«ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΕ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ…» – ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ (5.8.1868 – 6.6.1916)


Η φωτογραφία αυτή του Μ.Μ., που κοσμεί τον τόμο του Περάνθη, τραβήχτηκε στην Κέρκυρα το 1894 και την απέστειλε ο ίδιος ο συγγραφέας στον Γιάννη Βλαχογιάννη.

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Στις 6 Ιουνίου του 1916, ο Μιχαήλ Μητσάκης πεθαίνει από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο. Από διετίας εξάλλου, «είχεν εξαφανισθή από τα κέντρα και ιδίως από τα γραφεία των πρωινών εφημερίδων των οποίων ήτο το στοιχειό όπου εκεί έγραφεν αλλόκοτους ελληνογαλλικούς στίχους».

Οι εφημερίδες της εποχής αντιμετωπίζουν το γεγονός του θανάτου του σαν αυτούς στα ποιήματά του «που φτιάχνουν τα κλειδιά, κόβουνε τα καπίκια».

Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του, μολονότι μας ωδήγησεν εις το νεκροταφείον. Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν.

γράφει ο συνονόματός του Περάνθης στον τόμο για το έργο του.

Ο Μητσάκης γεννήθηκε το 1868 στα Μέγαρα και πήγε σχολείο στην Σπάρτη όπου και εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα «Ταΰγετος». «Τρελλούτσικος, μύωψ και αδύνατος, πολλά υπέφερε μικρός από τους συνομηλίκους του», έγραφε ο ίδιος, «ο αργός περιπατητής, πλάνης αδιάφορος που έσερνε το βήμα του το άσκοπον, ξένος προς την πέριξ κίνησιν ακολουθών των φευγαλέων σκέψεών του τον ειρμόν ή βυθισμένος εις τα σκότη των κενών του». Αν και φοίτησε για δύο έτη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία με αρκετές αποστολές, ταξιδεύοντας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.

Ακάθιστος και πολυπράγμων, συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας Ασμοδαίος, δημοσιεύει άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά των Αθηνών, εκδίδει τις ευθυμογραφικές εφημερίδες Θόρυβος και Πρωτεύουσα, υπογράφοντας με ψευδώνυμα μεταξύ των οποίων Ιξίων, Καιροσκόπος, Πλανόδιος, Κόθορνος, Κρακ, υπήρξε διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π. Δ. Σακελλαρίου, συνίδρυσε το σατιρικό Άστυ μαζί με τους Θέμο και Μπάμπη Άννινο.

Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του ενασχόληση, ο Μητσάκης παράγει και έργο λογοτεχνικό, αφού κατά βάθος αυτά τα δύο ενυπήρχαν στον Μητσάκη χωρίς αυτοτελή προάσκηση στον έναν ή τον άλλο τομέα, συγκεράστηκαν στα κείμενά του, σε μια ιδιότυπη ισορρόπηση που θα δυσκόλευε τον οιονδήποτε ν’ αποφανθεί ποιος απ’ τους δυο άραγε ζημιώθηκε, ο δημοσιογράφος ή ο λογοτέχνης.

Άνθρωποι, χριστιανοί, αδελφοί, δεν γνωρίζετε να μου υποδείξετε κανένα θηριοδαμαστήν δι’ αυτά τα δύο αγρίμια, αυτόν τον πάνθηρα και αυτήν την τίγριν, άτινα φέρω εντός μου, κατασπαράσσοντα την σάρκαν μου – τον Εγκέφαλόν μου και την Καρδίαν μου;

Διηγήματα, χρονογραφήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα, μπαλαντζάροντας «εις δυο γλώσσας» ενίοτε, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, σε μία Ελλάδα που έψαχνε να βρει τη γλώσσα της, κάποτε στην καθαρεύουσα και κάποτε στη δημοτική, όπως «Η θλίψις του μαρμάρου» που έγινε «παράπονο», ιδιαιτερότητα που οδήγησε τον Παλαμά να τον χαρακτηρίσει «Κάλβο του πεζού λόγου».

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΟΥ
(Αφιερώνεται εις τον αγαπητό μου Γεώργιο Καλοσγούρο.)

Με τα πόδια σπασμέν’ από το γόνατο, με τα χέρια κομμέν’ από τον άγκωνα, κοίτεται μέσα στο μουσείον το παλληκάρι το αρχαίο. Μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του, και φαίνεται ωσάν να κοιτάζη το ίδιο του το κορμί. Ακέρηο απ’ άκρη σ’ άκρη, το σώμα του τεντόνεται, σαν κατάλευκ’ ονειροφάντασμα ωραιότητας και γεροσύνης. Της γλυκειάς ωσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του το αλαφρό σήκωμα, βαστούνε, του εξαίσιου λαιμού του οι χαριτωμένες γραμμές. Από το σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φεύγουνε πίσωθε, ανοιχτές, οι δυνατές πλάτες του· μα από μπροστά, τα στήθια του ορθόνονται εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τα βυζά, σα ναν τ’ ανασηκόνη ο πλούσιος χυμός, που αναβράζει από μέσα τους. Η ράχη του μακριά, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη με αυλάκι βαθύ, και τυλίγει, λες και το βλέπεις, αποκάτου από το δέρμα, το κανονικότατο φκιάσιμο των κοκκάλων και το αξεχώριστο δέσιμό τους. Απαλή, με τα πλευρά πλεγμέν’ αρμονικά, τώνα με τ’ άλλο, λυγίζεται η μέση του η λεπτή, που σε πάει μαλακά μαλακά, από το ανδρικό τέντωμα των στηθών του, εις της τρεμάμενης, της ανθισμένης σάρκας των πισινών του την αφροδίσια εμμορφιά, στα ρυθμικά μάγια των λαγαρών του. Λαμποκοπάει, γυαλιστερή σαν καθρέφτης, όλη, με ανεπαίσθητες ζάρες εδώ κ’ εκεί, η κοιλιά του, η πλατειά και η σύμμετρη αντάμα, και καταμεσής της χαμογελάει γλυκύτατα ο αφαλός του, που μόλις φαίνεται, και από κάτου της, ξέσκεπο, ελεύθερο, περίλαμπρο, ολόφωτο, το θείο βασίλειο της νειότης του υψόνεται. Ακμαία, γενναία, τορνευμένα, στρογγυλόνονται τα μεριά, και τραβούν κατά κάτου, ομαλά, ευθύγραμμα, για να βρουν τα κορδωμένα ντικλίνια. Δώθε και κείθε δίπλα εις το κορμί, ξεφυτρόνουν από τους ώμους του τα νευροδύναμα μπράτσα του, κι απάνω τους, χωρισμένοι, καθαρά καθαρά, καθ’ ένας από τον άλλον, μα κ’ ενωμένοι αξεκόλλητα εντούτοις, ήσυχοι, αξέννοιαστοι, ωσάν ν’ αναπαύονται με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, προβάλλουνε οι μυώνες, καμαρωτοί και περήφανοι. Αλλά κει που με τον αγκώνα η πήχη θα εκαρφωνότανε στερεά στο μπράτσο, κει που η πανώρηα καμάρα της άντζας θα εκολλούσε σφιχτά με την ισάδα την τολμηρή του μεριού, σα μια πληγή ανώμαλη και βαθειά, με απότομα τα ξεπεταχτά της τα χείλια, μονάχη δείχνει, πού θα ήντουσαν τα στιβαρά χέρια, τα επιδέξια να ρίχνουνε το λιθάρι ή να κατεβάζουν τη γροθιά, πού θα ήντουσαν τα πόδια τα φτερωμένα, τα πόδια τα άφθαστα εις το τρέξιμο και τα ασύγκριτα εις το πήδημα. Σαν ναν την έχη δομένη παλάμη άγνωστη, οπού να προμελέτησε το χτύπημα, που να επροσχεδίασε το άδικο, τ’ άρπαξε, χέρια και πόδια, καθώς κατέβηκε, η βαθειά πληγή, και λείπουνε παρμένα. Όλο το άλλο του το σώμα, απείραχτο κι ανέγγιχτο και έμψυχο, παρουσιάζετ’ εμπρός σου, μονομιάς, σα ναν του χάρισαν, λες δεν επέρασε ακόμη στιγμή, το δώρο της ύπαρξης, σα να εφύσηξαν μέσα του, λες και δεν είνε στιγμή ακόμη, την πνοή της ζωής. Από τα σκέλια έως εις τα μαλλιά, από την κορφή έως τα ντικλίνια, τίποτα δε θολόνει το φάνταγμα του θαυμαστού του κορμιού, τίποτα δεν ατιμάζει τη μαγική του την όψη, τίποτα δεν ντροπιάζει την όψη του τη λαμπρή. Ούτε το μικρότερο τρίψιμο, ούτε το απλούστερο ράγισμα, ούτε το ελάχιστο χάλασμα, δε ζημιόνει καθόλου του παλληκαριού τη θωριά που σε θαμπόνει. Αλλά των μπράτσων του η πληγή, μα η πληγή των μεριών του, προβάλλει και χάσκει, άσπλαχνη, φρικτή, και κόβει με κακία στη μέση το κατάλευκ’ ονειροφάντασμα, και ξυπνάει το μάτι άξαφνα απ’ το μεθύσι του το γλυκό. Θάλεγες πως μοίρα κρυφή, θάλεγες πως εκδίκηση μυστική, που ή εφθόνησε η ίδια το τέλειο, το μοναδικό το κορμί, ή θέλησε να δουλέψη το άγριο μίσος εχθρού ζηλιάρη, επίτηδες άπλωσ’ απάνω του το βαρύ χέρι της, το χέρι της το αλύπητο, κ’ επίτηδες τ’ άφηκε ανέγγιχτο τ’ άλλο, κι επίτηδες του ’κοψε μονάχα τα άκρα του, για ναν του πάρη τη δύναμι να κινιέται, για ναν το κάμη ν’ απομείνη να σέρνεται, το φτωχό, πεντάμορφο, μα κολοβωμένο, για ναν το κάμη να βλέπη, ωσάν κατάδικος, τον εαυτό του παράλυτο, για ναν το κάμη να παρασταίνη αντάμα και τη μεγαλύτερη εμορφιά και τη μεγαλύτερη ασχήμια. Και ο νέος, κοίτεται τόρα, έτσι, εκεί πέρα, δίχως να μπορή ούτε στα χέρια του να βασταχθή, ούτε στα ποδάρια του να στηρίξη, δίχως να μπορή να σταθή ορθός, δίχως να μπορή να σηκωθή, σαν σακάτης σε κρεββάτι αρρώστιας. Την ασπράδα την άγγιχτη του κορμιού του, θλιβερά αγκαλιάζει η μαυρίλα του ξύλου, που είν’ απλωμένος, κι αποκάτου του ένα ψηφίο φανερόνει τη σειρά που τον έχουν βαλμένον. Απ’ των παραθυριών τα αψηλά τζάμια πέφτει χάμου, θαμπό το φως, και σκορπίζει πένθιμη λάμψι. Γύρω τριγύρω του, συντρόφια του εις τη συφορά του, σα ναν τα σώριασε η ίδια μοίρα, κι αυτά κει πέρα, παρόμοιας κατάρας θύματα, άθλια χαλάσματα της ζωής, οπού γυρεύουν ησυχίαν από τα πάθη… λείψανα τέτοιας τύχης οπού βρήκαν λιμάνι για να φύγουν τις μπόρες, να γλιτώσουν τα βάσανα ταραγμένης υπάρξεως με τον ίδιον τρόπο, απαράλλαχτ’ απάνω στα ξύλινα, απάνω στα μαύρα στηρίγματά τους, σα σε κρεββάτια ξαπλόνονται, γεμίζουν όλον τον τόπο, κοψοπόδαρα, ή κουλά, ή ραγισμένα, ή μισοσπασμένα, ή κατατσακισμένα, σα σε νοσοκομείου ζωγραφιά, λες κι ακαρτερούν το χειρούργο για να ιδή της πληγές τους, ένα σωρό κι άλλα κορμιά σαν αυτόν, ωσάν αυτόν κι άλλα κουφάρια ένα σωρό. Μέσα στην κρύα τη σάλα, τη στρωμένη με πλάκες, η σιωπή είνε απόλυτη, ανέκφραστο παράπονο βασιλεύει και μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, το παλληκάρι το ωραίο, φαίνεται σαν να βλέπη το ίδιο του το κορμί, και σαν σύννεφο λύπης, που μόλις διακρίνεται, να σκεπάζη την καλή του μορφή, την παλληκαρίσια και τη γλυκειά. Αχ, δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια, αυτήν την τύχη, όταν, λεβέντης καμαρωμένος, εσυργιανούσε εις τις στοές και στα γυμναστήρια της παλαιάς πόλεως την ανεκδιήγητη δόξα των αψεγάδιαστων μελών του. Αχ, δεν εφανταζότανε βέβαια αυτήν την τύχη, όταν, στεφανωμένος αγωνιστής έρριχνε το λιθάρι στο Στάδιο, ή ενικούσε στο πάλαιμα, ή εκουβέντιαζε με τους φιλοσόφους, ή ανέβαινε στην Ακρόπολι, μπροστά μπροστά στα ιερά πανηγύρια. Δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια αυτήν την τύχη, όταν έβγαινε απ’ τα χέρια του γλύπτη του, όταν άστραφτε μέσα στ’ αργαστήρι του, από κάτου απ’ τον ολάνοιχτο ουρανό της Αθήνας, αποκάτω απ’ του ήλιου την ασκίαστη λάμψι, ανατριχιάζοντας όλος από δύναμη κι από αντρειά. Και δεν εφανταζότανε, —αχ, ποτέ βέβαια!— αυτήν την τύχη, όταν, θνητός αυτός, έβλεπε ναν τον στυλόνουνε στο ναό, για να παραστήση του Απόλλωνα ή του Ερμή το αθάνατο το είδωλο. Και σαν νικημένος πολεμιστής, με σπασμένα τα πόδι’ από το γόνατο, με κομμένα τα χέρι’ από τον άγκωνα, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του. Ακίνητο, με τα μάτια του σταθερά, θάλεγες όμως πως τριγυρνάει το βλέμμα του από τους ώμους του τους νευρώδεις εις τα τορνευμένα του τα μεριά, από τη λυγερή του τη μέση εις το φούσκωμα των στηθών του, απ’ την τρεμάμενη, την ανθισμένη σάρκα των πισινών του στο θείο βασίλειο της γυμνής νειότης του. Καθώς σκύβει ελαφρά το λαιμό του, λες κ’ εξετάζει μονάχος του το σώμα του, και μελετάει τους μυώνες του και σπουδάζει το φκιάσιμό του. Και κάπου κάπου, στον κρυφό του περίπατο, το βλέμμα του φαίνεται σα να καρφόνεται, βαρύ, βαρύ, και εις των γονάτων του τις απότομες λαβωματιές, και εις τις σκληρές των αγκώνων του τις πληγές. Κι αν τον κοιτάξης ώρα πολλή, πολλή, πεσμένον έτσι, με της λύπης το σύννεφο το άφαντο, οπού σκεπάζει το μέτωπό του, θαρρείς πως —τάχα μονάχα σε γελάει το μάτι σου;— σιωπηλό δάκρυο λαμποκοπάει κάπου κάπου, μεσ’ απ’ τα πέτρινα ματόφυλλά του.

Το γεγονός πως μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου δεν κατάφερε να το εκδώσει, επέτεινε την απογοήτευσή του Μητσάκη και υπήρξε πηγή παθολογικών ιδεών περί καταδιώξεώς του από τους λογοτεχνικούς κύκλους. (Νωρίτερα, συμμετείχε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό το 1891 με εννέα ποιήματα σε ελεύθερο και ανομοιοκατάληκτο στίχο, τα οποία ο εισηγητής Άγγελος Βλάχος απέρριψε: «έχει προδήλως στιχουργικήν ευχέρειαν, ελέγχει δε ενιαχού και δύναμιν εκφράσεως, ήν όμως σπαταλά παλαίων κατά ανεμομύλων.») Το αποτέλεσμα ήταν να νοσηλευτεί τον Δεκέμβρη του 1894 στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας.

Παρ’ ημίν, μετά πεντηκονταετή από της συστάσεως του βασιλείου βίον, μόλις ήδη κατορθώθη να γίνη αισθητή η ανάγκη και η υπό του πολιτισμού επιβαλλομένη υποχρέωσις της υπάρξεως ενός ασύλου των δυστυχών τούτων… Παλαιόν οικοδόμημα και αυτό, μη κατηρτισμένον. Είναι αληθές, βεβαίως, συμφώνως προς πάσας της επιστήμης τας απαιτήσεις, μη δυνάμενον να χρησιμεύση ως υπόδειγμα τοιούτου φιλανθρωπικού καταστήματος… Και η θέα των εγκλείστων δεν παρέχει εκ πρώτης όψεως την ιδέαν εις τον παρατηρητήν ότι ευρίσκεται εν οικήματι τρελλών… Πολλοί συνομιλούν, τινές αναγιγνώσκουν, άλλοι ίστανται απλώς παρατηρούντες σιωπηλοί, άλλοι αποτελούσι πολυαρίθμους ομάδας, άλλοι περιπατούσι μακράν των λοιπών εν υπερηφάνω απομονώσει. Με τινάς εξ αυτών πρέπει να συνομιλήσης επί πολλήν ώραν δια να εννοήσης ότι είναι πράγματι παράφρονες… Επί δε της μορφής πάντες σχεδόν φέρουσιν αποτυπωμένην του παθήματός των την σφραγίδα, οφθαλμούς απλανείς, χρώμα ωχρόν, χείλη τρέμοντα… Τα προς ίασιν μέτρα φαίνεται ότι καθυστερούσιν… Το συνηθέστερον είναι το απλούστερον – το ξύλον…

Η ήδη υπάρχουσα ψυχική ταραχή του τον οδηγεί δύο χρόνια αργότερα στο Δρομοκαΐτειο με την διάγνωση της «φρενοπάθειας των εκφύλων». Ο ποιητής Ταγκόπουλος, και εκδότης ενός μέρους των ελληνικών του κειμένων το 1920 και το 1922, γράφει:

Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ μια τραγική μου συνάντηση. Ανέβαινα βράδι-βράδι προς το Σύνταγμα, όταν εκεί έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τονέ σταυρώνανε. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε άναρθρες κραυγές και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε να αμυνθεί κατ’ αυτών των λύκων.

Κατά την δεύτερη εισαγωγή του στο ψυχιατρείο, στο βιβλίο εισαγωγών αναφέρεται ότι ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση «ελαφράς ψυχοκινήτου διεγέρσεως» και παρουσίαζε αδυναμία των λειτουργιών της μνήμης. Ακόμη, βρισκόταν συνεχώς σε ταραχή και ήταν διαρκώς απορροφημένος από την έμμονη ιδέα να δραπετεύσει. Απαντούσε πάντα στη γαλλική γλώσσα στις ερωτήσεις. Δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι είναι σε νοσοκομείο. Επίμονα πίστευε ότι είχε έλθει μόνο και μόνο για να παντρευτεί την κυρία που τυχαία είχε ερωτευτεί και η οποία δέχτηκε, τη παρακλήσει των δικών του, να τον συνοδεύσει ως το άσυλο. Δεν συνειδητοποιούσε την παρούσα κατάσταση του και η γενική του συμπεριφορά ήταν παθολογική.

Μετά την έξοδο του από το ίδρυμα, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, έπαψε να δημοσιεύει, όμως άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και στα «ελληνο-γαλλικά». Νωρίτερα, σε μία σειρά γραπτών του με τίτλο «Γιατί», καλούσε τους αληθινούς ποιητές και πεζογράφους, «στο να πάρουν από όπου μπορούν λέξεις», προσέχοντας να είναι ικανοί να τους εμφυσήσουν «την πνοήν την κινούσαν και την δονούσαν»:

— Γιατί ο Γκούτεμπεργ δεν εφεύρισκε καλλίτερα την ουσιογραφίαν ;
— Γιατί πολλοί προτιμούν και αυτήν την μητρομανίαν από την μετρομανίαν (του Παλαμά ή άλλου στιχουργού μας, αδιάφορο, διότι εγώ δεν αποπειρώμαι να τους εξευτελίσω και προσωπικώς, θεός φυλάξοι!);
— Γιατί ο αγαπητός φίλος Παλαμάς τού ήρθε ύστερα από τόσων χρόνων σωφροσύνη να προβάλη τελευταία και ως ιαμ…βιαστής και γιατί δεν καταδιώκεται ως πρέπει;

*

Όπως οι βαλανιδιές επάνω στα όρη
Που δεν φοβούνται ούτε τον άνεμο
Ούτε τα χτυπήματα του κεραυνού,
Ούτε τον πέλεκυ του δαίμονα,
Θα σε περιμένω με το πόδι σταθερό
Πάνω στο χώμα καρφωμένο,
Πνεύμα ταραχώδες, αρμονικό και τρελλό.

Οι παραπάνω στίχοι όπως και κάμποσοι άλλοι στα γαλλικά (μερικούς από τους οποίους μετέφρασε αργότερα ο ποιητής και ψυχίατρος Θανάσης Χατζόπουλος το 1989), βρέθηκαν το 1942 σε ένα παλαιοπωλείο, γραμμένοι στις σελίδες ενός τόμου της Ιλιάδας σε έκδοση του 1818, στα περιθώρια και επάνω στο κείμενο, από τον νευροχειρουργό Άγγελο Καράκαλο, ο οποίος τους κατέγραψε και τους δημοσίευσε το 1957. Χρόνια πριν, το 1935, ο Νικόλαος Ποριώτης είχε δημοσιεύσει και κάποια άλλα σκόρπια ποιήματα, από τα «χαρτιά» που είχε εγκαταλείψει στο δημοσιογραφικό του γραφείο ο Μητσάκης, ενώ ένα σημαντικό μέρος από αυτά συγκέντρωσε και ο Κατσίμπαλης.

Στον τόμο της Ιλιάδας αναγράφεται μονάχα μία ημερομηνία, αυτή της 25ης Μαρτίου 1903, σε κείμενο που τιτλοφορείται «Μemoires de guerre», («Πολεμικές αναμνήσεις») και μιλάει για τον Mitsaky στο πεδίο της μάχης.

Θα σου πω ωραίες ειδήσεις
Και ηχηρούς χρησμούς
Από το φως και τον αέρα θαμπωμένος
Και το αίμα μου νιώθοντας να φλογίζεται
Κάτω από τους ατμούς του δάσους,
Οι παλαιοί μύθοι των άφωνων βοσκοτόπων
Θα κάνω να ξαναγεννηθούν ανανεωμένοι
Με την ευκίνητη και λεπτοκαμωμένη χάρη τους
Από μια λαμπερή ακτίνα χρυσωμένοι
Μέσα από τα πεύκα και τις οξυές,
Θα με ακούσεις να σου μεταφέρω
Την τόσο απλή και τραχειά γλώσσα
Των χωρικών και των στρατοκόπων,
Με αγνές προθέσεις και χωρίς υστεροβουλία
Αυτή θα κυλήσει, θα γελάσει, θα βοήσει,
Απαλλαγμένη από κάθε καυστική σόδα.

«Κι αν δασύτριχο το δέρμα τους, τα μάτια μαύρα, κόκκινα τα στόματα», εβίβα σε αυτούς τους σοφούς των ασύλων που κινήθηκαν ανάμεσα στα όρια της ποιητικής σωφροσύνης και της άλλης! Κάτω από αυτό το φθαρμένο ένδυμα, το τραχύ και πρωτόγονο, θα φουσκώνει πάντοτε μια καρδιά τρελού για το άγριο φιλί.

Είμαι ο πρωτόγονος και περήφανος αλήτης.
Δεν ξέρω τι καταπίνω, δεν ξέρω που ξαπλώνω,
Δεν εκτιμώ τη δύναμη των εύρωστων μπράτσων μου.
Σκοντάφτοντας στους σάπιους τοίχους
Των πόλεων, που φυτοζωούν
Είμαι ο κτηνώδης και αδιόρθωτος κοντοτιέρος
Που η γενναιότητά του είναι ισάξια με την ικανότητά του.
Πουλιέμαι σαν τις γυναίκες σε λαούς και βασιλιάδες.

ΠΗΓΕΣ
Εφημερίδα Έθνος, 7 Ιουνίου 1916.
Ν. Ποριώτης, Ανέκδοτοι στίχοι του Μ. Μητσάκη, Νέα Γράμματα, τ. 1, 1935, σ. 86–99.
Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Μιχαήλ Μητσάκη, Αθήνα 1942 (και Βιβλιογραφικά συμπληρώματα, Αθήνα, 1944).
Γ. Κ. Κατσίμπαλης, «Η ανέκδοτη σελίδα του Μητσάκη, Νέα Εστία, Ιαν. 1935, τ. 17, σ. 44.
Μιχαήλ Μητσάκης, Το έργο του, επιμέλεια Μ. Περάνθης, Εστία, 1956
Μ. Μητσάκης, Παρά τοις δούλοις. Τα Ιωάννινα, φιλολογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Πατάκης, 2004.
Α. Καράκαλος, «Αναζητώντας τον Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916)», Η Λέξη, τ. 90, 1989, σ. 990-998.
Α. Καράκαλος, «Επιλογή από τα Γιατί», Η Λέξη, τ. 90 , Δεκ. 1989, σ. 1000-1003.
Μ. Μητσάκης, Πεζογραφήματα, (όπου και η αναφορά στη διήγηση του Δ. Π. Ταγκόπουλου), σύμβουλος έκδοσης Μ. Αναγνωστάκης, Νεφέλη, Αθήνα, 1988.
Μ. Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, φιλολογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Πατάκης, 2004.
Μ. Σ. Φαφαλιού. Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαϊτειο, Κέδρος, 1991.
Δ. Ν. Πλουμπίδης, «Η γαλλική ποίηση του Μιχαήλ Μητσάκη», 24 γράμματα, 7/11/2012.
Μ. Mitsakis, Le suicide et autres textes, traduction G. Ortlieb, Editions Le temps qu’il fait, Cognac, 1997.
M. Μητσάκης, «Ποιήματα», μετάφραση Θ. Χατζόπουλος, Η Λέξη, τ. 90, 1989, 987-989.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neoplanodion.gr/2024/06/16/michael-mitsakis/

Αργύρης Χιόνης, Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν 

Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν
του χεριού μου που τα γράφει
Είναι πιο δυνατά απ’ το χέρι μου που τρέμει
κάθε φορά που εκτελεί τις εντολές τους

Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ
Το πρόσωπό μου αδιάκοπα αλλάζουν
Λες κι είμαι ζύμη και με πλάθουν

Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ
τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα
είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μη γράψω

*Από το στ’ / Δ’ Κοῦφον γὰρ χρῆμα / ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, 1978

Αντώνης Βάθης, Νύχτα στην αποβάθρα 24


Ο Αντώνης Βάθης σε σχέδιο του ζωγράφου Τίμου Μπατινάκη

Νύχτα στην αποβάθρα 24 στην άκρη του μυαλού μου, είναι η αποβάθρα που φεύγουν οι μεγάλες μου ιδέες για τα βάθη του μυαλού μου, η Χιονάτη πηδιόταν σε ένα κοντέινερ με την κακιά μάγισσα Φούρκα, ο εκτελωνισμός της νέας μεγάλης μου ιδέας αργούσε, δεν είχα όλα τα πιστοποιητικά, θα έχανα άλλη μια προθεσμία με τη δόξα και το χρήμα, και ο τελώνης, ίδιος ο Σκαρίμπας, μου ‘λεγε ξανά-ξανά, λάθος γλώσσα στα έγγραφα, λάθος υπογραφή και λάθος σφραγίδα του συμβαλλομένου, υπήρχε περίπτωση να κατασχεθεί η ιδέα μου, αν δεν ήταν συμπληρωμένα σωστά, ευτυχώς στο γραφείο Δ34979, σε κάποιο εγκεφαλικό μου κύτταρο, ένα νυσταγμένο στοιχειό γκόλτζι έδωσε πράσινο φως στο RNA να στείλει μήνυμα στο σωστό νευρώνα και να το συμπληρώσω σωστά, άλλη μια μεγαλοϊδέα θα ξεκινήσει λοιπόν για τα βάθη του μυαλού ενός Βάθη.

*Από τη συλλογή «45 ιστορίες απ’ την άκρη του μυαλού μου» Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβριος 2019, στη Σειρά: ΛΟΞΗ ΓΡΑΦΗ / 20

Γιάννης Κόκκινος, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΒΛΕΜΜΑ

Ρέει το φως
από τα μάτια σου

Άκουσα και κατάλαβα

Ένα τέτοιο βλέμμα
δεν θέλει εξερεύνηση

Ασ’ το στην ομορφιά του
κι αν είναι
θα υπάρξει για σένα

  • ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ

Μετά από δω δεν έχει τίποτα
μόνο αγάπη
αγάπη που περίσσεψε

Και για την ομορφιά
μη νοιάζεσαι έτσι που σκορπίζεται

Τόσα κενά είναι που πρέπει να καλύψει
εκεί που τελειώνουμε εκείνη ξανασμίγει

Υπάρχει ακόμα ολόκληρη
έτσι νιώθω όταν σε βλέπω

Γι’ αυτό μη νοιάζεσαι
μονάχα κράτα με

*Από τη συλλογή “Μαγικό κορίτσι”, εκδόσεις Σμίλη, 2021.

Σπύρος Κατσίμης, Τρία ποιήματα

Η ΑΠΟΛΥΣΗ

Πώς βρέθηκε το κίτρινο χειρόγραφο
ανάμεσα σε καταλόγους, αριθμούς
επωνυμίες, κώδικες, λογαριασμούς
δίπλα στον υπολογιστή σου.
Πώς βρέθηκε το γράμμα του έρωτα
που διάβασες κι έτρεμαν τα χέρια σου
έκανες λάθη
και σε απέλυσαν.

*

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τον έβλεπε να ψευτοζεί στα ορεινά
σκαλίζοντας τη φωτιά
με λίγη μνήμη.

*

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ

Το χιόνι έλιωσε, μα είχα βολευτεί
στο μικρό ξενοδοχείο του χωριού.
Και όταν οι δρόμοι άνοιξαν, είπα να μείνω
να περπατώ στη χλόη και τα πλακόστρωτα
μέσα στη φύση και τον ήλιο.
Έτσι, μπήκα στο καφενείο της πλατείας
που οι θαμώνες περιέγραφαν
τη σκληρή τους μοίρα.

*Από τη συλλογή “Μεταφορά”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Βασίλης Κουντζάκης, Δύο ποιήματα

ΑΚΤΗ

Νυχτώνει
στα βράχια τούτα εδώ
κύματα σκάβου σιγά σιγά σπηλιές
αντίλαλος τυλίγει
με του σκοταδιού τον ερχομό
τις οιμωγές μιας γέννας

Εδώ βρίσκονται τ΄ απομεινάρια
του πέπλου που ύφαναν
της αράχνης οι ιστοί
γύρω από έναν κόσμο

Οι σωροί από φύκια που σάπισαν
θάβουν αναμνήσεις, κονιορτούς
φωνές κι απόηχους καλοκαιριού

Το τραγούδι μας πια δεν ακούγεται.

*

ΦΥΓΗ

Πτυχή φωτός
μέσα στη νύχτα
άνοιξα την πόρτα
σκυφτός
πλησίασα

Σε είδα να χορεύεις
να κάθεσαι
για μια στιγμή
στο πάτωμα
να σηκώνεσαι
να κάνεις κύκλους
γύρω απ’ το δωμάτιο
κινήσεις ακατάληπτες
στο τέλος
άφησες
κεντημένο
ένα εργόχειρο
ερήμωσης.

*Από τη συλλογή “Το απέναντι κάθισμα”, εκδόσεις Εκάτη, 2020.

Η ποίηση της διαφωνίας

Harold Drasko*

Παραδοσιακά, η ποίηση είναι ένα οχυρό της ελευθερίας. Πιο συγκεκριμένα, έχει χρησιμοποιηθεί ως όχημα για κάθε είδους ιδέες, συμπεριλαμβανομένων και των περιοριστικών. Εφόσον όμως, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, η εξουσία θεωρείται ότι περιορίζει τις ζωές και τις σκέψεις των ανθρώπων με τρόπους που προηγουμένως ήταν αδιανόητοι- και εφόσον έχουμε το πλεονέκτημα μιας πάντα πιο ξεκάθαρης άποψης της ιστορίας και των ανθρώπινων δυνατοτήτων: τότε είναι φυσικό να περιμένουμε να βρούμε τη σύγχρονη ποίηση να έρχεται όλο και περισσότερο σε αντιπαράθεση με το κράτος ή τα εξωτερικά του σημάδια. Αν, ωστόσο, κάποιος ρωτούσε τους σημερινούς διαφωνούντες πού να βρει αυτό το σώμα ποίησης, είναι πιθανό ότι κάθε ομάδα θα του πρότεινε πρώτα εκείνους τους ποιητές που συνδέθηκαν μαζί της, σε κάποια στιγμή, είτε με ενεργό συμμετοχή είτε με προφανή ευθυγράμμιση. Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να του προτείνουν να ψάξει το έργο της κουστωδίας του Auden, όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Οι αναρχικοί μπορεί να τον συμβούλευαν να δοκιμάσει τον Σερ Herbert Read ή τον Alex Comfort. Ένα μέρος της αταξινόμητης αντίστασης θα μπορούσε να τον παραπέμψει στους Christopher Logue και Alan Sillitoe ή στους ποιητές της Δυτικής Ακτής. Δυστυχώς, ένας απαιτητικός αναγνώστης θα έβλεπε γρήγορα ότι, εκτός ίσως από τον Auden, οι πιο προικισμένοι από αυτούς τους ποιητές φάνηκαν κατά κάποιο τρόπο ανίκανοι να χρησιμοποιήσουν το ταλέντο τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε αυτά τα θέματα. Και, στην πραγματικότητα, φαίνεται αδύνατο να συγκεντρωθεί από αυτές τις πηγές μια λογικού μεγέθους συλλογή που να είναι ταυτόχρονα καλή ποίηση και έντονη κριτική.

Από την άλλη πλευρά, αν ξεκινήσετε από την κυρίαρχη τάση της πρόσφατης αγγλικής ποίησης -συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων Αμερικανών που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε- θα βρείτε επιθέσεις κατά του κράτους και σχόλια για την πολιτική και τις κοινωνικές υποθέσεις στα πιο απροσδόκητα σημεία. Η παρούσα έρευνα σημειώνει ορισμένα από αυτά, χωρίς να υποδηλώνει ότι υπήρξε κάποιου είδους κίνημα. Οι προσπάθειες συσχέτισης “τάσεων” και στυλ είναι συχνά αβάσιμες και ακόμη και ο Όργουελ μπορεί να φανεί σε αβεβαιότητα για το θέμα αυτό στο μάλλον άδικο δοκίμιό του για τον Yeats. Αυτό αποτελεί ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης.

Ο Yeats πέθανε το 1939, αλλά τα τελευταία του ποιήματα είναι τουλάχιστον εξίσου εντυπωσιακά με οτιδήποτε άλλο έγραψε και δεδομένου ότι γενικά θεωρείται ο μεγαλύτερος ποιητής αυτού του (20ού) αιώνα, φαίνεται σκόπιμο να ξεκινήσουμε με μια λέξη προς υπεράσπισή του. Είναι αλήθεια ότι θαύμαζε υπερβολικά τις αριστοκρατίες του παρελθόντος- ότι ασχολήθηκε με την πολιτική και έκανε αντιδημοκρατικές παρατηρήσεις. Ο Όργουελ, ωστόσο, μπόρεσε να βρει σημάδια φασιστικών τάσεων, ενώ παραδέχεται ότι είναι δύσκολο να πούμε πόσο σοβαρός ήταν πραγματικά ο Yeats σε πολλούς από τους ισχυρισμούς του. Το παλιό ζήτημα της αναστολής της δυσπιστίας τίθεται εδώ σε σχέση με την ποίηση τουλάχιστον. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται δίκαιο να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα ποιήματα που υποδηλώνουν μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στα πολιτικά πράγματα. Η πολιτική, για παράδειγμα, είναι η δήλωση ενός ανθρώπου με μικρό ενδιαφέρον για την εξουσία, ενός ανθρώπου που βαριέται τις ιστορίες ίντριγκας και κρίσης. Μερικές φορές ανακοινώνει μια ευθεία περιφρόνηση για την ψευτιά του σύγχρονου κόσμου και υποστηρίζει το είδος του ησυχασμού που ο Όργουελ καταδίκαζε τόσο πολύ στον Henry Miller – όπως στο The Old Stone Cross.

Ένας πολιτικός είναι ένας εύκολος άνθρωπος
Λέει τα ψέματά του από μνήμης,
Ένας δημοσιογράφος επινοεί τα ψέματά του
Και σε πιάνει από το λαιμό,
Γι’ αυτό μείνε σπίτι και πιες την μπύρα σου.
Και άσε τους γείτονες να ψηφίσουν…

Μπορεί κανείς επίσης να θαυμάσει την κοφτή άρνησή του να συμβιβαστεί στο On Being Asked For A War Poem- ή να επισημάνει τα επιγράμματα The Great Day και Parnell ως απόδειξη ενός ευφυούς κυνισμού για τις επαναστάσεις και τις κυβερνήσεις.

Ο Parnell κατέβηκε το δρόμο, είπε σε έναν άνθρωπο που ζητωκραύγαζε:
“Η Ιρλανδία θα αποκτήσει την ελευθερία της κι εσείς ακόμα θα σπάζετε πέτρες”.
Με μία εξαίρεση, τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών της ζωής του.

Από τη μικρή ομάδα ποιητών που γράφουν ακόμη και σήμερα και που τράβηξαν την προσοχή ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, ο πιο αιχμηρός είναι ο Αμερικανός E. E. Cummings- κατά προτίμηση, e. e. cummings. Αρχικά είχε τη φήμη της αφάνειας, αλλά αυτό οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη εμπιστοσύνης των αναγνωστών που έρχονταν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με τα τυπογραφικά του τεχνάσματα. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο και αν και δεν είναι ευρύ σε έκταση, συχνά έχει έναν τρυφερό ή εκστατικό λυρισμό που δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη ποίηση. Σε αυτό προστίθεται το ότι δεν φοβάται να πει αυτό που σκέφτεται για την επικαιρότητα και το λέει δυναμικά με ευστροφία, ειρωνεία και πάθος. Για να δώσει τον τόνο υπάρχει ο ορισμός του: “ένας πολιτικός είναι ένας κώλος πάνω στον οποίο έχουν καθίσει όλοι εκτός από έναν άνδρα”. Ορισμένα από τα κομμάτια του είναι απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται για την πολιτική σκηνή. Κανένας σοβινιστής ή μιλιταριστής δεν έχει ξεφουσκώσει ποτέ τόσο επιδέξια όσο εκείνος στο ποίημα που αρχίζει “δίπλα βέβαια στον θεό Αμερική εγώ/σας αγαπώ”. Το ποίημα που γράφτηκε στη μνήμη ενός αντιρρησία συνείδησης – i sing of Olaf glad and big – είναι μια θαυμάσια σάτιρα, γεμάτη με θυμό και συμπόνια. Ο Cummings μαστιγώνει εκείνους που νομίζουν ότι “το να διαφέρεις μια ασθένεια κάποιου/ να συμμορφώνεσαι με την κορυφή του είμαι”. Και η απέχθειά του για τον κομμουνισμό δεν αντανακλάται σε μια ικανοποίηση για τις αμερικανικές υποθέσεις –

τόσο ρα-ρα-ρα-ρα δημοκρατία
ας είμαστε όλοι ευγνώμονες σαν την κόλαση
και να θάψουμε το άγαλμα της ελευθερίας
(γιατί αρχίζει να μυρίζει)

Έχει συχνά παρατηρηθεί ότι ο τελευταίος πόλεμος δεν παρήγαγε κανένα σώμα ποίησης σαν αυτό των ποιητών των χαρακωμάτων. Σίγουρα, υπάρχει μια διαφορά στον γενικό τόνο, μερικές φορές μια πραγματική παραίτηση που χαρακτηρίζεται ίσως από τον Keith Douglas: “Remember me when I am dead/and simplify me when I’m dead”. Ή η απελπισία ή η αηδία καλύπτονται από μια λεπτή ειρωνεία, όπως στο Naming Of Parts του Henry Reed. Αλλά ένα σύντομο ποίημα αξίζει προσοχής καθώς στέκεται σε σύγκριση με οτιδήποτε έγραψε ο Όργουελ ή ο Sassoon: Το The Death Of The Ball Turret Gunner του Randall Jarrell.

Από τον ύπνο της μητέρας μου έπεσα στο Κράτος,
Και έσκυψα στην κοιλιά του μέχρι που πάγωσε η υγρή μου γούνα.
Έξι μίλια από τη γη, λυτρωμένος από το όνειρο της ζωής του,
Ξύπνησα από τα μαύρα αντιαεροπορικά και τα εφιαλτικά μαχητικά.
Όταν πέθανα με ξέπλυναν από τον πύργο με ένα λάστιχο.

Ο Jarrell, όπως βλέπετε, είναι απαισιόδοξος για τις πιθανότητες του ατόμου σήμερα. Κλείνει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για τον Alex Comfort συμφωνώντας ότι το Κράτος είναι ο κύριος εχθρός, αλλά τελειώνει —

Ωστόσο, αν σκεφτεί κανείς τους μηχανισμούς των σύγχρονων κρατών -από τις διαφημιστικές εταιρείες που βγάζουν τις αρχές τους μέχρι τα εργοστάσια αεροσκαφών, που βγάζουν την πρακτική τους- είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι ο θρίαμβος οποιουδήποτε προλεταριάτου είναι κάτι περισσότερο από ένα νοσταλγικό, αντισταθμιστικό όνειρο: εμείς είμαστε αυτοί που μαραίνονται, όχι το κράτος.

Αν αληθεύει, ωστόσο, ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν παρήγαγε το είδος της ποίησης που θα μπορούσε να αναμένεται, ορισμένοι ποιητές έχουν, εν πάση περιπτώσει, ήδη στρέψει την προσοχή τους στον επόμενο: σαν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο ότι μετά την πυρηνική Ημέρα της Κρίσης μπορεί να μην έχει μείνει κανείς να γράψει ή να διαβάσει. Ο Edwin Muir, ο οποίος ξεχωρίζει ανάμεσά τους, έγινε αρχικά γνωστός για τις μεταφράσεις του στα αγγλικά των εφιαλτικών κόσμων της εξουσίας και του ατόμου του Κάφκα- και η δική του ποίηση διαπνέεται από μια παρόμοια εμμονική αίσθηση ανησυχίας. Η ποίησή του, η οποία έτυχε πλήρους αναγνώρισης μόνο προς το τέλος της ζωής του, δεν παρουσιάζεται εύκολα με σύντομη παράθεση. Δεν έχει σαφή συγγένεια με κανένα άλλο σύγχρονο έργο. Η φαινομενική ισοπεδωτικότητά της εξαφανίζεται στο άκουσμα μιας συμπαθητικής ανάγνωσης. Στα τελευταία του χρόνια ο Muir προφανώς άρχισε να ασχολείται με τον φόβο ενός τελικού ολοκαυτώματος και τρία ποιήματα χρησιμοποιούν τις τρεις πιθανές συνέπειες ενός τέτοιου πολέμου. Στο The Day Before The Last Day, που γράφτηκε λίγο πριν από το θάνατό του το 1959, οραματίζεται την εξόντωση της ζωής – “μηχανική παρωδία της Ημέρας της Κρίσης/που δεν κρίνει αλλά μόνο μοιράζει καταδίκη”- αποκαλύπτει τη “φανταστική εικόνα ενός στάσιμου φόβου”. Τα άλογα αφηγούνται μια αγροτική κοινότητα που επέζησε “από τον επταήμερο πόλεμο που κοιμίζει τον κόσμο” και η οποία ανακαλύπτει ότι η ζωή χωρίς τρακτέρ και ραδιόφωνα είναι τελικά δυνατή- οι άνθρωποι συμφιλιώνονται με την αλλόκοτη σιωπή και την ηρεμία. Το Μετά από έναν υποθετικό πόλεμο υποθέτει, αντιθέτως, το ναυάγιο των πολιτισμένων αξιών, μια γη του εκφυλισμού και της σπατάλης. Ο Muir πραγματεύεται και άλλες πτυχές της σύγχρονης πολιτικής: στο Nightmare Of Peace βρισκόμαστε με τα Ηνωμένα Έθνη.

Ακόμα και σε ένα όνειρο πώς ήμασταν εκεί
Ανάμεσα στους κομισάριους της ειρήνης
Και αυτό το πράο βουητό στον αέρα
Από τους συναινούντες θιασώτες;
Αστυνομία μεταμφιεσμένη σε κάθε καρέκλα
Πάνω στην εξέδρα. Η ειρήνη ήταν εκεί
στα χέρια όπου δεν θα μπορούσε ποτέ να κινηθεί.
Ψηλά ένα περιστέρι με πολεμική πλάκα…
θρονιάστηκε πάνω απ’ όλους με απειλητική αγάπη.

Αρκετά καλά ποιήματα που είναι άμεσα ή έμμεσα “αντιβομβαρδιστικά” έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Ένα από αυτά μπήκε σε μια δημοφιλή σχολική ανθολογία: The Birds του Clive Sansom – ο οποίος είχε και ένα άλλο ποίημα, το Loyalties, το οποίο καταγράφει τη λατρεία του κράτους ως προδοσία της ατομικότητας. Ο Robert Conquest και ο I. A. Richards κάνουν ωραίες μικρές επιθέσεις κατά των πυρηνικών όπλων. Από τον John Wain υπάρχει το A Song About Major Eatherly. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η Edith Sitwell στα Three Poems Of The Atomic Age απλώς ενσωματώνει στα ποιήματά της μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων για τις εκρήξεις προς υποστήριξη της δικής της πυροτεχνίας: “Τότε στον δολοφονημένο Ήλιο ένα τοτέμ πόλος σκόνης αναδύθηκε στη μνήμη του Ανθρώπου. Λες και η εμπειρία ήταν πολύ άμεση, οι αναφορές των επιζώντων πολύ αγωνιώδεις, για να δικαιολογούν παρεμβάσεις ή εξωραϊσμούς. Πράγματι, ο αναγνώστης έργων όπως η “Χιροσίμα” του John Hersey και το “Φωτεινότερο από χίλιους ήλιους” του Robert Jungsk μπορεί να γνωρίζει με δυσάρεστο τρόπο ότι οι περιγραφές των πραγματικών εκρήξεων τον διεκδικούν πρώτα με τον γενικευμένο τρόπο της ποίησης και μπορεί ακόμη και να τείνουν να αναστείλουν κάπως την αντίδραση που πρέπει να προκαλέσει το περιεχόμενό τους. Αυτή η αποπλάνηση από το μέγεθος ή την αίσθηση είναι κάτι που ο προπαγανδιστής πρέπει να ζυγίσει προσεκτικά.

Από όλους τους Άγγλους ποιητές που έχουν αποκτήσει φήμη μετά τον πόλεμο, μόνο για έναν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο του είναι πολύ συχνά η άμεση έκφραση της κοινωνικής του συνείδησης. Πρόκειται για τον D. J. Enright. Η ποίησή του φαίνεται εκ πρώτης όψεως μάλλον πολυμαθής και μανιερίστικη λόγω των περιστασιακών και αντηχητικών ποιητικών φράσεων. Όμως ένας καλός αναγνώστης θα νιώσει γρήγορα τη δύναμη του έργου του Enright και θα βρει σε αυτό μια αίσθηση συμπόνιας και μια ακεραιότητα που σπάνια επιδεικνύεται σήμερα σε κοινωνικά πλαίσια. Ο Enright, ο οποίος έχει ταξιδέψει ευρέως στις χτυπημένες από τον πόλεμο χώρες της Ευρώπης και της Άπω Ανατολής, θα μπορούσε σχεδόν να αποκληθεί ποιητής της πείνας. Γράφει για τη φτώχεια, την εξορία, την πείνα, την πορνεία, τα αδικήματα του κράτους κατά του ατόμου, τον καιροσκοπισμό των πολιτικών.

Το μόνο αίνιγμα που είδα
ήταν τα παχιά λόγια των πολιτικών
απέναντι στα λεπτά πρόσωπα των φτωχών.

Τα Monuments Of Hiroshima ίσως είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για την πόλη αυτή. Η διάθεση αυτού του ποιήματος σε κάνει να σκέφτεσαι κομμάτια όπως το At The New Menin Gate του Sassoon. Ο Enright διαθέτει μια αμεσότητα και μια ειρωνική ευφυΐα που τον σώζουν από τον συναισθηματισμό. Καταλήγει –

Λίγη ειρήνη για να αναπαυθούν, λιγότεροι από αυτούς…
για να αναπαυθούν εν ειρήνη:
Σκόνη σε σκόνη μια γρήγορη μετάβαση, στάχτη σε στάχτη…
με τρομερή ευκολία.
Το μόνο τους μνημείο θα είναι το χτύπημα των άλλων…
Ένας Πύργος Ειρήνης, μια Αίθουσα Ειρήνης, μια Γέφυρα Ειρήνης.

  • που θα μπορούσαν να ευχηθούν για κάτι μόνιμο,
    σαν ένα ξύλινο κουτί.

Γράφοντας για την πείνα, στα βιβλία Where Charity Begins και The Short Life of Kazuo Yamamoto, αντιπαραβάλλει τον λεκτικό κόσμο των πολιτικών με τον πραγματικό κόσμο των θυμάτων.

Αλλού οι μεγάλοι έχουν κι αυτοί τους πονοκεφάλους τους,
Καθώς παλεύουν με αυτούς τους αξιοσημείωτους γλωσσοδέτες…
όπως η Απελευθέρωση και η Καταπίεση.
Αλλά δεν μιλούσαν για σένα,
Καζούο, που βρήκες το ποντικοφάρμακο πιο φτηνό από την ασπιρίνη.

Η συμπάθειά του επεκτείνεται και στα πεινασμένα ζώα, όπως στο αιχμηρό μικρό επίγραμμα Asiatic Premises, που γίνεται κατηγορητήριο.

Αυτό το μεγάλο, λευκό, καινούργιο κτίριο είναι αφιερωμένο…
στη μελέτη των Φιλελευθέρων και Ανθρωπιστικών Τεχνών.
Κάτω από τους γύρω φράχτες βρίσκονται τα μικροσκοπικά και φουσκωμένα
κορμιά πεινασμένων γατάκια. Ματαιοδοξία των ματαιοδοξιών.

Τα ποιήματα αυτά δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση περιστασιακή παρατήρηση ή σχόλιο, αλλά αρχίζουν και τελειώνουν με μια επίπεδη και ενίοτε προφητική απόρριψη της πολιτικής της εξουσίας.

Αλλά οι πολιτικοί ζουν στο δικό τους κλίμα,
Στις κρύες καρέκλες όπου επωάζονται
Μια μελλοντική άνοιξη από δαμάσκηνο
και ροδάκινο και κεράσι, σε υπέροχες μεταλλάξεις.
που ανθίζει σε όλα τα τυφλά και κατεστραμμένα έθνη.

Συμπληρωματικά σε αυτό είναι το συναίσθημά του για τον μεμονωμένο πάσχοντα, ιδιαίτερα τον πολιτικό πρόσφυγα- το καλύτερο παράδειγμα είναι το όμορφο Meeting An Egyptian At A Cocktail Party. Φυσικά, ο Enright αφιερώνεται και σε άλλα, εντελώς διαφορετικά θέματα: κυρίως στις τέχνες, στην κριτική και στις εντυπώσεις του τόπου. Από κοινωνική άποψη, το “Bread Rather Than Blossoms” είναι το πιο ενδιαφέρον από τα βιβλία στίχων του.

Εν κατακλείδι, τι μπορεί να ειπωθεί για την κατάσταση της ποίησης σήμερα; Την τελευταία δεκαετία εμφανίστηκαν μια χούφτα εξαιρετικοί ποιητές. Ο Enright θα μπορούσε να συμπεριληφθεί σε αυτούς, αλλά τι γίνεται με τους άλλους; – Ted Hughes, Philip Larkin, Thom Gunn, Burns Singer, Elizabeth Jennings, C. A. Trypanis, Donald Davie. Ο κριτικός δεν μπορεί να αγνοήσει την εκπληκτική απουσία κοινωνικών σχολίων στο έργο τους. Πράγματι, θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή σε ένα ποίημα όπως το Too Late For Satire του Davie. Ο Davie έχει την κομψότητα, τη σαφήνεια και την αιχμή του τέλειου σατιρικού- και το γνωρίζει αυτό, αλλά μέσα από μια θλιβερή μοιρολατρία αρνείται το έργο –

Θα μπορούσα να ήμουν τόσο ανελέητος όσο ο Πάπας
Αλλά μάταια, σε μια τραγική εποχή…
Μοιραζόμαστε το μίσος, αλλά μας λείπει η ελπίδα.
με το να καρφώσουμε τις τρέλες για να μεταρρυθμίσουμε την εποχή.
Το να κατηγορούμε είναι κουτσό και οι σατιρικοί αργούν.
Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να καρφωθεί στην ιστορία ή στο είδωλο,
Κανένα μαχαίρι δεν μπορεί να μας βγάλει από τον ασβέστη της μοίρας.

Για να προχωρήσει περαιτέρω, ο κριτικός θα μπορούσε να εξετάσει το A Woman Unconscious, ένα εντυπωσιακό έργο του Ted Hughes. Ο Hughes οραματίζεται έναν ατομικό πόλεμο που θα μπορούσε να εξαφανίσει όλα τα έμβια όντα – “ο κόπος όλων των αιώνων μας μια απώλεια με φύλλα και έντομα”- στη συνέχεια απορρίπτει τη φαντασία του ως μελοδραματική και (με αμφίβολη προέκταση) μη σύμφωνη με το μοτίβο της ιστορίας- ώσπου, επιστρέφοντας στην αρχική ιδέα, συγκρίνει την εξαφάνιση όλης της ζωής με την απώλεια της συνείδησης, ή το θάνατο, μιας και μόνο γυναίκας —

Κι αν η βόμβα συγκριθεί με τη βόμβα,
Αν και όλη η ανθρωπότητα αναδιπλωθεί και τίποτα δεν αντέξει…
Η Γη εξαφανίζεται σε μια στιγμιαία φωτοβολίδα…
Ήρθε ένας μικρότερος θάνατος…
στο λευκό κρεβάτι του νοσοκομείου
όπου μια, μουδιασμένη πέρα από την τελευταία της αίσθηση,
έκλεισε τα μάτια της στις αποδείξεις του κόσμου
και βύθισε το κεφάλι της στα μαξιλάρια.

Αυτού του είδους ο σολιψισμός πρέπει να φαίνεται σε πολλούς τρελά διεστραμμένος. Πράγματι, θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν υπήρχε η αίσθηση της κρίσης, το γεγονός ότι οι αναγνώστες που πάντα επέμεναν ότι η ποίηση μπορεί να αγνοεί την ηθική μπορεί τώρα να βρεθούν – καταπιεσμένοι από την επείγουσα τελική απειλή ενός πυρηνικού πολέμου – να αναγκάζονται να προδιαγράψουν στάσεις και θέματα για τον ποιητή. Αν, ωστόσο, αυτό το αίσθημα του επείγοντος μπορεί να παραμεριστεί, μπορεί να γίνει μια εντελώς διαφορετική αποτίμηση της τάσης της σύγχρονης ποίησης. Αρνητικά, μπορεί να ειπωθεί ότι από αυτή την κοινωνική σκοπιά οι καλύτεροι από τους νεότερους ποιητές δεν αμαρτάνουν σχεδόν ποτέ κατά παραγγελία. Ενώ θετικά, είναι σαφές ότι το μόνο χαρακτηριστικό που τους ενώνει είναι το γεγονός ότι κανένας από αυτούς δεν έχει πολλά κοινά: είναι προσηλωμένοι σε αρκετά προσωπικές εξερευνήσεις. Αν αυτό είναι απόδραση, είναι και κατάφαση.

Collected Poems by W. B. Yeats. (Macmillan, 1958, 18/-.)
E. E. Cummings: Selected Poems 1923-1958. (Faber and Faber, 1958, 18/-.)
Randall Jarrell: Selected Poems. (Faber and Faber, 1958, 15/-.)
Edwin Muir: Collected Poems 1921-1958. (Faber and Faber, 1960, 25/-.)
D. J. Enright: Bread Rather Than Blossoms. (Seeker and Warburg, 1956, 10/6.)
Ted Hughes: Lupercal. (Faber and Faber, 1960, 12/6d.)
Donald Davie’s ‘Too Late For Satire’ is in the anthology New Lines edited by Robert Conquest. (Macmillan, 1956, 12/6d.)

*O Harold Drasko διδάσκει αγγλικά στο Νότιγχαμ. To κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://libcom.org/library/poetry-dissent Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

Νατάσα Χατζιδάκι, ένα ποίημα

Μετά από μια πράξη συνουσίας χωρίς αγάπη
Μέσα σε λόφους νεαρούς
διάσπαρτα εντελβάις.
Σιωπηλό τον εξακοντίζει το φως
παχύρρευστες τον προσκομίζουν ακτινοβολίες.
Μέσα στα σάβανα των υποκαμίσων του
οι παρειές του τεντωμένες από αφύσικο χάδι.
Ένα πλατάγιασμα οσμών τον περιβάλλει.
Είναι αθέατος και ορατός
ο παντοκράτορας της Άνοιξης.
Συντελεσμένων χρόνων ο Εξάγγελος.

*Από τη συλλογή “Άλλοι”, εκδ. Κέδρος, 1990.

Χρίστος Λάσκαρης, Τρία ποιήματα

ΑΝΙΑ

Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή
όπως σ’ ένα μπαλκόνι το σκυλί
γαυγίζει από ανία.

*
Σ’ ΑΥΤΟΝ ΕΧΟΥΝΕ ΠΡΟΣΒΑΣΗ

Δεν είναι για τον καθένανε ο ουρανός.
Σ’ αυτόν έχουνε πρόσβαση
οι άγγελοι μόνο
και τα παιδιά
και όποιος στη ζωή
έχει πολύ υποφέρει.

*
ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΔΙΔΕΙ

Αντιμετώπιζε τις Κυριακές με ποιήματα.
Όσο για τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας,
εργάζονταν
όπως και συ.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λυπιού

Προοίμιο

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζούν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.

Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».

Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.

Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας.
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.

Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ’ το μαύρο στο τέλειο.

Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.

Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.