Peter Dent, Δύο ποιήματα

Julius Olsson, Night tide (1915)

NIGHT TIDE

On the black bed of the sea
fragmenting shells
that wait for dawn,

the climb and fall to light.

Our dreams throughout
the starless dark, rocked
in the lip of the tide.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΑΛΙΡPΟΙΑ

Στον μαύρο βυθό της θάλασσας
κατακερματισμένα κελύφη
που περιμένουν την αυγή,

που σκαρφαλώνουν και πέφτουν στο φως.

Τα όνειρά μας παντού
στο άστερο σκοτάδι, λικνίζονται
στο χείλος της παλίρροιας.

*

STACK

Sharp granite edge
against the morning light.

A gull throws back
its head to vice the cry.

STACK

Αιχμηρή άκρη γρανίτη
ενάντια στο πρωινό φως.

Ένας γλάρος ρίχνει πίσω
το κεφάλι του για να κραυγάσει.

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νίκος Σκούτας, Τρία ποιήματα

ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ

Ήταν αλλεργική
στη γύρη,
όπως μου είπε.
Φταρνίστηκε απανωτά
επτά φορές λουλούδια
Σταγονίδια
με έραναν
παρά την προσπάθεια
να τα συγκρατήσει
με την παλάμη της.

Ποιος τώρα να πιστέψει
ότι με αυτό τον τρόπο
κόλλησα έρωτα.

*

ΔΟΚΙΜΕΣ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ

Έγειρε υποδειγματικά,
σταύρωσε τα χέρια,
σταμάτησε να ανασαίνει
και πέθανε.

Ακίνητος αγνόησε
τον ήχο του κουδουνιού,
κάποιες σκέψεις
και ένα φτερούγισμα
στο στήθος.

Άρχισε να μουδιάζει,
ώσπου ήρθε ένας ύπνος
και του χάλασε το θάνατο.

Απτόητος όταν ξύπνησε
υπεδύθη τον ανεστημένο.

*

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Κότσυφες πιτσούνια
και άλλα ιπτάμενα αλητάκια
έσκαβαν όλο το χειμώνα
με το ράμφος τους
στις γαριφαλιές μου.
Εγώ απορούσα μέσα από το τζάμι
σαν σπιτικό καναρίνι.
Έλα που φύτρωσε χασίς.

Αρσενικά και θηλυκά βγάζουν
τα μάτια τους μπροστά μου,
τραγουδούν φαλτσάροντας
και χορεύουν βαριά λαϊκά,
κόβουν όλα τα γαρίφαλα
και με ραίνουν με αυτά.

Είσαι πολύ εντάξει, ποιητή,
μου λένε.
Ώρες ώρες καταφέρνεις και
πετάς.

*Από τη συλλογή “ξι”, εκδόσεις Κέδρος.

Kenneth Patchen, Let us have madness openly / Ας δεχτούμε την τρέλα

Let us have madness openly, O men
Of my generation. Let us follow
The footsteps of this slaughtered age:
See it trail across Time’s dim land
Into the closed house of eternity
With the noise that dying has,
With the face that dead things wear –
nor ever say
We wanted more; we looked to find
An open door, an utter deed of love,
Transforming day’s evil darkness
but
We found extended hell and fog
Upon the earth, and within the head
A rotting bog of lean huge graves 

Ας δεχτούμε ανοιχτά την τρέλα, ω άντρες
της γενιάς. Ας ακολουθήσουμε
τα ίχνη αυτής της κατακρεουργημένης εποχής:
ας την δούμε πώς σέρνει τα βήματα
πάνω στην ωχρή χώρα του Χρόνου
ως το κλειστό σπίτι της αιωνιότητας
με τον ήχο που βγάζει ο ετοιμοθάνατος
με την όψη που έχουν τα πεθαμένα πράγματα –
ποτέ να μην πούμε
Θέλαμε περισσότερα ψάχναμε να βρούμε
μια πόρτα ανοιχτή, μια τέλεια πράξη έρωτα
που θα μεταμόρφωνε τη σκληρή σκοτεινιά της μέρας·
όμως
βρήκαμε κόλαση και ομίχλη ν’ απλώνονται
πάνω στη γη, και μέσα στο κεφάλι
ένα σάπιο τέλμα ισχνών τεράστιων τάφων.

*Από τη συλλογή “Ας δεχτούμε την τρέλα”, εκδ. Γαβριηλίδης, (2017). Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Γιώργος Λ. Οικονόμου, Πέντε ποιήματα

ΤΟ ΠΡΩΙ

Μα πιο πολύ
σ’ αγαπώ όταν ξυπνάς το πρωί
κι αγνοώντας τα χρόνια που πέρασαν
με ρωτάς: “Έχουμε σήμερα σχολείο;”

*

ΤΑΧΑ ΔΗΘΕΝ

Οι παλιοί φίλοι
οι παλιές αγάπες
που μας κάνουν ν’ αλλάζουμε πεζοδρόμιο

για να μην τους πούμε ψέμματα
πως τάχα δήθεν
είμαστε καλά

*

ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΕ

Χρόνια μακριά απ’ τον τόπο του
κι όταν γύρισε δεν τον ήξερε κανείς
δεν γνώρισε κανέναν

Την άλλη μέρα
έφυγε ξανά να πάει εκεί
που τον πρωτοείπαν ξένο

*

ΑΜΙΛΗΤΗ

Στέκεσαι και με κοιτάς αμίλητη
κάνω ό,τι περνάει απ΄ το χέρι μου
για να σ’ ευχαριστήσω

Μα εσύ εκεί αμετάπειστη
δεν θα γελάσεις ποτέ
σ’ αυτή τη φωτογραφία

*

ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Τελείωσε το παιχνίδι
αδειάζει το γήπεδο σιγά-σιγά
σβήνει το φως των προβολέων
τσαλακωμένο εισιτήριο στην τσέπη η ζωή

Δεν σου κάνει καρδιά να το πετάξεις
τ’ αφήνεις κι αυτό μες στο συρτάρι

μαζύ με άλλα
μισογραμμένα ποιήματα

*Από το βιβλίο “Η σιωπή της κερκίδας”, εκδόσεις Τύρφη (2021).

Γιώργος Γκανέλης, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΕΛΠΙΣΤΟΝ

Το αποτέλεσμα μιας μάχης
δεν κρίνεται απ’ τους νεκρούς
ούτε απ’ τ’ ακρωτηριασμένα χέρια
κρίνεται πρωτίστως απ’ τον άνεμο
που πάντα φυσάει εκεί που θέλει
και κατευθύνει τη βολή του όπλου
κρίνεται επίσης από τους αρουραίους
τις μούμιες, τους ελάσσονες ποιητές
τα εγερτήρια μετά από μεθύσι
τη λερωμένη ανάσα του δρόμου
το άρωμά σου πάνω στα σεντόνια
τον μοναδικό επιβάτη του τρένου
κοιτώντας τη βροχή απ’ το τζάμι
από μένα που έμαθα να σε περιμένω
διαβάζοντας τη ρήση του Ηράκλειτου:

«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει

*

ΛΥΠΑΜΑΙ

Λυπάμαι που δεν μπόρεσα
να ναυαγήσω ποτέ στη στεριά
λυπάμαι ακόμα για το κέρμα
που έριξα στη μηχανή του καφέ
και έβγαλε ένα ποτήρι θάνατο
για τις απόπειρες αυτοκτονίας
των πιο αισιόδοξων στίχων μου
για τα ποτάμια που παρέσυραν
όλες τις παιδικές φωτογραφίες

Μα πιο πολύ λυπάμαι για σένα
που δεν κατάφερες να ταξιδέψεις
με το βραδινό τρένο των δώδεκα

*

ΕΠΟΥΛΩΣΗ

Κατάμονος φόβος
τρίτη πόρτα δεξιά
το πρησμένο παιδί
πέφτει στο χώμα
να ακροβολιστεί

Παντέρημος οίστρος
των νεκρών τη νύχτα
σε χαρτί στοιβάζουν
τις αναμνήσεις τους
και τις απαγγέλλουν

Μοναξιά μεγατόνων
μεταθανάτιο τραύμα
ανάσκελα στις ράγες
περμένει το τρένο
για να επουλωθεί

*

ΑΝΑΠΝΕΩ

Αναπνέω σημαίνει μπαίνω
όλο πιο βαθιά στο χώμα
ριζώνω κάτω απ’ τις πέτρες
βγάζω τσιμεντένια κλαδιά
τα φύλλα μου από σίδερο
τα άνθη μου χωρίς χρώμα

Αναπνέω σημαίνει πεθαίνω
γίνομαι κάτοικος τ’ ουρανού
με καταπίνουν τα σύννεφα
σε μια γωνιά της αβύσσου
αλυσοδεμένος και μόνος
δίνομαι στο ανεπίστρεπτο

*Από τη συλλογή “Ρετάλια Α’ διαλογής”, Εκδόσεις στίξις (2022).

Χρήστος Μπράβος, Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό. Όπως το φως. Έχει εφτά πέπλα

Φωτογραφία: Κώστας Σοφιανός, Αίγινα

I.

Το πρώτο πέπλο κρύβει
το πλακόστρωτο.
Μόλις εφύγαν οι μαστόροι•
άμα πατήσω τώρα
θα βουλιάξει.
Όμως μεσάνυχτα ακούονται
οι πόνοι,
βγαίνουν οι πρακτικές
με τα ψαλίδια
λούζονται στον ασβέστη.
Τ’ άλλο πρωί οι μαστόροι
καταριούνται κλαίνε κρυφά.
Γίνονται μάρμαρο.

II. τα πρόσωπα

Πουκάμισα λαιμόκοψη
με κόπιτσες
βαλσαμωμένος κόκορας σε θρόνο
γυναίκες σε κλοιό η νεκρή
στο κέντρο – μες στ’ άστρα.
Ανοίγω τη βαλβίδα όλοι
χαμογελούν η ναφθαλίνη ζωντανεύει
–τώρα φωνάζω• αστράφτει.
Ανοίγει μάτι γυάλινο
κι όλους τους καταπίνει.
Πυροτέχνημα αθανασίας.

III. η κίνηση

Φαντάροι της υποχώρησης
στον πάτο του Αλιάκμονα
τα ρούχα τους σκαλώσαν
στα ρουγάζια – Θερμαϊκός ανήξερος.
Εδώ είναι Δεσκάτη μακρινή
οι σφήκες ονομάζονται ταβάνια
δίνουν χρησμό στον ύπνο του Γκαντάρα
τ’ απόσπασμα θα φτάσει ανατολή
τσαπράζια θα ξεβράζει
ο Αλιάκμονας – στα χέρια μας.
Τίποτε απ’ όλα αυτά
δεν φαίνεται στο χάρτη.
Οι τόποι σε κονσέρβα.

IV. οι ήχοι

Ανάκουστος κελαηδισμός – σαν κλάμα.
Η νύφη μοναχή σαλεύει ο φράχτης φέγγουν κοντακιές
πιο κάτω πλένουν σκούτινα
δεν βάφουν της Λαμπρής τ’ αυγά.
Στάχυ της νύφης η φωνή κι αλεύρι ο θάνατος
εκεί που οπλίζει ο γαμπρός ο τόπος λαμπαδιάζει.
Η Χειμερία νάρκη έπεται.

V. τα όνειρα

Μπάλες το άχυρο σε μαύρο σύρμα
ο Αινείας σε γραφείο μεταφορών
ο τυφλός γεωμέτρης
στους κύκλους του – έγκλειστος.
Ο πατέρας καρφώνει σανίδες
έχει κρύψει το πτώμα του μόλις.
-Άμα βρεθεί το φάρμακο
με βγάζετε• θα ’μαι στο καφενείο.
Παρασκευή γδέρνουν τα σπίτια μας
ξεχνούν τους αχυρώνες
ο Αινείας μελετάει Λατίνους
όλες οι στρόφιγγες κλειστές.
Χλωρό το άχυρο.

VI. οι δρόμοι

Κάρβουνα να περάσει ο Επιτάφιος
η Ελένη το πουλί θα κελαηδήσει.
Ο πραματευτής κατεβαίνει
κουβαλάει κρανία
ο Οδυσσέας ξαναφεύγει
φίλοι παλιοί σ’ άλλη πτώση
-Φίλιππος Μιλτιάδης Ιωάννης Μιχαήλ-
ο Μπότσαρης που γνώρισε
εβγήκε Φώτης.
Ζαρκάδια στη γυάλα.

VII.

Το έβδομο πέπλο κρύβει
το πηγάδι.
Σκύβω στο φιλιατρό
και ρίχνω πέτρα – κρότος τίποτα
ούτε νερό ούτε τέλος
είμαι στον κούφιο άξονα
του κόσμου, ο άλλος πόλος
κάτω από θόλους και ψαλμούς
το μαύρο ξεγεννάει τους ποιητές του
τρις στον αέρα
τους σηκώνει ο Διονύσιος.
Δοκιμή Ανάστασης.

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1983).

Κλείτος Κύρου, Η δύναμη των λέξεων

Τα πρωινά μεταμφιέζεται
Σε παραγγελιοδόχο
Σ’ εξομολογητή
Σ’ αιλουροειδές

Τα βράδια
Μεταμφιέζει τις λέξεις
Σε βόμβες βυθού
Σ’ αερόλιθους

Κοιμάται ήρεμος
Πάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα
Κι ονειρεύεται δέντρα

*Από τη συλλογή “Τα πουλιά και η αφύπνιση”, 1987.

Γιάννης Στρούμπας, Δύο ποιήματα

ΥΠΟΓΕΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗ

Ακινητοποιείσαι υπεργείως
Στο μποτιλιάρισμα δεν πέφτει
ούτε μποτίλια διάσωσης.
Ναυαγός στη στεριά.
επιπλέεις μόνο αν βουλιάξεις.
Στο φως τα πάντα ακινητούν .
Στον πάτο οι δίοδοι ανοιχτές.
Υπογείως διαφεύγεις .
Το σκότος ταξιδεύει
με ταχύτητα φωτός.

*

MIND THE GAP

Παρακαλούνται οι επιβάτες
Να προσέχουν
Τα προσωπικά τους συναισθήματα.
Προσοχή στο κενό
Μεταξύ μυαλού και καρδιάς

*Από τη συλλογή “Περίμετρος”, εκδ. Σμίλη, Νοέμβριος 2023.

Roberto Bolaño, Βρώμικη, κακοντυμένη

Στο δρόμο για τα σκυλιά η ψυχή μου συνάντησε
την καρδιά μου. Κομματιασμένη, μα ζωντανή,
βρώμικη, κακοντυμένη και γεμάτη αγάπη.
Στο δρόμο για τα σκυλιά, εκεί όπου κανείς δεν θέλει να πάει.
Ένα δρόμο που διασχίζουν μόνο οι ποιητές
όταν πια δεν τους απομένει τίποτα.
Αλλά εγώ είχα τόσα ακόμα να κάνω!
Κι εντούτοις βρισκόμουνα εκεί: αφηνόμενος να σκοτωθώ
από τα κόκκινα μυρμήγκια, διασχίζοντας τους άδειους
οικισμούς: η τρομάρα που υψωνόταν
ώσπου ν’ αγγίξει τ’ αστέρια.
Ένας μορφωμένος Χιλιανός στο Μεξικό μπορούσε ν’ αντέξει τα πάντα,
σκεφτόμουν, μα δεν ήταν αλήθεια.
Τις νύχτες η καρδιά μου θρηνούσε. Το ποτάμι της είναι, έλεγαν
κάτι πυρετώδη χείλη που ύστερα ανακάλυψα πως ήταν τα δικά μου,
το ποτάμι της είναι, το ποτάμι της είναι, η έκσταση
που τυλίγεται στην ακτή αυτών των εγκαταλελειμμένων οικισμών.
Φιλόσοφοι της λογικής και θεολόγοι, μάντεις
και ληστές αναδύθηκαν
σαν υδάτινες πραγματικότητες εν μέσω μιας μεταλλικής πραγματικότητας.
Μόνο ο πυρετός και η ποίηση προκαλούν οράματα.
Μόνο η αγάπη και η μνήμη.
Όχι αυτοί οι δρόμοι ούτε αυτές οι πεδιάδες.
Όχι αυτοί οι λαβύρινθοι.
Ώσπου επιτέλους η ψυχή μου συνάντησε την καρδιά μου.
Ήταν άρρωστη, είναι βέβαιο, μα ζωντανή.

(Mετάφραση: nathalie)
*Πηγή: https://universo2666.blogspot.com/2019/11/blog-post_23.html

Jorge Palma, Brands / Μάρκες

You should bend your knees
facing desolation.
Don’t your bones ache
at the sunrise?
They still haven’t put markings on
in your skin,
but in the borders
of the illusion
the dogs are already howling
from your house.
There is no heaven possible
before size decision.

Μάρκες

Πρέπει να λυγίζεις τα γόνατά σου
μπροστά στην ερημιά.
Δεν πονάνε τα κόκκαλά σου
στην ανατολή του ήλιου;
Ακόμα δεν έχουν βάλει σημάδια
στο δέρμα σου,
αλλά στα σύνορα
της ψευδαίσθησης
τα σκυλιά ήδη ουρλιάζουν
από το σπίτι σου.
Δεν υπάρχει κανένας παράδεισος
πριν από την απόφαση για το μέγεθος.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.