Χρήστος Κολτσίδας, Τρία ποιήματα

ΑΡΧΗ

Ο Σαμουράι κατεβαίνει στο ποτάμι.

Όμως εδώ
δεν έχουμε καταρράχτες.

Γι’ αυτό γονατίζει πάνω σε μια πέτρα
και περιμένει τη βροχή.

*

ΒΡΟΧΗ

Βροχή
απ’ αυτή που πέφτει πάνω σου
-ή κι αλλού.

Γιατί καλό είναι, όπως λέν,
από μικρός να ξέρεις τι θα πει
να εξαρτάσαι από τις καιρικές συνθήκες.

*

ΒΡΕΧΕΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

Στον Άκη Παραφέλα

Πέφτει βροχή.
βρέχεται ο κόσμος,
βρέχονται τα ρούχα του Σαμουράι,
βρέχεται το δέρμα του,
βρέχεται η καρδιά του,
βρέχεται κι ο νους του.

Αλλά για την καρδιά του τον νοιάζει πιο πολύ.

*Από τη συλλογή “Η καρδιά του Σαμουράι – Δεκάξι ασκήσεις ψυχραιμίας”, εκδ. Θράκα, 2023.

Γιώργος Κοζίας, Καβαφικά ποιήματα

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.

Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

*

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται
στις χορταριασμένες Μυκήνες.
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.
Δεν έφυγαν. Τράβηξε
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».

Στο βουβό παλάτι οι πέτρες
τον κατάπιαν ζωντανό.

*

ΒΑΚΧΕΣ
(παράσταση)

Έναν αιχμάλωτο τον ντύσανε βασίλισσα.
Μπροστά πηγαίνουν σαλπιγκτές και ραβδούχοι.
Απ’ τα κορμιά τους κρέμονται πουγγιά
κι απ΄ τα τσεκούρια τους κεφάλια.
Ακολουθούν οι εταίρες, ο στρατός τραγουδώντας
τα κατορθώματα του Κράσσου.
Οι άνθρωποι του Σουρήνα μπήκαν στην πομπή
την ώρα που παράσταιναν τις Βάκχες.
Ο Ιάσων, έλλην ηθοποιός, παίζει
την Αγαύη. Σπαράζοντας.

*

Η ΥΠΟΔΟΧΗ

Οι Πάρθοι τον δέχτηκαν με τιμές.
Τον ανεβάσανε σε μεγαλόπρεπο φαρί.
Κι ο βασιλιάς Ορώδης του χάρισε
μελανό σημάδι-ενθύμιο της συνάντησης.

Τα τύμπανα χτυπούν στην παρέλαση.
Ο ξένος λύνει την κόρδα
του δοξαριού του. Μετανιωμένος
για τα δώρα που δέχτηκε κρεμάστηκε.

*

ΣΤΑΧΤΕΣ

Η Αλεξάνδρεια φόρεσε το στέμμα.
Γέμισαν άρματα οι δρόμοι. Της Σατραπείας
ανεμίζουν τα λοφία. Νίκησαν οι στρατηγοί.

«Ουρλιάξτε!», προστάζουν.
Και ουρλιάζουμε.
«Λογχίστε!».
Και λογχίζουμε τις στάχτες.

*Από την ποιητική συλλογή «Πεδίον ρίψεων», εκδ. Στιγμή, 2001.

Joyce Mansour, Ο δρόμος σέρνεται μες στων στροφών την γκρίζα σκόνη 

Ο δρόμος σέρνεται μες στων στροφών την γκρίζα σκόνη
Ο σπόρος πεθαίνει μέσα στα χωράφια
Ο κεραυνός μαδάει τους στύλους
Ένας ινδιάνος, απ’ τον καυτό άνεμο της θύελλας πιο γέρος
πιο πολύ φρυγμένος
από του παρελθόντος του και του πατέρα του το βάρος διπλωμένος στα δύο
δεμένος στο φορτίο του με σάρκινο λουρί
ίσκιος μοναχικός τρικλίζει, ταξιδεύοντας
ανάμεσα στις χαρακιές της γης το σαγόνι του να κρέμεται
Κακιάς μοίρας οιωνός
Φευγάτο το φεγγάρι
Αφήνει ο ινδιάνος να γλιστρήσει από τη ράχη του ο πατέρας
όπως γλιστρά επάνω σε μια θίνα η άμμος, όπως νερό
Της ηδονής τ’ αμάξι μαστιγώνει το μονοπάτι με την ουρά του
και σερπαντίνα σκοτεινή περνά την άλικη λοφοκορφή
πάνω στα ξαπλωμένα και όρθια κορμιά που κουράστηκαν να είναι ινδιάνοι
αγκαλιασμένα μες στη μοναξιά όπως αυγά μες σε φωλιά
Δύο κορμιά σ’ έναν έρημο δρόμο επάνω

*Από τη συλλογή “Όρνια”, σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου Έκδοση Τυπογραφείο “Κείμενα”, Αθήνα 1987.

Βασίλειος Μάγγος (1994-2020), Ποιήματα

Τότε (παρελθόν ή μέλλον;)

Να σε ρωτήσω
Να με ρωτήσεις
Ν’ αναζητήσω
Ν’ αναζητήσεις

Και κάπως έτσι μπερδεύτηκαν οι αισθήσεις

Δημιούργημα, είπε ο ένας
Τερατούργημα, είπε ο άλλος

Λέξεις κι έννοιες
Μην με μπερδεύετε

Μεταξύ ονείρου και παραίσθησης
Τι ωραία που ‘ναι
Και τι άσχημα

*

Ερημιά, καθώς έρημο το σώμα
παρατημένο, ένα με το χώμα

Έμεινε κάτι μέσα μας που όμως δεν μπορεί να μιλήσει
Είμαι ξύπνιος κι όμως κανείς δεν μπορεί να με ξυπνήσει

Ξύπνιος τελικά ή έξυπνος; Μήπως τίποτε απ’ τα δύο;

Μήπως

κάτι άλλο;

*

Αναμνήσεις και λήθη

Χίλιες σαν μια σκέψεις
ο κόσμος κι οι πλεύσεις
τρέχουμε σαν ιστορία
τρομερή μου αγάπη και ματαιοδοξία

ήρθε

ο καιρός που γυρνούσε
με συναντούσε
απόγευμα

ήξερε

ήταν η αγαπημένη μου ώρα
το θυμάμαι σαν τώρα

τι γινόταν εκεί;

η μέρα έδυε
η νύχτα ανέβαινε

δηλαδή

η λογική μου πια έσβηνε
και το συναίσθημα έτρεχε

μα πρώτα

μελαγχολούσα…

*Από το βιβλίο “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, έκδοση slitzi.blogspot.com

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα 

14.
(όταν πονάς όλος ο κόσμος είναι δαγκωμένος στο σχήμα της οδύνης)

ξέμπαρκος με χειροποίητη μοναξιά
οδηγώ το φαντασιοπλάνο μου
στη φάμπρικα του τίποτα

έμαθα να μετράω με τα δάχτυλα της καρδιάς
οι βαλβίδες μου έφτυσαν την περόνη

15.
θελω να μείνω

αγριόχορτο

πάνω στον φράκτη

-μια αναρθρη κραυγή ανέμου

να μην καταλήξω στο θερμοκήπιο
να με ταΐζουν λίπασμα και κοπριά

       οι φύλακες

16.
χειμώνας τροφή φιδιού ωστόσο
στη μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού
μια παράκτια ζωή
χωρίς θύελλες χωρίς ορισμένους ορίζοντες
χωρίς ανηφοριά της θλίψης χωρίς εμένα
πενθωντας με ανθίζω

*Από τη συλλογή “Οριοβάτης”, εκδ. Αρμίδα, 2021, υπό το όνομα Ε. Μύρων.

Βασίλης Στεριάδης, Η τρύπα με τις κουμπότρυπες

Artwork: Eckart Hahn

Και ο ύπνος είναι λάθος, μου είπαν.
Είχα ρωτήσει, επειδή στον ύπνο μου
περνούσαν τα υπουργεία.
Είδα την Ουρανία
και είχε βγάλει τα μαύρα.
Πέρασαν οι νομαρχίες
και το Υπουργείο Ψυχικής Άμυνας
με άσπρα.
Στο μεταξύ πέρασαν τα Φώτα και του Αι-Γιαννιού
και το Υπουργείο Σωματικής Άμυνας.
Πέρασαν ο παράγων φόβος και ο παράγων λάθος.
Έτσι τα λάθη άρχισαν να φεύγουν απ’ τις τσέπες μου
και σκορπίσθηκαν σαν κύτταρα.
Η ποίηση έμπαινε στα υπουργεία και στις νομαρχίες
μέχρι σε δέντρα της Μακεδονίας.
Να συλληφθεί ο πρωταθλητής λάθος,
είπε ο παράγων λάθος. […]

Μαρία Θεοφιλάκου, Τέταρτη βιομηχανική 

Διάβαζα τις ηλεκτρονικές σελίδες ειδήσεων
όταν κάπου σε κάποιο δημοσίευμα
ανάμεσα στις διαφημίσεις που αναδύονται
νά σου και μια εντελώς ασύμφορη
για τα ενδιαφέροντά μου, 
ενός γραφείου τελετών.
Κηδείες. Μνημόσυνα. Αποτέφρωση. Επαναπατρισμός.
                               — Μαύρο γάντι κρατώντας κόκκινο ανθό.
Τα χρόνια μου είναι γύρω στα σαράντα, άκρατα υγιής,
             ή τουλάχιστον,
χωρίς τίποτα να προδίδει το αντίθετο.
Καταλαβαίνετε, αναρωτιέμαι 
τι μπορεί να είπα ή να έκανα 
που να ωθήσει τον παγκόσμιο ιστό
σε τέτοια πρόταση συναλλαγής.
Προσεκτικά επέστρεψα στην είδηση 
μήπως και βρω τη λύση στα 
ψιλά γράμματα της αφίσας,   
μα είχε ήδη δώσει τη θέση της σε άλλη — 
διεθνές συνέδριο για πωλήσεις: 
                            “η Οδύσσεια της τεχνητής νοημοσύνης”.

 
Υποθέτω πως καθένας μας διαλέγει 
τι να πιστέψει, 
τυχαιότητα ή κλεφτή ματιά στη μεταφυσική.

(Μόνο, προσδοκώντας την άλλη,
μη μας προλάβει η τέταρτη βιομηχανική). 

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Τέσσερα μικρά ποιήματα

ΤΟ ΚΕΝΟ
‘Ωρες πολλές καθόμαστε με το μαξιλάρι μου
και συζητούσαμε
με τι μπορεί να γεμίσει το κενό
ανάμεσα στ΄ αστέρια

ΣΤΙΓΜΗ
Μια φουντίτσα πεύκου
ξεμακραίνει με πλώρη της τον ήλιο
Μήπως αυτό είναι γαλήνη;

ΑΝ ΒΡΕΞΕΙ
Αν βρέξει απόψε είναι για μένα
και λιγο για το σκονισμένο
γιασεμί

ΑΥΡΙΟ
Ας κλείσουμε τα νυσταγμένα μας όνειρα
στη βαλίτσα
να τα φυλάξουμε και για αύριο

*Από τη συλλογή “Ο κόκκορας των θεμελίων”, Αθήνα 1971.

André Breton, Τεθλασμένη γραμμή (απόσπασμα)

Andre Breton, The African Mask

Είμαστε το ξερό ψωμί και το νερό στις φυλακές του ουρανού
Είμαστε τα λιθόστρωτα του έρωτα
όλοι οι σταματημένοι φωτεινοί σηματοδότες
Που προσωποποιούμε τα χαρίσματα αυτού του ποιήματος
Τίποτε δεν μας εκφράζει πέρα από τον θάνατο
Εκείνη την ώρα όπου η νύχτα για να βγει βάζει
τα λουστραρισμένα της μποτίνια
Δεχόμαστε τον καιρό όπως έρχεται
Σαν έναν μεσότοιχο
σε εκείνον των φυλακών μας
Οι αράχνες οδηγούν το πλοίο μέσα στο αγκυροβόλιο
Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να αγγίζετε δεν υπάρχει τίποτα να δείτε
Αργότερα θα μάθετε ποιοι είμαστε
Τα έργα μας είναι ακόμη εντελώς απαγορευμένα
Όμως αυτή είναι η αυγή της τελευταίας ακτής
ο καιρός χαλάει
Σύντομα θα μεταφέρουμε αλλού την ενοχλητική μας πολυτέλεια
Θα μεταφέρουμε αλλού την πολυτέλεια της πανούκλας
Εμείς δεν είμαστε παρά λίγη λευκή πάχνη πάνω στα ανθρώπινα δεμάτια
Κι αυτό είναι όλο
[…]

*Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.