Σταύρος Μίχας, Δύο ποιήματα

ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ο ήλιος φλόγα που σφύζει έπαρση
η σκόνη του αέρα βαραίνει τους ώμους μας
ενοικιάζεται το παρόν
βογγά η μέρα
σαλεύει λίγο το κενό μέσα μας.
Το φως κρυστάλλινος όφις ουράνιος
τρυπά το στήθος μας
Μας συντρίβει μέσ’ στο ανέφικτο.
Αφήνουμε να μας προσπεράσουν κάποιες μνήμες
-που ξεθώριασαν μέσα μας-
σαν ταινία παιγμένη προς τα πίσω
στην οθόνη της δικής μας συνείδησης.
Ανόητες ιδέες δικές μας
σαρκοφάγα λουλούδια.
Μάταια αντισταθήκαμε
μάταια υπήρξαμε επί μακρόν
στη νεόχτιστη κενότητα μας.
Παρ’ όλο που τόσο επιθυμήσαμε
ν’ ανταμωθούμε στα μάτια των αγγέλων
είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
που τους σκεπάζει η λήθη.

*

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

Έφυγες
κι άφησες
μία παύση στο τίποτα.
Έτρεξες μακριά απ’ τον ατέρμονα κύκλο του χρόνου
μακριά απ’ τον εαυτό σου
από την ίδια σου φωνή
εσύ ο πρωτότοκος
της κίνησης και της ακινησίας
προτού βλαστήσουν τα δάκρυα
προτού ονειρευτείς το χιόνι στο κορμί
και την αδιάκοπη θλίψη σου
που ολοένα πλέον αναχωρεί.

Αγνή Μπαγκέρη, Δύο ποιήματα

Η ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ

Σε μονοπάτι φυλλοστόλιστο
σταθήκαμε ένα δείλι
πουλάκια κελαηδούσαν
πένθιμο τραγούδι
–καλωσόρισμα
μιας άγουρης, ακόμη, αγάπης.

Σταθήκαμε
πλέκοντας τα τρίκλωνα δάχτυλά μας
κάτω απ’ της σελήνης
τ’ ολόχρυσο υφαντό.

Γονυπετείς,
«χάρισέ μας μαρμάρινο φως»
κι αμέσως
σμίξαμε τα μάτια.

Οι ήλιοι σου
μ’ όλο μέσα τους το καλοκαίρι
αχτιδοβόλησαν στον συννεφιασμένο μ’ ουρανό
άναψαν φλογίτσες στις φωλιές μου
φλογίτσες άκακες.

Σταθήκαμε ένα δείλι
σε μονοπάτι φυλλοστόλιστο
το δέντρο κι οι καρποί του
σταθήκαμε κι αγαπηθήκαμε.

*

ΣΕΜΝΗ ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ

Κόρες χαλαζοστόλιστες
ακολουθούν το δρομολόγιο πιστά.
Τι κι αν θολή φαντάζει η πλάση;
Τι κι αν δεν έχουν κορμί να τους σταθεί;
Το δρομολόγιο ορίζει να μη χαθεί στιγμή
κι όλο παραμερίζουν τις σταγόνες
κι αδημονούν το δείλι να τις φτάσει.

Σε μια πλάνη κατοικούν
τη σκοτεινιά ποτίζουν
σαν παύουν η μια την άλλη να κοιτούν
συλλογίζονται ν’ ανθίζουν.

Αχρείαστες, τάχα
σαν η σελήνη ανάψει
με τα βλέφαρα θα σκεπαστούν
κι αλόγιστα θα προσποιηθούν
πως το δάκρυ δεν θα στάξει.

*Από τη συλλογή «Το άγγιγμα της Λίλιθ», ΑΩ Εκδόσεις, Μάρτιος 2022.

Πασχάλης Κατσίκας, Δύο ποιήματα

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΕΤΙΕΝ ΛΑΝΤΙΕ 1885

Κρέμασε την καρβουνιασμένη ρεντιγκότα
κι από κάτω στοίχισε τις κατάμευρες γαλότσες
Ξάπλωσε ικανοποιημένος
στο ημίφως του τάφου του
χορτασμένος απ’ τις πατάτες
που τον φίλεψαν οι Μαέ
μα πιο πλήρης από το κρασί και
τα λόγια της ταβέρνας
Έριξε κλεφτά μια ματιά
στην Κατερίνα πλάι του
στα κίτρινα γιλέκα που σαν μαργαρίτες
φύτρωναν στο χώμα που τον σκεπάζει
και ήσυχος ξανακοιμήθηκε

-Τίποτε δεν είχε αλλάξει
όλα ήταν όπως τα άφησε-

*

ΟΜΟΛΟΓΙΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ;

Ξεχείλωσε τις αξίες
όπως το σώμα που το ταΐζεις χοληστερίνη
καλοθρεμένε μικροαστέ
με τα προεξέχοντα
αδρανή κατά τα άλλα ξύγκια
να πάλλονται
μόνο εμπρός στον κίνδυνο
της παραμικρής αλλαγής

-και η μιζέρια έχει τη γοητεία της

Βούλιαξε ανέμελα
με τον αντίχειρα στο κουμπί
κρύψε το μικροσκοπικό σου ήθος
στις ιδρωμένες πτυχές
Άσε τους λιπόσαρκους
που είναι σε κρίση – μη δίαιτα
τ’ ατροφικά να υψώσουν μέλη
είναι λαφρύτεροι
με γραμμωμένες αξίες
απαλλαγμένες από εμφράγματα.

*Από τη συλλογή «Το κοιμώμενο τσίρκο», εκδ. Εξιτήριον.

Γιώργος Λ. Οικονόμου, Τρία ποιήματα

ΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΝΗ

Ύστερα
δεν είπα τίποτα.
Άφησα μόνο
ο κουρνιαχτός να κοπάσει
κι έγινα ένα με τη σκόνη.
Ένας αέρας να φυσήξει
και θα σηκωθώ.

*

ΣΙΓΑΝΗ ΒΡΟΧΗ

Έτσι μια μέρα θα πεθάνουμε
ξημέρωμα Σαββάτου
όταν μόνο οι νοσοκόμες ξενυχτούν
και οι άστεγοι βγαίνουν σιγά σιγά στους δρόμους
Κυριακή την ώρα της κηδείας
θα ‘χουν μαζευτεί αρκετοί που
απ’ τη ζωή μας ήταν εξαφανισμένοι
ο παπάς θα λέει χωρίς ίχνος θλίψης
τα λόγια της Εξοδίου Ακολουθίας
μια σιγανή βροχή
θα μας συνοδεύει στην αγκαλιά
της μάνας μας

*

ΑΠΟΓΕΙΩΘΗΚΕ

Τον ξέρω καλά τον θάνατο
χρόνια τώρα συναντιόμαστε στο καφενείο
της γειτονιάς έρχεται και ψαρεύει
συνταξιούχους κι ανέργους
τον ξέρω καλά
Προχτές ένας ντελιβεράς τρέχοντας
να προλάβει απογειώθηκε κι ακόμα ανεβαίνει
με το μηχανάκι του στον ουρανό
Τον ξέρω καλά τον θάνατο
όχι λίγες φορές αντικριστήκαμε
και με γλυκοκοιτούσε Θεέ μου
με γλυκοκοιτούσε

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη.

Walt Whitman, Song of Myself / Τραγούδι του εαυτού μου

I believe a leaf of grass is no less than the journey-work of the stars,
And the pismire is equally perfect, and a grain of sand, and the egg of the wren,
And the tree-toad is a chef-d’œuvre for the highest,
And the running blackberry would adorn the parlors of heaven,
And the narrowest hinge in my hand puts to scorn all machinery,
And the cow crunching with depress’d head surpasses any statue,
And a mouse is miracle enough to stagger sextillions of infidels.
I find I incorporate gneiss, coal, long-threaded moss, fruits, grains, esculent roots,
And am stucco’d with quadrupeds and birds all over,
And have distanced what is behind me for good reasons,
But call any thing back again when I desire it.
In vain the speeding or shyness,
In vain the plutonic rocks send their old heat against my approach,
In vain the mastodon retreats beneath its own powder’d bones,
In vain objects stand leagues off and assume manifold shapes,
In vain the ocean settling in hollows and the great monsters lying low,
In vain the buzzard houses herself with the sky,
In vain the snake slides through the creepers and logs,
In vain the elk takes to the inner passes of the woods,
In vain the razor-bill’d auk sails far north to Labrador,
I follow quickly, I ascend to the nest in the fissure of the cliff.

Πιστεύω ότι ένα φύλλο γρασιδιού δεν είναι λιγότερο από το ταξίδι-έργο των αστεριών,
Και το πρισμίρ είναι εξίσου τέλειο, και ένας κόκκος άμμου, και το αυγό του σπουργιτιού,
Και η φρύνη του δέντρου είναι ένα chef-d’œuvre για το υψηλότερο,
Και το βατόμουρο που τρέχει θα στόλιζε τα σαλόνια του ουρανού,
Και ο πιο στενός μεντεσές στο χέρι μου περιφρονεί όλα τα μηχανήματα,
Και η αγελάδα που τρώει με το κεφάλι κατεβασμένο ξεπερνά κάθε άγαλμα,
Και ένα ποντίκι είναι αρκετό θαύμα για να παραπαίξει εξισοκατομμύρια άπιστους.
Βρίσκω ότι ενσωματώνω γνεύσιο, κάρβουνο, μακρόστενα βρύα, φρούτα, σιτηρά, ρίζες,
Και είμαι στοκαρισμένος με τετράποδα και πουλιά παντού,
Και έχω απομακρύνει ό,τι είναι πίσω μου για καλούς λόγους,
Αλλά μπορώ να ξανακαλέσω οποιοδήποτε πράγμα όταν το επιθυμώ.
Μάταια η επιτάχυνση ή η συστολή,
Μάταια οι πλουτωνικοί βράχοι στέλνουν την παλιά τους θερμότητα ενάντια στην προσέγγισή μου,
Μάταια ο μαστόδοντας υποχωρεί κάτω από τα ίδια του τα κονιορτοποιημένα οστά,
Μάταια τα αντικείμενα στέκονται μακριά και παίρνουν ποικίλες μορφές,
Μάταια ο ωκεανός κατακάθεται σε κοιλότητες και τα μεγάλα τέρατα ξαπλώνουν χαμηλά,
Μάταια το όρνιο στεγάζεται στον ουρανό,
Μάταια το φίδι γλιστράει ανάμεσα στα αναρριχώμενα φυτά και τους κορμούς,
Μάταια το ελάφι πηγαίνει στα εσωτερικά περάσματα του δάσους,
Μάταια το ξυράφι ταξιδεύει βόρεια στο Λαμπραντόρ,
Ακολουθώ γρήγορα, ανεβαίνω στη φωλιά στη σχισμή του βράχου.

*Walt Whitman, Leaves of Grass, Οξφόρδη.

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Lola Ridge, Τρία ποιήματα

ΜΟΧΘΟΣ

Συντρίμμια

Αγαπώ αυτά τα πνεύματα
Που οι άλλοι αποφεύγουν και δείχνουν με το δάχτυλο,
Ή τα φοβούνται και καμουφλάρουν την ψυχή τους-
Αυτά τα ερείπια,
Όπου η Ελευθερία κατοίκησε για μια ώρα μόνο
Και πέρασε σαν φλόγα,
Καίοντας συθέμελα αυτό το τόσο μικρό σπίτι.

*

ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Όνειρα

Οι άνθρωποι πεθαίνουν…
Τα όνειρα απλώς αλλάζουν κατοικία.
Δεν μπορείς να τα στήσεις στον τοίχο
Και ήσυχα να τα θάψεις στο χώμα,
Και να μην ξανακούσεις γι’ αυτά…
Όσο βαθύς κι αν είναι ο λάκκος και παχύ το χώμα-
Σαν βλαστάρια από το παρελθόν
Που φύλαξαν ένα ιερό ρόδο κάτω από την παγωνιά
του κόσμου-
Τα όνειρα θα βγουν στο φως.

*

ΤΑ ΝΕΑ (Πάσχα 1916)

Λογοκριμένα ψέματα μιμούνται την αλήθεια…
Λογοκριμένη αλήθεια χλωμή όσο κι ο φόβος..
Η καρδιά μου ζωντανή καμπάνα που χτυπά…
Αλλά μόνο οι νεκροί ακούνε…

Η καρδιά μου μοιάζει με μια μητέρα-πουλί
Που γυρίζει σε κύκλους, όλο και πιο ψηλά στον
ουρανό,
Και η φωτιά στο δάσος
Κυκλώνει το δέντρο που έχει χτίσει τη φωλιά της.

Η καρδιά μου μοιάζει με τον εραστή που ματαιώθηκε
Από ένα σπασμένο σκαλί-
Δίνουν μάχη αυτή τη νύχτα στην οδό Σάκβιλ
Κι εγώ δεν είμαι εκεί!

*Από το βιβλίο “Το σώμα που πονά / Ο καθρέφτης του κόσμου”, εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 2023. Μετάφραση: Ελένη Χατζή.

Kishwar Naheed, Έκφραση

Είχα λέξεις για κάθε σκέψη
μπορούσα να εκφράσω
την εικόνα μιας ψυχής και
την ψυχή μιας εικόνας.
Η καρδιά απαίτησε ευτυχία,
τα μάτια έναν τόπο
κι οι νύχτες ένα κρεβάτι.
όπως της Έμιλι Ντίκινσον,
η ζωή μου ήταν ένα γεμάτο όπλο
με φυσίγγια τοποθετημένα από
τα δικά μου χέρια.
Ένιωσα σαν να ‘ναι ένα
πτώμα μέσα στο κεφάλι μου
και το περιέγραψα κι αυτό.
Είχα λέξεις για κάθε σκέψη.
Σαν σκίουροι που φευγαλέα
ξεπροβάλλουν ανάμεσα απ’ τα δέντρα
εγώ ερχόμουν σε σένα
μα εσύ βρήκες καταφύγιο στη δική μου σιωπή.
Μέσα από το παράθυρο των λόγων μου
θα μπορούσες να νιώσεις το αεράκι μιας ένωσης.
Δεν υπήρξε καμία ρωγμή
στον τοίχο της δικής σου απόφασης.
Το φως εκατομμυρίων ετών
εστίασε στα δυο σου μάτια,
απερίγραπτο
ακόμα και σε μένα.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Σιωπές – Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν”. Εκδόσεις opportuna, Πάτρα 2023. Ανθολόγηση – επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής. Η απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση της Rukhsana Ahmed.

**H Kishwar Naheed είναι φεμινίστρια ποιήτρια και συγγραφέας από το Πακιστάν που γράφει στη γλώσσα Ουρντού (Urdu). Έχει γράψει αρκετά ποιητικά βιβλία. Έχει επίσης λάβει βραβεία, μεταξύ των οποίων το Sitara-e-Imtiaz για τη λογοτεχνική της συμβολή στη λογοτεχνία Ουρντού.

Μαρία  Πανούτσου, Ποιήματα 

να πως και
γιατί;
Το στόμα,
το χέρι,
το είδα που στάθηκε,
η απόσταση ( σε/ με ) προστατεύει
από μια αποτυχία

1
Μεγάλη εβδομάδα.
Μεγάλη Πέμπτη
και ο Πάτερ Σέργιος *

Περπατούσε σε αγκάθια
τα πάθη σκορπίζουν την θέληση
ένα πουλί ξεπουπουλιασμένο
είναι
τα νοιώθει στα σπλάχνα του-
τα δόντια του- σαρκοβόρου πόθου
«πάθη που δεν ημερεύουν»
να λυτρωθώ, ν’ αναστηθώ θεέ μου
στα γόνατα παραληρούσε
να γαληνέψει η ψυχή της
που ξένη κι άσκουφη
χωρίς την θέλησή της
την αποδιώχνει απ’ την αγάπη
απ’ την στοργή

*(“Ο Πάτερ Σέργιος” νουβέλα του Λ. Τολστόι)

2
κι οι πόλεις γίγαντες
τεράστιοι αχόρταγοι νοσηροί
πόσοι ερχομοί και τις αναχωρήσεις;
με πιάνω αδιάβαστη, δεν τις έχω καταγράψει
μόνο να, μια λαχτάρα κι ένα σβήσιμο
καθώς το σώμα ανοίγει για να δεχτεί το γεγονός
και να σκεφτείς.. δεν είμαι καν μια βάρκα
παρά σανίδα ξέμπαρκη

3

και στην πρώτη κραυγή
και στην τελευταία
και στον δρόμο
που μας αναλογεί
μόνοι
μόνη μαζί με άλλους
τι φρίκη συμπόρευση
στο κύμα στην ακροθαλασσιά ναι
κάθε μεγάλη στιγμή καταδίκη μου
και κάθε πικρή στιγμή του διαβόλου που με κυβερνά
και οι άγγελοι μαζί και αυτοί αχταρμάς από άυλη ύλη
μόνο μια ενέργεια μένει να αγαπήσω έτσι το τίποτα

4

Θέλω

α
Την ζωή που κανείς
πριν από μένα δεν διάβηκε

β
Την σιωπή που μιλάει και στάζει μόνο για μένα
σε αφώτιστα ακόμη αστέρια

γ
Και το σπασμένο κομμάτι γυαλί
που περιμένει την γυμνή μου πατούσα

δ
Την ίσκα -Phellinus igniarius- που μου τρώει τα σωθικά
και το φιλί μου για ένα φιτίλι

ε
Εσύ και εγώ
σαν μια θνητότητα που αναβάλλεται

ζ
Σαν ένα φυτό που αναρριχάται
σε συστροφή αιώνια

η
Νάμα που
δείλι και χάραμα με λούζει

θ
Κορμί δικό μου λένε πως είναι
δεν τους πιστεύω

κ
Τρυγώ την κάθε φλαμουριά που βρίσκω
και φλόμους γύρω από το σπίτι σπέρνω

5

Αγγίζω τους ανθρώπους από μακριά/
κάθε μου άγγιγμα /είναι μια στιγμή στην αιωνιότητα/
ένα χάδι στο μάγουλο /και ένα φιλί στο πηγούνι/
αγάπες που δεν εκφράστηκαν/ είναι το μέλλον του κόσμου/
αυτές μας κρατούν όρθιους/
Ένα πως και γιατί/
το στόμα/
το χέρι/
το είδα που στάθηκε/
η απόσταση (σε/ με) προστατεύει
από μια αποτυχία

Σημ.: Μικρή δική μου (της Μαρίας Πανούτσου) επιλογή ποιημάτων από το 2022-23.

Νίκος Σφαμένος, Δεν θα συμβεί τίποτα

Φωτογραφία: Ilhan Maraşlı

«Δεν θα συμβεί τίποτα», σκέφτηκε εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα όταν βγήκε απ’ την κάμαρα του. Περπάτησε όπως πάντα αρκετά, χαιρέτησε κάνα δυο γνωστούς και σταμάτησε για κάμποση ώρα στο γνώριμο σημείο κοιτάζοντας τη θάλασσα.
 Οι γάτες ήρθαν και τριβόταν στα πόδια του, άρχισε να τις μιλάει-λες και ήξεραν τα μυστικά όλου του κόσμου. «Εμείς κάποια στιγμή φεύγουμε χωρίς να έχουμε μάθει σχεδόν τίποτα», σκέφτηκε.
Έπειτα από λίγο βρήκε μια καφετέρια, ήταν η μέρα που οι παρέες συγκεντρωνόταν και έβλεπαν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Φωνές, καβγάδες και βλέμματα καρφωμένα στην οθόνη. Του άρεσε να τους παρατηρεί. Χτύπησε το τηλέφωνο του.
 «Αγαπητέ και αυτό το καρναβάλι είναι υπέροχο! Σε δύο μέρες επιστρέφουμε και ανυπομονούμε να σε ξαναδούμε. Να γράφεις ε; Μη σταματήσεις ποτέ.»
«Κι εγώ ανυπομονώ.»
Υπήρχε γύρω μια γλυκιά θλίψη, ίσως πράγματι να ζούσε σ’ ένα όνειρο. Πόσοι και πόσοι είχαν γράψει γι’ αυτό. Γλυκιά θλίψη. Ναι.
Επέστρεψε αργά τη νύχτα. Άνοιξε το παράθυρο και λίγο πριν κοιμηθεί έγραψε αυτές τις γραμμές. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Περίπου.

Ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο
σ’ αυτήν εδώ την πόλη
περπατώ με τις ώρες
μιλάω στις γάτες
και χαϊδεύω τα κύματα
λίγο πριν επιστρέψω σπίτι
με περιμένει το γνώριμο τραπέζι
ο Γιώργος θα φέρει τον καφέ
«έγραψες τίποτα όσο καιρό είσαι εδώ;»
«όχι, Γιώργο»
«ο κόσμος πάει κατά διαόλου ε;»
«πάντα πήγαινε»
ανοίγω την εφημερίδα
«το πανέμορφο μοντέλο Λέβι Ντίλαν
είναι εγγονός του Μπομπ»
χα!
αργότερα
ξεκινώ για το δωμάτιό μου
κάποτε σ’ αυτό έμενε
ένας Φινλανδός μπεκρής
όταν έφυγε άφησε
το ραδιόφωνό του
τ’ ανοίγω και ακούω για τις
διαδηλώσεις
εναντίον του νέου πλανητάρχη
κλείνω το παράθυρο και λίγο πριν
έρθει ο ύπνος
κοιτάζω το χαρτί μου
Γιώργο
κάτι έκανα

Βαθύ 22-1-2017