Στων δεινών τη βοή με ρίξαν, δίχως να ερωτηθώ.
Παιδί ευπόρων σε ευμάρεια τριγούσα κλώνους εύκαρπους,
μα η θάλπη έλειπε!
Πέρασαν χρόνια στης μοναξιάς το περιθώριο,
διαβάζοντας, γράφοντας, κολυμπώντας.
Ανθρώπους εγνώρισα, που, οι μισοί με πλησίασαν,
νομίζοντας, ότι χρήματα διέθετα,
ενώ οι άλλοι μισοί με απέφυγαν,
βλέποντας, ότι χρήματα δεν είχα.
Κάποτε, γυναίκα που τρόφιμα στους ανθρώπους εμοίραζε, αντάμωσα.
Από την αύρα που διέχεε, κατάλαβα, πως είναι το κορίτσι, που, τα λιογέρματα γεμάτα γάρμπο διακριτικά ονειρεύονται να ερωτευθούν!
“Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!”.
Πρώτη φορά δεν γύρεψα, δεν ζήτησα!
Τι να ζητήσεις απ’ το ηλιοβασίλεμα, απ’ τη λυκαυγή, από του φλοίσβου τον ψίθυρο; Δίνουν τα πάντα μόνο που υπάρχουν!
“Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!”.
Author Archives: Το κόσκινο
Γιώργος Καλοζώης, Το τέρας και το σημείο
Εσύ που εύχεσαι να ήσουν
αγελάδα
ή καλύτερα νεροβούβαλος
θα βρεις τη γούβα με το καφέ
νερό που σου ταιριάζει
αρκεί που ζεις για τα υπόλοιπα
μην ανησυχείς
ο πατέρας σου είναι στην εντατική
με δεμένους τους καρπούς στα
πλαϊνά κάγκελα του κρεβατιού
ένας ξαπλωμένος εσταυρωμένος
που δεν θα βρει την ανάσταση-
γιατρειά
άκου το παραλήρημά του άκου
την πεθιδίνη που μιλά
κι είναι το παραλήρημά του το
παραλήρημα όλων των ανθρώπων
ο πόνος του ο πόνος όλων των
ανθρώπων από τότε που οι
πρόγονοί του βγήκαν από το νερό
και που μετά ανέβηκαν και
κατέβηκαν από τα δέντρα
τα έβαλαν με τα θηρία και τις
σκληρές σιαγόνες που όταν κλείσουν
δεν ξανανοίγουν που τσακίζουν
τις κλειδώσεις και τα κρανία
πάνε αυτά πέρασαν αυτά
ενωθήκαμε μέσα στους οικισμούς
και τις πόλεις για ν’ αντέξουμε
αυτό που δεν αντέχεται
και να όσα δεν κάναμε κατοικίδια
ζώα δεν μας απειλούν πια
όμως μας απειλεί η επόμενη άγνωστη
μέρα
προσκυνάς προσεύχεσαι για να μην
είσαι μόνος
κανένας δεν είναι μόνος ακόμα κι ο
πιο μοναχικός κάνει παρέα με τις
σκέψεις του
ακόμα κι ο Θεός έχει τους ανθρώπους
ν’ ασχολείται και να περνά τον
χρόνο του
δόξασέ τον όπως δοξάζουν οι παίκτες
τον προπονητή τους μετά από τη νίκη
όπως δοξάζουν οι φίλαθλοι τους
παίκτες στον γύρο του θριάμβου
δόξασε και συ αυτό που σου
ταιριάζει καθώς κλείνει πίσω σου
η αυτόματη γυάλινη πόρτα του
νοσοκομείου
δόξασε τα ριγμένα οστά επάνω στα
κρεβάτια τις μύξες τα ούρα
τα κόπρανα τα σίελα τούτα τα
αβοήθητα κρέατα στη Βαρβάκειο
αγορά του κόσμου
κάνε και συ τον γύρο του νοσοκομείου
κάνοντας λάθος τον όροφο
τον διάδρομο το δωμάτιο ό,τι και να
ρωτήσεις κάποιος άλλος ήδη το
ρώτησε ό,τι και να σκεφτείς κάποιος
άλλος ήδη το σκέφτηκε
ό,τι και να γράψεις είναι ήδη
γραμμένο καταχωρισμένο σε μια
βιβλιοθήκη που συνεχώς επεκτείνεται
κι όταν μπεις επιτέλους στον
θάλαμο του πατέρα σου μετά από
άπειρα χρόνια αναζήτησης θα φρίξεις
βλέποντας τον Μινώταυρο
να χασκογελά καθισμένος με τον
τριχωτό πισινό του
πάνω στο κίτρινο δέρμα του πατέρα σου
*Από τη συλλογή “Η άφιξη των θηρίων”, εκδόσεις ενύπνιο, 2023.
Ευγενία Βάγια, Ενάλιος αρχαιολογία
Στα βυθισμένα στρώματα δεν είμαι ποτέ μόνη
στις αμμουδιές στα λεία βράχια στον αέρα
που τ’ όνομά του είναι πλάστης
είμαι πληθυντικός πήλινα μέλη
στήθη εξέχοντα χέρια θαυματουργά
και πόδια που αναπαύονται
Ο νους συνηρημένος στις λατρείες πρηνηδόν
τέχνη ή θρησκεία άκυρη η ερώτηση:
μετέχουμε στα θαύματα
(μόνο κλεφτά
αναζητώ μια μοίρα,
για ολόδικό μου ένα χελιδόνι
από τα βλέφαρα των αγοριών)
Εδώ και τώρα τίποτα δεν μ’ έχει
Ο κόσμος θραύσματα ασυγκόλλητα
Mohammed Moussa, Legless deer / Ελάφι χωρίς πόδια
This homeland
watched me
run,
bleed,
fall,
weep, and wail
across its scarred land,
beneath its indifferent sky.
It gazed at me
with vast, unblinking eyes
and murmured in my mother tongue
then turned and strode away.
My pain,
my name,
my life:
A legless diet
dragging itself
over the cracked pavement
of a razed tomorrow.
Ελάφι χωρίς πόδια
Αυτή η πατρίδα
με παρακολουθούσε
να τρέχω,
να αιμορραγώ,
να πέφτω,
να κλαίω και να θρηνώ
σ’ ολόκληρη την πληγωμένη γη της,
κάτω από τον αδιάφορο ουρανό της.
Με κοίταζε
με τα μεγάλα, αδιάκοπα μάτια της
και μουρμούριζε στη μητρική μου γλώσσα,
μετά γύριζε και απομακρυνόταν με μεγάλα βήματα.
Ο πόνος μου,
το όνομά μου,
η ζωή μου:
ένα ελάφι χωρίς πόδια
που σέρνεται
πάνω στο ραγισμένο πεζοδρόμιο
ενός κατεστραμμένου αύριο.
*Ο Mohammed Moussa είναι μέλος της Gaza Poets Society. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Μαρία Σερβάκη (1930-2015), από την “Περιπέτεια”
Η νυχτερίδα;
Το πηγάδι;
Τα νερά.
Για μια στιγμή τα σχήματα καθηλωμένα.
Κι αλλάζει πάλι σημασία η ερημιά.
Κι η νύχτα μια άλλη νύχτα αυτού του κόσμου… αρχίζοντας ξανά.
Παραμονεύοντας πιο πίσω.
Τα νερά;
Σαν ξάφνου κ’ αυτή η λύπη δεν αντέχει πιο μακριά.
Τέτοια μια ώρα που κοπάζει ο άνεμος
και βγαίνουν πράγματα αλαλιασμένα από τους φράχτες.
*Πηγή: “Η περιπέτεια” (ιδιωτική έκδοση) 1956.
Μαρία Θεοφιλάκου, Άνθη απ’ τον πλανόδιο οργανοπαίχτη
Η ελπίδα αποδήμησε, πέφτοντας
αποφασιστικά στις ράγες,
ένα πρωί που πάνω τους
οι άνθρωποι τράβαγαν για τη δουλειά.
Έκτοτε, αυτός
τα μουσικά του πλήκτρα περιφέρει
στην αποβάθρα, και παρατηρεί το πλήθος,
μπαίνει στο πλήθος,
γίνεται πλήθος,
ίσα ν’ αφήσει ένα ανθάκι – χάδι υπομονής,
καθώς συρίζουν οι σιδηροτροχιές
και τού σκεπάζουν τις νότες στο ρεφρέν.
Και τα λεπτά είναι κινούμενο
τσιμέντο, αλλά συνεχίζουν.
Και το πρωί είναι δεσμώτης σε
λερωμένο κάθισμα, αλλά συνεχίζει.
Και η αλυσίδα των ημερών είναι γκράφιτι
πάνω σε γκράφιτι, αλλά συνεχίζει.
Και η ζωή στέκει για πάντα
άπιαστη, στο μέσον της σκηνής,
ίδια με φευγαλέα αντανάκλαση
στο ξεχαρβαλωμένο τζάμι.
*Πηγή για την εικόνα: magnumphotos.com
*Πηγή για το ποίημα: https://ppirinas.blogspot.com/2025/11/blog-post_09.html?m=1&fbclid=IwY2xjawN9QMhleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeJrj0jsYJueHfT0l7snCDb8QkixCoeiu0izlK50jNtOTlyeg-35-t1XmYYP0_aem_ZpL6TMdDgqXOj8OX46KYaw
Νίκος Γ. Λυκομήτρος, Επαρχιακή οδός
Ο καθαρός αέρας δεν με ξεγελά.
Μπορεί να απουσιάζει η ρυπαρή οσμή της μητρόπολης
αλλά η ατμόσφαιρα είναι εξίσου δηλητηριασμένη.
Η διαφορά είναι ότι εδώ τηρούνται τα προσχήματα.
Είμαστε νοικοκυραίοι εμείς.
Ανεβοκατεβαίνουμε την παραλία ή τον κεντρικό δρόμο
βηματίζοντας με μια επίπλαστη χαλαρότητα
που αποπειράται να υπερκεράσει τα βλέμματα και τους ψιθύρους.
Ακριβά αυτοκίνητα, κομψά ρούχα και ηλεκτρονικά γκάτζετ
δεν επαρκούν για να καλύψουν την υποκρισία
που αμνηστεύεται συλλογικά τις Κυριακές
από άμβωνος ή ατομικά μέσα στο εξομολογητήριο.
Οι οιμωγές των νεαρών κοριτσιών
κι οι κατάρες των νεαρών αγοριών
πνίγονται πίσω από τους ασπρισμένους τοίχους
και τη ρουστίκ επίπλωση.
Τα όνειρά τους θρυμματίζονται εν τη γενέσει τους
ή άμα τη εμφανίσει στην πρωτεύουσα.
*Από τη συλλογή “Ο ήχος της απώλειας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.
Τάσος Πορφύρης, Δύο ποιήματα
ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ
Τούτο το μαχαίρι είναι γερά μπηγμένο
Στα πλευρά μου ανάμεσα
Καμπουριάζω απ’ τον πόνο
Παραμιλώ απ’ τον πόνο
Δεν μπορώ να ρίξω ένα ρούχο πάνω μου
Δεν μπορώ να βγάλω το μαχαίρι ή
Να το σπρώξω βαθύτερα
Βολεύτηκα επί πλέον προσέχω
Πώς κάθομαι πού στέκω πώς
Κοιμάμαι μα ποιος ενδιαφέρεται;
Ο καθένας αγκαλιά με την πληγή του.
*
ΕΡΩΤΗΜΑ
Πώς θ’ αντιδρούσαμε
αν ύστερα από καθυστέρηση
τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους
ο Σταυραϊτός του Κρυστάλλη;
Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;
Αντίνοος, Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θ’ ανεμίζουν σημαίες
στο ρυθμό του ανέμου
όταν ο άνεμος θα σφυρίζει
στης λευτεριάς το σκοπό
Ίσως να πλησιάζει ο καιρός
που θα μυρίσουμε τ’ αποκαΐδια
απ’ όλα τα κελιά των λαών
Κι όταν ο χρόνος σημάνει μηδέν
θα πει πως ήρθε η ώρα των τρελών
αυτών που κινηθήκανε ενάντια στη λογική
αυτή που γελαστοί φονιάδες ονομάσαν ηθική
Και θα ‘ρθουν οι νεκροί
(αυτοί που ποτέ τους δε φύγαν)
να μας δείξουν τον τρόπο
να μας βάλουν τη φωνή
αυτοί που υπήρξαν άνθρωποι
με το άλφα κεφαλαίο και σε κύκλο…
*Από τη συλλογή “Αντίνοος – μου ψιθύρισες εξέγερση κι άκουσα ελευθερία”, Μάρτιος 2012
Μουράντ Αλ Σουντάνι, από το “Αίμα και τα λάβαρα της χέννας”
……………………………………………………………
Η αντοχή ήταν το μονοπάτι του πολέμου
το εκλεκτό πετράδι
Ω, Φάντι, χίλιες ιστορίες άρνησης
φλέβα βασιλικού η γαλήνη σου, παληκάρι των παληκαριών
Ο Φάντι ήταν λάβαρο στις πλατείες
παιδί των εξεγέρσεων των χωριών και των καταυλισμών
Ήταν ο ρυθμός της πόλης ήρεμος, ώσπου περνούσε αυτός και υψόνονταν οι φωνές
πίσω από τον ηχηρό ύμνο ”ο θεός είναι μεγάλος” φώναζε και φώναζαν μαζί τα παιδιά των σχολείων
ανάβοντας τη φλόγα της οργής τους.
……………………………………………………………
*Το ποίημα “Το αίμα και τα λάβαρα της χέννας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Η δική μου πέτρα”, δίγλωσση έκδοση, Εκδόσεις Ειρήνη 2025. Μετάφραση: Χρήστος Κούκης και Χαϊθάμ Αλζήρ.









