυτό που φοβάσαι.
Ίσως ψιλόβροχο.
Κάτω απ’ το κουβερλί, το στρώμα σου βρομάει. Ασφαλής.
Βύθισε το ψαλίδι σου σ’ αυτήν εδώ τη σελίδα. Κοίτα, τίποτα δεν χύνεται.
*Από εδώ: https://teflon.wordpress.com/2023/06/26/%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%bb%cf%8c%ce%bd-29-hala-alyan/
**Μετάφραση από τα αγγλικά: Jazra Khaleed, Kyoko Kishida.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ερημικό
Αύγουστος 1952: Τότε που δολοφονήθηκαν οι ποιητές

Το εξώφυλλο ενός παιδικού βιβλίου του Leib Kvitko. O Kvitko έφυγε από τη Γερμανία το 1925, επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση και έζησε στη Μόσχα, κυρίως ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπέρμαχος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Εκτελέστηκε ως ένας από τους 13
Γεωργία Κανελλοπούλου*
Διάβαζα ένα ποίημα της Άννας Αχμάτοβα, ένα μικρό απόσπασμα από τις Βόρειες Ελεγείες. Τρεις δεκαετίες έγραφε τις Ελεγείες της η Αχμάτοβα, ξεκινώντας το 1921, χρονιά που εκτελέστηκε ο Νικολάι Γκουμιλιόφ και πέθανε ο Αλεξάντερ Μπλοκ. Δεν μπορούσε να ξέρει η Άννα Αχμάτοβα ότι θα ολοκλήρωνε τις Ελεγείες, ακριβώς πριν εκτελεστούν στη χώρα της 13 ποιητές, ηθοποιοί, γιατροί, μεμιάς.
Τι συνέβη, λοιπόν, στη Μόσχα τη νύχτα της 12ης προς 13η Αυγούστου του 1952;
Ας δούμε ένα σύντομο χρονικό, βήμα προς βήμα, κι ας μοιάζει με ταινία τρόμου – μιλάμε άλλωστε για την εποχή που ο τρόμος μεταμφιέστηκε σε νόμο.
Καθώς οι ναζιστικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς τη Μόσχα, οι Ρώσοι Εβραίοι γνώριζαν ότι η ζωή τους ήταν σε κίνδυνο για περισσότερους από έναν λόγους. Κάποιοι, όπως ο διευθυντής του Εβραϊκού Θεάτρου Μόσχας Solomon Mikhoels και ο ποιητής Itzik Fefer, μαζί με λογοτέχνες, ηθοποιούς, γιατρούς, σχημάτισαν την Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή (ΕΑΕ) για να συγκεντρώσουν διεθνή υποστήριξη και κεφάλαια για τη σοβιετική πολεμική προσπάθεια. Η ΕΑΕ τότε ήταν καλή.
Μετά τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, η ΕΑΕ επικεντρώθηκε στην ανοικοδόμηση των εβραϊκών κοινοτήτων, και στη διάσωση της γης και του πολιτισμού των Ρωσοεβραίων. Η ΕΑΕ έγινε κακή.
Η εξουσία δεν συγχωρεί τον παραμικρό ανταγωνισμό, την παραμικρή πρωτοβουλία, πόσο μάλλον όταν συμβαίνει εντός του τοπίου του ξαναζεσταμένου σοβιετικού αντισημιτισμού.
Το 1948, σκοτώθηκε ο Mikhoels σε ένα «ατύχημα» με αυτοκίνητο, με εντολή του Στάλιν, όπως αποκάλυψαν χρόνια αργότερα τα σοβιετικά αρχεία.
Την ίδια χρονιά, 15 επιφανή μέλη της ΕΑΕ συνελήφθησαν. Υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια και βάναυσες ανακρίσεις για πολλά χρόνια και τελικά κατηγορήθηκαν για «αντεπαναστατικά εγκλήματα» και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο τον Μάιο και τον Ιούνιο.
Η δίκη κράτησε έξι εβδομάδες. Κανένας κατηγορούμενος δεν δέχτηκε να χρησιμοποιήσει συνήγορο υπεράσπισης.
Τη νύχτα της 12ης προς τη 13η Αυγούστου 1952 οι 13 από τους 15 ποιητές, όπως επικράτησε να λέγονται, εκτελέστηκαν στη διαβόητη φυλακή Lubyanka της Μόσχας. Ο 14ος είχε πέσει σε κώμα στη διάρκεια των βασανιστηρίων και δεν συνήλθε ποτέ. Πέθανε προτού τον εκτελέσουν. Η 15η ήταν η διάσημη βιοχημικός Λίνα Στερν, που θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για το σοβιετικό κράτος και έτσι τα κατάφερε με μόλις πέντε χρόνια εξορίας στο Καζακστάν.
Τα πρακτικά της «δίκης» που οδήγησε στη δολοφονία των ποιητών το 1952 δόθηκαν στη δημοσιότητα το 1994.
«Και κάναμε προσπάθεια να αγνοούμε,
τι γίνεται πίσω από τον καθρέφτη,
κάτω από ποιες βαριές και μαύρες μπότες
στενάζουνε συχνά τα σκαλοπάτια
εκλιπαρώντας να τα λυπηθούμε.
Παράξενα χαμογελούσες τότε.
“Ποιον κουβαλάνε πάλι μες στη νύχτα;”
Τώρα από κει, που τα ξέρουν όλα, πες μου:
Τι ήταν αυτό, που ζούσε πλάι μου;»
Αυτό έγραψε, μεταξύ άλλων, η Άννα Αχμάτοβα στις Βόρειες Ελεγείες. Και την προειδοποιούσε, τρομαγμένη, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα: «Δεν φοβάστε να τα γράφετε;»
«Δεν ξέρετε, ότι τα ποιήματα πραγματοποιούνται;»

Ο Peretz Markish, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, που έγραφε στα γίντις, και ορίστηκε πρόεδρος της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής από τον ίδιο τον Στάλιν. Το 1946, πήρε το βραβείο Στάλιν και το 1948 έγραψε ένα ποίημα 20.000 στίχων, εγκώμιο για τον Στάλιν. Λίγους μήνες μετά, συνελήφθη ως Εβραίος εθνικιστής και κατάσκοπος. Εκτελέστηκε ως ένας από τους 13\

Ο David Hofstein, ποιητής, που έγραφε (και) στα γίντις, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο άνθρωπος που έγραψε το 1920, με εικονογράφηση του Μαρκ Σαγκάλ, τις ελεγείες για την καταστροφή των εβραϊκών κοινοτήτων από τα πογκρόμ του λευκού στρατού. Εκτελέστηκε ως ένας από τους 13

Ο Solomon Lozovsky, στέλεχος της επανάστασης, και της μπολσεβίκικης κυβέρνησης. Ήταν ο τελευταίος και παλαιότερος μπολσεβίκος που δολοφονήθηκε υπό τις διαταγές του Στάλιν. Εκτελέστηκε ως ένας από τους 13

Από τα αριστερά, Itzik Feffer, Άλμπερτ Αϊνστάιν και Solomon Mikhoels στις ΗΠΑ το 1943, για τους σκοπούς της ΕΑΕ. Ο Itzik εκτελέστηκε, ένας από τους 13. O Solomon είχε δολοφονηθεί σε «ατύχημα»
Πηγές:
https://www.jewishvirtuallibrary.org/jewish-anti-fascist-committee
https://www.lifo.gr/blogs/almanac/otan-o-stalin-ypostirize-israil-kai-katadioke-toys-ebraioys
https://vassaras.gr/2014/03/07/%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%B1/
Διαβάστε – δείτε – ακούστε:
Βιβλίο: Το μυστικό πογκρόμ του Στάλιν: Η μεταπολεμική Ιερά Εξέταση της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής από τους Τζόσουα Ρούμπενσταϊν, Βλαντιμίρ Π. Ναούμοφ και Λάουρα Ε. Βόλφσον
Βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=d4iXaW3wYWQ&t=10s
Μουσική: https://www.youtube.com/watch?v=ZF_2ByJHFWQ (Μια μουσική του συνθέτη πολωνικής καταγωγής Mieczysław Weinberg, ο οποίος είχε χάσει όλη του την οικογένεια στο ολοκαύτωμα, πήγε στη Σοβιετική Ένωση, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη Ναταλία, κόρη του ιδρυτή της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής Solomon Mikhoels, κι έγινε φίλος του Σοστακόβιτς. Τον Φεβρουάριο του 1953, ο Weinberg συνελήφθη με την κατηγορία του «εβραϊκού εθνικισμού», αλλά στάθηκε τυχερός: ο Στάλιν πέθανε ένα μήνα μετά, ο Weinberg σώθηκε).
*Το κείμενο και οι φωτογραφίες αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.aftoleksi.gr/2023/08/26/aygoystos-1952-tote-poy-dolofonithikan-oi-poiites/
Τόλης Νικηφόρου, Πορεία στην ομίχλη
Θα πω λοιπόν τα δυο φτωχά μου λόγια
κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου
θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά
μ’ ένα παράφωνο τραγούδι
μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες
σφίγγοντας το ένα χέρι μου με το άλλο
σα νοιώθω μόνος
*
μες στην ομίχλη θα σηκώνονται
στριγγές και κούφιες
άγνωστες ολότελα κραυγές
φωνές το ίδιο αλλότριες
είτε σημαίνουν χαρά είτε λύπη
σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες
αλαλαγμοί και βογγητά
ο σκουριασμένος στεναγμός
μιας βρύσης δίχως νερό
*
σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά
στο περιθώριο της νύχτας
λάβαρα με παράδοξα χρώματα
αλλόκοτους συνδυασμούς
*
θα ματώσω χέρια και γόνατα
τη γλώσσα μου θα δαγκάσω χτυπώντας σε τοίχους
θα εξουθενωθεί το κορμί μου
τίποτα όμως δεν θα ‘χω να φοβηθώ
καθώς ο δρόμος θα ‘ναι πια μέσα μου
οι φλέβες και τα νεύρα
αυτή η σπονδυλική μου στήλη
αν μου μείνει μια μόνο κλωστή
απ´ αυτή θα κρατηθώ
μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει
αν μου μείνει μια αχτίδα φως
ας οδηγήσει ένα μονάχα βήμα.
*Δημοσιευμένο στο περιοδικό «Το δέντρο».
Η τσιγγάνα ποιήτρια Μπρονισλάβα Βάις
Η Μπρονισλάβα Βάις γεννήθηκε σε ένα καραβάνι μουσικών, περιπλανώμενων τσιγγάνων το 1908 ή το 1910. Η μητέρα της την ονόμασε «παπούσα» που σημαίνει κουκλίτσα. Ήταν ένα πανέμορφο παιδί με πολύ μακριά μαλλιά τα οποία δεν έκοψε ποτέ.
Η παπούσα ήταν ίσως η μοναδική τσιγγάνα που ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Δεν πήγε ποτέ σχολείο αλλά έκλεβε κοτόπουλα και τα αντάλλασσε με τη βοήθεια που της έδιναν τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο ή μια Εβραία του χωριού που τη μάθαιναν να διαβάζει. Στα 16 της χρόνια αναγκάστηκε να παντρευτεί τον, κατά 25 χρόνια μεγαλύτερο, αδελφό του πατριού της, ο οποίος της απαγόρευε να διαβάζει. Το ότι ήταν εγγράμματη θεωρήθηκε πράγμα ανήθικο και βρώμικο από τους τσιγγάνους του 1920. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι διώξεις των Ναζί έστειλαν τη φυλή της Βάις στα δάση της Δυτικής Ουκρανίας όπου ζούσαν σε λαγούμια και παρότι υπέφεραν από την πείνα κατάφεραν να επιβιώσουν.
Καθοριστικής σημασίας γεγονός για τη ζωή της Παπούσα ήταν η συνάντησή της με τον ποιητή Γιέρζι Φιτσόφσκι, ο οποίος το 1949, κυνηγημένος από τη μυστική αστυνομία, ζήτησε κρησφύγετο στον καταυλισμό της φυλής της Παπούσα. Ο Φιτσόφσκι γοητεύτηκε από τη ζωή των τσιγγάνων, κυρίως όμως από τη Βάις που έφτιαχνε αυτοσχέδιους στίχους για τα τσιγγανικά τραγούδια. Γι΄ αυτή της την ενασχόληση αντιμετωπιζόταν με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους τσιγγάνους του καταυλισμού και γι΄αυτό ποτέ δε δέχθηκε τον τίτλο της ποιήτριας. Ποιήτρια και στείρα. Καταραμένη για τους τσιγγάνους. (τον γιo της τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα πτώματα μιας οικογένειας που αφάνισαν οι Ναζί και τον μεγάλωσε σα δικό της παιδί).
Πολύ γρήγορα ο Φιτσόφσκι αναγνώρισε τη λογοτεχνική αξία των στίχων της που μιλούσαν για τα δάση, για την περίοδο των διώξεων από τους Ναζί και τη χαμένη ελευθερία των τσιγγάνων όταν μετά τον πόλεμο τους απαγορεύτηκε η νομαδική ζωή. Ήταν στίχοι ανομοιοκατάληκτοι, χωρίς ρυθμό, γεμάτοι από τον ονειρικό κόσμο του μυαλού της αλλά και των δραματικών γεγονότων που έζησε.
Όταν ο Φιτσόφσκι επέστρεψε στη Βαρσοβία έγραψε ένα βιβλίο για τη ζωή και τους ηθικούς κώδικες των τσιγγάνων μαζί με ένα γλωσσάρι με τις βασικές φράσεις της γλώσσας τους. Σε αυτό το βιβλίο συμπεριέλαβε και τα 30 ποιήματα της Βάις, αφού τα μετέφρασε και τα επιμελήθηκε. Αυτό στάθηκε αφορμή να την εξορίσουν γιατί θεώρησαν ότι πρόδωσε τα μυστικά της φυλής της.
Η Παπούσα περιφρονημένη, ντροπιασμένη και κυρίως τρομοκρατημένη επειδή απείλησαν να την σκοτώσουν, αφού πέρασε ένα διάστημα σε ψυχιατρείο, έζησε την υπόλοιπη ζωή της σε ένα μικρό χωριό, μέσα στη φτώχεια, καθώς δε δέχτηκε ποτέ τα χρήματα που της εξασφάλισαν τα πνευματικά δικαιώματα για τα ποιήματά της.
Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε το 1951 στο περιοδικό Nowa Kultura.
Η ζωή της και το έργο της στάθηκαν αφορμή για την ταινία των Joanna Kos Krauze και Krzysztof Krauze με τον ομώνυμο τίτλο, αλλά και το βιβλίο ποιημάτων της Βίκυς Κατσαρού που και αυτό ονομάζεται «Παπούσα» και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ενύπνιο.
Το ποίημα της Βάις που θεωρείται αριστούργημα είναι το «Γύφτικο τραγούδι βγαλμένο απ’ το κεφάλι της Παπούσα» (Gypsy Song Taken From Papusza’s Head
Gili romani Papuszakre szerestyr utchody, 1950/1951):
Σε ένα δάσος μεγάλωσα
σαν θάμνος από χρυσάφι
γεννημένη σε μια σκηνή
όμοια με βωλίτη.
Αγαπάω τη φωτιά με όλη μου την καρδιά.
Οι άνεμοι, μικροί και μεγάλοι
πήραν στην αγκαλιά τους την μικρή γύφτισσα
και την φύσηξαν μακριά μέσα στον κόσμο.
Οι βροχές ξέπλυναν τα δάκρυά μου,
Ο ήλιος, ο χρυσός μου, γύφτος πατέρας,
με κράτησε ζεστή και έδωσε όμορφο χρώμα στην καρδιά μου.
Από το γαλάζιο ρυάκι δεν πήρα δύναμη,
έπλυνα μόνο τα μάτια μου…
Η αρκούδα περιπλανιέται στο δάσος
σαν το ασημένιο φεγγάρι,
Ο λύκος φοβάται τη φωτιά,
δεν θα δαγκώσει έναν γύφτο.
Ω, πόσο όμορφα δίπλα στην σκηνή τραγουδάει το κορίτσι,
η φωτιά καίει!
Ω, πόσο όμορφα οι άνθρωποι από μακριά
ακούνε τα πασχαλιάτικα τραγούδια των πουλιών,
το κλαψούρισμα των παιδιών και τα τραγούδια
και τους χορούς των αγοριών και των κοριτσιών.
Ω, πόσο όμορφα το δάσος θροΐζει για μας,
-μάς τραγουδάει τραγούδια
Πόσο όμορφα κυλάει το ποτάμι,
μέχρι που γεμίζει την καρδιά μου με χαρά.
Πόσο μεγάλη απόλαυση είναι να αντικρίζεις το βαθύ νερό,
και να του λες τα πάντα.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει,
μόνο τα δάση και τα ρυάκια.
Αυτά που λέω εδώ έχουν περάσει
εδώ και πολύ καιρό
κι έχουν πάρει μαζί τους τα πάντα
-μαζί και τα νεανικά μου χρόνια.
*Από τη σελίδα της Άννας Φλώρου Φλωράνς στο Facebook.
Χαρά Χρηστάρα, Ποιήματα
ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
Ελαφροκίνησε την άκρη
των δάχτυλων του ποδιού
κι έχυσε μέσα μου τον έρωτα
επάνω που κοιμόταν
το ανάκτορο του στήθους της
ανέμισε απ’ την αναπνοή της
ανοίγοντας τα βλέφαρα γίναν λουλούδια
έγινα δύτης στον ωκεανό της ομορφιάς
κι ο αφρός της επιφάνειας
τραγούδησε το όνομα
Αφροδίτη
αγγίζοντας το βάθος του κορμιού της
υψώθηκα
ως το μελάνι της γραφής
το τίναγμα του κεφαλιού της
μου υποσχέθηκε
μολύβι από τα βλέφαρά της
σταλαγματιές από τα μάτια της
στεριώσανε ένα σταλακτίτη
ανηφορίζοντας την απορία μου
την έσφιξα στην αγκαλιά μου
κι απ’ την ανάσα της
απελευθέρωσα φιλιά
*
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
Λυγμός ανασηκώθηκε μέσα μου το άγγιγμά της
Στα μακριά της δάχτυλα χαμογελώντας τότε
κυλίστηκα στα πόδια της γεμάτη αναμονή
Ανάσες απ’ το βλέμμα της με φίλησαν στα μάτια
Ανυποψίαστα όνειρα τύλιξαν το κορμί της
Ο έρωτας ξεχύθηκε με ορμή στα βλέφαρά της
Κι ανηφορίσαμε μαζί
*
ΑΝΑΦΥΛΛΗΤΟ
Το φύλο της αναδεύτηκε
σαν αναφυλλητό
υψώθηκε ως τα μάτια μου
με φίλησε στο στόμα
η ηχηρή του αναπνοή
ξεπήδησε σαν δύτης
προβάλλοντας απ’ το νερό
ημερωμένη ύστερα
πέταξε ως τ’ αστέρια
*
ΜΕΣΗ ΛΥΣΗ
Σαν έπιασα στο χέρι το μολύβι
τα τιτιβίσματα καλοκαιριάτικων πουλιών
έψαλαν τη χαρά μου
Όμως η αποξένωση
από κρυφά κομμάτια του εαυτού μου
όρθωσε τείχος από θόρυβο
σαν πόλη πού γκρεμίζει ανελέητος σεισμός
Δεν μένει πια παρά να
πετάξω
στην τελική ευθεία του κινδύνου
αναζητώντας
τα στερνά μου απομεινάρια
αναχαιτίζοντας
την ιερή μανία τους
πού διαλύει τούς αρμούς
κάθε συνθετικής προσπάθειας
κάθε προσπάθειας μέσης λύσης
*
ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ
Στην αδελφή μου Χριστίνα
Ταξίδεψα σέ
λιβυκή χώρα ηβική
με πρόδωσαν
οι γερανοί του Ιβύκου
Τί απομένει;
Τις πύλες τού Άδη να περάσω
την Ευρυδίκη για να βρω
κρατώντας λύρα
με λυρικά τραγούδια
να ξορκίσω
τον Κέρβερο, τούς φύλακες και τούς θεούς
του Κάτω Κόσμου
μα στην επιστροφή να μην κοιτάξω πίσω
Δικιά μου η Ευρυδίκη
για να μείνει
*
ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ
Στην Κασσιανή Φελέκη
Μοναχικοί περίπατοι
στην παραλία των λέξεων
οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα
κρωγμοί
λόγια ανείπωτα
πού έχουν έτσι μετεμψυχωθεί
κι άλλα πού έχουνε μεταναστεύσει
σέ κλίματα θερμά
σέ ξένους τόπους
απ’ οπού ο γυρισμός
είναι σαν χάντρα πού ακτινοβολεί
σαν δάκρυ
σαν διαμάντι
σαν πυρσός που σιγοκαίει
μα κινδυνεύει να φουντώσει
σαν χάδι
σα σιωπή
*Από το βιβλίο “Στον ύπνο της Αφροδίτης (1986-1990)”.
Richard Brautigan, Castle of the Snow Bride / Τὸ κάστρο τῆς νύφης τοῦ χιονιοῦ
… ὅ,τι λείπει ἐδῶ εἶναι πολὺ σπουδαιότερο ἀπ’ ὅ,τι ἀκολουθεῖ, διότι αὐτὸ ποὺ ἀπουσιάζει εἶναι τὸ φινάλε μιᾶς ἰαπωνικῆς τσόντας μὲ τίτλο Τὸ κάστρο τῆς νύφης τοῦ χιονιοῦ. Ἡ ταινία ἦταν ἀπίστευτα αἰσθησιακή. Ἔπειτα ἀπ’ τὴν παρακολούθηση λίγων μόνο σκηνῶν, ἡ στύση μου ἔμοιαζε μὲ τὴ στύση ἐφήβου. Ἦταν φλογερὴ καὶ ἀκανόνιστη, τρεμόπαιζε ὅπως τοπίο στὴν καυτὴ ἔρημο.
Οἱ ἠθοποιοὶ στὴν ταινία ἦταν ἡ προσωποποίηση τῆς ἀπόλυτης ὀμορφιᾶς, χάρης καὶ ἡδονῆς. Ἔκαναν πράγματα ὁλοένα πιὸ πολύπλοκα, ὁλοένα πιὸ εὐφάνταστα.
Ἡ πίεση τῆς στύσης μου εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο σχεδὸν νὰ μὲ πετᾶ πρὸς τὰ πίσω, κόντευα νὰ ἐκτοξευθῶ ἀπ’ τὴ θέση μου καὶ νὰ προσγειωθῶ στὰ γόνατα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ καθόταν πίσω μου.
Τὸ κορμί μου παλλόταν ἀπ’ τὸν ἴλιγγο τοῦ σὲξ σὰν δίνη σὲ τροπικὴ θάλασσα καὶ ὁ νοῦς μου πηγαινοερχόταν σὰν τὸ χτύπημα πόρτας ποὺ δὲν σταματᾶ ν’ ἀνοιγοκλείνει.
Ἡ ταινία προχωροῦσε ὅλο καὶ βαθύτερα σὲ πιὸ περίτεχνο καὶ φαντασμαγορικὸ σέξ, στὸ ταξίδι αὐτὸ μὲ προορισμὸ τὴν πλέον αἰσθησιακὴ ἐμπειρία πού ’χα δεῖ ἢ φανταστεῖ ποτέ μου. Λίγο ἀκόμη καὶ ὅλη ἡ προηγούμενη ἐμπειρία μου στὸ σὲξ θά ’μοιαζε λὲς κι εἶχα περάσει ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ δουλεύω λογιστὴς σὲ μικρὴ ἑταιρεία ποὺ φτιάχνει τοῦβλα καὶ ποντικοπαγίδες σὲ μιὰ πόλη τόσο ζοφερὴ καὶ μονότονη, ποὺ δὲν ἔχει κὰν ὄνομα. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν ἐκεῖ ὅλο τὸ ἀναβάλλουν καὶ πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια δὲν τὴν ὀνοματίζουν.
«Θὰ πρέπει νὰ ὀνοματίσουμε τὴν πόλη αὐτὴ τοῦ χρόνου», ἔτσι κάπως τὸ ἀντιμετωπίζουν κι ἔτσι ἀκριβῶς θά ’μοιαζε ἡ σεξουαλική μου ζωὴ συγκρινόμενη μὲ τὸ φινάλε τῆς ταινίας.
Εἶχαν μείνει ἐννέα λεπτὰ γιὰ τὸ φινάλε τῆς ταινίας. Εἶχα συγκρατήσει τὴν πληροφορία ἀπ’ τὸ γκισέ. Ἡ ταινία θὰ τελείωνε στὶς ἑφτὰ καὶ ἐννέα λεπτὰ καὶ τὸ ρολόι τοῦ κινηματογράφου ἔδειχνε ἑφτὰ ἀκριβῶς. Σὲ λιγότερο ἀπὸ δέκα λεπτὰ ἡ σεξουαλική μου ζωὴ θὰ περνοῦσε στὴν ἀφάνεια, θὰ γινόταν μουσειακὸ εἶδος.
Οἱ ἐρωτικὲς περιπτύξεις τῶν γυναικῶν μπροστὰ στὰ μάτια μου ἄρχισαν τώρα νὰ μετατρέπουν τὰ καθίσματα τοῦ κινηματογράφου σὲ ἀτμό. Ἦταν ἐνδιαφέρουσα καὶ εὐχάριστη ἐμπειρία νὰ νιώθω τὸ κάθισμά μου νὰ ἐξατμίζεται ἀπ’ τὴν ἡδονή.
Τότε συνέβη κάτι ποὺ μ’ ἔκανε νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ βγῶ στὸ φουαγιέ. Ἡ δουλειὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ σημαντική. Ἔπρεπε νὰ γίνει. Δὲν μποροῦσα νὰ τὴν ἀποφύγω. Ἐκεῖ τα πράγματα ἄρχισαν κάπως νὰ περιπλέκονται μὲς στὴν ἀσάφειά τους.
Ἴσως σηκώθηκα νὰ πάρω ἀναψυκτικὸ θεωρώντας πὼς ἔχω ἀρκετὸ χρόνο νὰ τὸ κάνω καὶ νὰ ἐπιστρέψω στὴν αἴθουσα προτοῦ ἀρχίσει ἡ τελευταία ἐρωτικὴ σκηνή, μπορεῖ ὅμως καὶ κάτι ἄλλο νὰ μὲ σήκωσε ἀπ’ τὴ θέση μου.
Μπορεῖ νὰ θέλησα νὰ πάω στὴν τουαλέτα ἢ νά ’πρεπε νὰ δώσω σὲ κάποιον ἕνα πολὺ σημαντικὸ γράμμα κι εἴχαμε συμφωνήσει νὰ συναντηθοῦμε στὸ φουαγιὲ καὶ δὲν εἶχα ἰδέα πότε ξεκινᾶ ἡ ταινία ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μοῦ ἀποκαλύψει τὴν πιὸ θεσπέσια ἐρωτικὴ σκηνὴ ὅλων τῶν ἐποχῶν.
Τέλος πάντων, ἔκανα αὐτὸ πού ’χα νὰ κάνω στὸ φουαγιὲ —ὅ,τι κι ἂν ἦταν— κι ἔτρεξα μὲ φόρα στὴν αἴθουσα γιὰ νὰ δῶ τὴν αὐλαία νὰ πέφτει στὸ τέλος τῆς ταινίας μὲ τὸ μακρινὸ πλάνο ἑνὸς κάστρου τὴ δύση περιστοιχισμένου ἀπὸ κοράκια.
Τὰ φῶτα ἄναψαν γιὰ τὴν ἀνάπαυλα κι ἡ αἴθουσα ἦταν γεμάτη λιπόθυμους ἄντρες. Ὁρισμένοι ἦταν σωριασμένοι στοὺς διαδρόμους. Ὅλοι τους εἶχαν μιὰ ἔκφραση εὐδαιμονίας ζωγραφισμένη στὰ πρόσωπά τους, λὲς κι ὁ ἄγγελος τῆς ἡδονῆς τοὺς εἶχε ἀγγίξει ὅσο ἔκανα ὅ,τι ἔκανα.
Ἦταν ἡ τελευταία προβολὴ τῆς ταινίας τὴ νύχτα ἐκείνη, εὐτυχῶς ὅμως τὸ ἔργο θὰ παιζόταν ἄλλη μιὰ μέρα. Πῆγα στὸ σπίτι ἀπογοητευμένος ζώντας τὴν κόλαση ἐπὶ γῆς. Ἡ νύχτα κύλησε σὰν παγωμένο νερὸ ποὺ πέφτει σταγόνα-σταγόνα σὲ μιὰ πυρέσσουσα στύση ποὺ κράτησε ὅλο τὸ βράδυ στὸν ὕπνο μου, παγιδεύοντάς με σ’ ἕνα καθεστὼς τρομεροῦ πόνου.
Ἡ πρώτη προβολὴ τοῦ Κάστρου τῆς νύφης τοῦ χιονιοῦ ἦταν προγραμματισμένη γιὰ τὸ μεσημέρι στὶς δώδεκα καὶ ἕνα λεπτό. Τὸ πρωῒ πέρασε σὰν μαϊμοὺ ποὺ παλεύει νὰ χορέψει στὸν πάγο.
Ὅταν πῆγα στὸν κινηματογράφο στὶς δώδεκα παρὰ τέταρτο, ὁ κινηματογράφος εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Στὴ θέση του ἦταν ἕνα μικρὸ πάρκο μὲ παιδιὰ ποὺ παίζουν καὶ ἡλικιωμένους καθισμένους σὲ παγκάκια νὰ διαβάζουν.
Ἐπιχείρησα νὰ ρωτήσω γιὰ τὸν κινηματογράφο, ὅμως κανεὶς ἐκεῖ δὲν μιλοῦσε ἀγγλικά. Μόλις βρέθηκε ἐπιτέλους κάποιος ποὺ γνώριζε ἀγγλικά, μοῦ ’πε μὲ ὕφος ἀπολογητικὸ ὅτι εἶναι ἕνας ἁπλὸς τουρίστας ἀπ’ τὴν Ὀσάκα, ἐπισκέπτεται πρώτη φορὰ τὸ Τόκιο καὶ δὲν ξέρει τίποτε γιὰ τὸν κινηματογράφο, ὅμως τὸ πάρκο εἶναι πανέμορφο. Τοῦ ἄρεσε πολὺ πού ’χε τόσα δέντρα.
Ἀργότερα συνάντησα ἀνθρώπους μὲ καλὴ γνώση τοῦ ἰαπωνικοῦ κινηματογράφου. Τοὺς ρώτησα γιὰ τὸ Κάστρο τῆς νύφης τοῦ χιονιοῦ. Δὲν τὸ εἶχαν ξανακούσει ποτέ τους καὶ μὲ ρώτησαν ἂν εἶμαι σίγουρος γιὰ τὸν τίτλο.
Ναί, ἤμουν σίγουρος. Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει παρὰ μόνο ἕνα Κάστρο τῆς νύφης τοῦ χιονιοῦ. Δυστυχῶς δὲν μπόρεσαν νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἰδοὺ λοιπόν: Ὅλα εἶναι ἐδῶ πέρ’ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ λείπει.
*Πηγή: Richard Brautigan, The Tokyo-Montana Express, Λονδίνο, Picador (Pan Books), 1982 [πρώτη έκδοση: Νέα Υόρκη, Targ Editions, 1979].
**Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan) (1935, Τακόμα – 1984, Σὰν Φρανσίσκο). Ἀμερικανὸς πεζογράφος καὶ ποιητής. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕντεκα νουβέλες, δέκα ποιητικὲς συλλογὲς καὶ μία συλλογὴ σύντομων πεζογραφημάτων. Ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὸ παιγνιῶδες καὶ γλυκόπικρο ὕφος καὶ ἡ εὑρηματικότητά του εἶναι στοιχεῖα ποὺ θὰ συναντήσει κανεὶς στὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ἔδωσε ὁ ἴδιος τέλος στὴ ζωή του.
***Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
Γιῶργος Ἀποσκίτης (1984). Γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πραγματοποίησε σπουδὲς στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Ἐδιμβοῦργο. Ἔχει ἀσχοληθεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μὲ τὴ λεξικογραφία καὶ μὲ τὰ κινούμενα σχέδια. Δουλειά του ἔχει δημοσιευτεῖ στὸ περιοδικὸ Σημειώσεις καὶ ἀλλοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρωτότυπα κείμενα καὶ μεταφράσεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπονζάι. Πρῶτο του βιβλίο ἡ συλλογὴ μὲ μικρὰ πεζὰ Στιγμόμετρο (Σμίλη, 2021).
Nicanor Parra, Σόλο πιάνου
Μια κι η ζωή δεν είναι άλλο από μια μακρινή πράξη,
Λίγος αφρός που γυαλίζει μέσα σ’ ένα ποτήρι·
Μια καν τα δέντρα δεν είναι άλλο από έπιπλα που κουνιούνται:
Δεν είναι άλλο από καρέκλες και τραπέζια σε συνεχή κίνηση·
Μια κι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε άλλο από όντα
(Όπως ο ίδιος ο θεός δεν είναι άλλο παρά θεός)
Μια και δε μιλάμε για να μας ακούσουν
Παρά για να μιλήσουν κι οι άλλοι
Κι ο ήχος έρχεται πριν από τις φωνές που τον παράγουν
Μια κι ούτε καν έχουμε την παρηγοριά ενός χάους
Στον κήπο που χασμουριέται και πλημμυρίζει αγέρα,
Ένα αίνιγμα που πρέπει να ξεδιαλύνουμε πριν πεθάνουμε
Για να μπορέσουμε να αναστηθούμε ήσυχα μετά
Όταν έχουμε χορτάσει τη γυναίκα·
Μια που υπάρχει και στην κόλαση ουρανός,
Επιτρέψτε μου να κάνω κι εγώ μερικά πράγματα:
Θέλω να κάνω φασαρία με τα πόδια μου
Θέλω η ψυχή μου να βρει το σώμα της.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα και αντιποιήματα”, εκδ. Εκάτη, 2002.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
Κατερίνα Φλωρά, Από μακριά
Αναζητώντας τις διαφορές
διαβαίνουμε εδώ και κει
με την προσμονή κάτι να αντικρύσουμε
που εντύπωση θα κάνει
Μοναδικό σπάνιο συναρπαστικό
Όμοιες οι ανάγκες των ανθρώπων
Απ’ άκρη σ’ άκρη
όσο μακριά κι αν φτάσουμε
Οι αποστάσεις τους ανθρώπους δεν αφορούν
μα τις συνθήκες· καταστάσεις που απομακρύνουν
και αποχρωματίζουν τον βαθύ πυρήνα της ύπαρξης









