Peter Murphy, Room of empty chairs / Αίθουσα με άδειες καρέκλες

Where he works there’s this room
of broken chairs
cracked basks or arms,
loose screws or adjustments,
missing
casters.

Sometimes they fill the space
and start
to spill out…

or they begin
to disappear

at first in
twos and threes…

till you enter
something like
an empty room

to se a few people precariously
balancing clipboard
on wobbling knees

and looking up

wondering
why

you’re there.

Αίθουσα με άδειες καρέκλες

Εκεί που δουλεύει υπάρχει αυτό το δωμάτιο
με σπασμένες καρέκλες
με ραγισμένες πλάτες ή χέρια,
χαλαρές βίδες ή ρυθμίσεις,
λείπει το
ροδάκια.

Μερικές φορές γεμίζουν το χώρο
και αρχίζουν
να χυθεί έξω…

ή αρχίζουν
να εξαφανίζονται

στην αρχή σε
σε δυάδες και τριάδες…

μέχρι να μπείτε
κάτι σαν
ένα άδειο δωμάτιο

για να δεις μερικούς ανθρώπους επισφαλώς
να ισορροπούν το πρόχειρο
σε τρεμάμενα γόνατα

και κοιτάζοντας ψηλά

αναρωτιούνται
γιατί

γιατί είσαι εκεί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Χάρης Σακελλαρίου, Η αλήθεια

Θα πρέπει αιώνες να κοιλοπόνεσε η Μέδουσα – με τις αμοιβάδες
Και δε θεραπεύονται ριζικά
Ριζώνουν βαθιά μέσα στο αίμα που στοχάζεται το σφυγμό τους
Ασφυκτικά πολιορκημένο απ’ τους καταπέλτες των ερωτηματικών
Τα ερωτήματα γυρίνοι που σαλεύουν τις ουρές τους
Αυτές που πάντα υποψιάζονται οι μακαρίως κοιμώμενοι
Κι αποκοιμίζοντες με ψυχρά ρεύματα
Με ρευματισμούς κι αρθριτικά ακινητοποιώντας
Τις κινητοποιήσεις στη λάσπη
Που πήζει ολόγυρα στα πόδια τα μάτια τις καρδιές
Η αποκαρδίωση προχωρεί σε βάθος όπως η σκουριά στο σίδερο
Πραγματοποιώντας τον κύκλο της φαυλότητας
Με παλλόμενα περιγράμματα φαγωμένα
Από τα φτιασίδια και τα κάθε είδους παρασκευάσματα των ειδικών
Τα πάντα εντοιχίζονται στις μήτρες των εξειδικεύσεων
Χωρίς πρόσωπο με μια μόνο κίνηση ρυθμισμένη από πολύ μακριά
Έτσι που όλα να παίρνουν ένα ρυθμό προπηλακισμένο
Αγνώριστο μέσα στην πολλαπλότητα των αντιφάσεων θρυμματισμένο
Ένα θρίλερ με όλες τις προεκτάσεις βιασμού
Κι εκείνη ανάσκελα πεσμένη αδρανής
Δεμένη στον τροχό της αδράνειας
Περιστρέφει τους ήλιους της
Γύρω ἀπ’ τον ίδιο πάντοτε άξονα
Αρχέτυπο ξόανο για εκμυστηρεύσεις τζιτζικιών
Όταν η σιωπή πέφτει σα σίδερο στον κάμπο

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδόσεις Κέδρος 1978.

Γιάννης Αναστασόπουλος, Τρία ποιήματα

ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ

Ίσως να μην
τα αδιέξοδα τα νιώθει το φεγγάρι
όταν το κρύβουνε τα σύννεφα
μα όταν
στον ανέφελο ορίζοντα προβάλλει

*

ΣΚΑΜΜΑ

Πυκνογραμμένη παλάμη
το φύλλο φθινοπώριασε
με τις αναβολές θα πέσει
δεν θα πέσει
Σαν το μαζεύω και το πλάθω
κλείνοντας τη χούφτα μου
πολλές μαζί φωνούλες αθωότητας
το εγκαταλείπουν
σαν καφεκίτρινη σκόνη
και μια μακρόσυρτη ακολουθεί
οριζόντια ησυχία
την τελευταία του πνοή

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Οιωνοσκόποι που διαρκούν
χάνονται
και σε λίγο έρχονται πάλι
ιερής απόκρισης στιγμών υπενθύμιση

ω πάρε από τώρα αυτό το πέτρινο κεφάλι
σκαλισμένο από βράχο επάνω

με τις φωνές του

πάρε την έκκληση
και σε διάδοχη των στιγμών χαρά παρούσα
σε διάδοχη εναργή φωτιά

άναψε

*Από τη συλλογή “Ως σχίνον αντιπαλεύον τον στάχυν”, Αθήνα 2005.

Nikola Madzirov, Τρία ποιήματα

Πατρίδα

Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.

Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.

Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.

*

Μετά από εμάς

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα
με την ημερομηνία
όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.

Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες,
ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.

Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου
και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.

Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά
όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.

*

Είναι ταχύς ο αιώνας

Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων
και τις προσόψεις των κτιρίων στος παρυφές.

Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.

Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους
πρόσφυγες, αν ήμοον φεγγάρι
δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις.
Αν ήμουν ρολόι τοίχου
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.

Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Είναι ταχύς ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι
τότε που σιωπούσα.

*Από τη συλλογή “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Είναι απλά το ριζικό μας
φτηνό ξεκούρδιστο ρολόι
κλιματιστικό για επισκευή

Και ο οίστρος της γραφής
επαρχιώτης στην Ομόνοια
έξω από έναν οίκο ανοχής
κομπλαρισμένος κοιτώντας
τους πελάτες να βγαίνουν

Αδιάφορο τελικά αν μπήκε
το μόνο σίγουρο είναι αυτό:
ξέμεινα σήμερα από λέξεις
κι έγραψα ένα κακό ποίημα

*

Ο ΚΑΙΑΔΑΣ

Οι υπόλοιποι στον Καιάδα
συντροφιά με μια αράχνη
δύο ευτραφή ποντικάκια
και το ποινικό μητρώο τους

Και ξέχνα πια τις ισοτιμίες
του δολαρίου με το ευρώ
τα φεστιβάλ της Ποίησης
κι εμένα που κρατώ σφυρί
για να καρφώνω τις λέξεις

Κάτι ήξεραν οι Σπαρτιάτες
από σπηλιές και βάραθρα.

*

ΑΝ ΜΗ ΤΙ ΑΛΛΟ

Εμπειρότερος όλων ο θάνατος

Ωστόσο κάποτε είδα το χρόνο
να στρογγυλοκάθεται πάνω μου
ιχνηλάτης ακάματος της σάρκας

Ποίηση λοιπόν του αεροδρομίου
προσγείωση και απογείωση φονιάς
και τι στίχο να κρεμάσεις στο φως
να τον κοιτά ανάσκελα το σκοτάδι

Υπάρχει άλλη πιο ξεκάθαρη γραφή;

*Από τη συλλογή “Χειρόγραφη φωνή”, εκδ. Σμίλη, 2023.

Βερονίκη Δαλακούρα, Δύο ποιήματα

Άμμος

Μη μ΄ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση.
Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να εκσφενδο-
νίζεται από το τρύπιο μου στόμα.
Ήσουν εσύ τη χαραυγή.
Γι΄ αυτό είχα επιμείνει
Γι΄ αυτό έγραφα γράμματα
-θηλυκό γουρούνι-
που άφηνα στις τσέπες
του πεθαμένου.
Ούτε μιια φορά αυτή
Ούτε μια φορά
“τον έχω!”
φωνή

*

Κι όμως

Κι όμως δεν είχα αρνηθεί το φεγγαρόφωτο
Πλάθοντας με την σκιά σχήματα.
Κι όμως το βλέμμα όρισε το μέλλον
να φτερουγίζει πάνω σου μέχρι να φτάσει
έως το χιόνι πλαγιάς.

Οι νυχτερίδες κάτω από τις γέφυρες
Αρχίζουν το κλάμα
φτάνει το δηλητήριο στον φράκτη
και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το στάχυ
και σχοινιά σφικτά δεμένα.

*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.

Αλίκη Καμπέρη, Τρία ποιήματα

ΚΙΝΤΣΟΥΓΚΙ

Μου αρέσει
να βλέπω
τις χρυσές φυλές
των αντικειμένων
ημισέληνος
στον ουρανό

Έτσι ποτέ μου
δεν ξεχνώ
πως στα σκουπίδια
μ’ έχεις πετάξει

*

ΑΣΥΜΦΩΝΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Υπογράφηκε
επισήμως
η συνύπαρξη

Δεν μου κρατάς
το χέρι πια

Αυτά ήταν
προ επικύρωσης

*

ΑΤΙΤΛΟ

Ψάχνω
να βρω
τη θάλασσα
στα μάτια σου

Βρίσκω
στη θέση της
το πρωί
μιας Δευτέρας

ή

Θέλω
να ενώσω
τα μάτια σου
με τη θάλασσα

*Από τη συλλογή “Το υλικό δεν ευθύνεται μα της πτώσης το ύψος”, εκδ. Θράκα, 2024.

Ιωάννα Σκλαβενίτη, Τρία ποιήματα

Η Πομπηία κοιμάται,
αλλά η νύφη γεννάει αίμα φλογερό
που περπατάει πάνω στα κόκκαλα σας
και οι πατεράδες σας,
σαν άλλοι Νώε φωνάζουν:
Ας έρθουν.
Στον βράχο, στον γκρεμό,
το ένα καρφί το άλλο σκίζει.

~

Δεν είμαι ο νέος κήπος της Εδέμ.
Τα μάτια μου οργώνουν μάχες,
ανάμεσα στο γέλιο του θανάτου.
Ούτε γυναίκα, ούτε παιδί
είμαι η λεπίδα όλων των τρελών του κόσμου.
Είμαι το αίμα που ξεβράζει η θάλασσα
καθώς αδειάζει από τα βογγητά της.
Είμαι ένας ποιητής,
ένας ζωγράφος που σπάει τα αντρικά σας κόκκαλα.
Είμαι γυμνός σε όλες τις μπόρες.
Μη στέκεστε
τσακίστε, σπάστε
τη βρόμα που ακουμπάει τον ήλιο
τα μουχλιασμένα καμαρίνια
τα χειροκροτήματα
τα δελτία τύπου
τις καλοστημένες έδρες,
που βλαστημούν τις νύχτες μας
και σβήνουν τα αστέρια.
Δεν έχει ορίζοντα
να φεύγεις προτού να γεννηθείς.

~

Συλλαβίζει το χώμα
τρυπάει το κοιμισμένο αυτί της νύχτας
χτυπά τους λεκέδες στα γόνατα
αρπάζει το μαχαίρι.
Ούτε σημάδι.
Θα πέσουν αύριο,
θα σφίξουν τα δόντια
στα στενά και στις πλατείες
το δέρμα του λιονταριού
σαν μαύρο σε άσπρο
θα ζήσει ορφανό
φτωχός πολίτης
δίχως στέμματα Καισαρικά
και χρυσοκέντητα άμφια
σαν μεθυσμένος
μέσα σε βάρβαρες ασωτείες
με πρόσωπο μουσκεμένο από ιδρώτα
σαν άλλος στρατιώτης
που δαγκώνει τις αναπνοές του ήλιου
και ο φόβος λιώνει μέσα στα καταφύγια των φυλακών.
Εδώ είναι βαριά τα σίδερα.
Ακούστε, το άλλο κύμα έρχεται
και οι τρελές μανάδες θα σκίζουν τα λιμάνια,
βλέποντας το νυχτερινό πλοίο να φεύγει σαν θηρίο.

*Από τη συλλογή, “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, εκδ. Κύμα, 2024

«Οι υπομνήσεις ενός παιδιού που βρίσκει την καρδιά ακόμα ν’ αγαπάει»

Γράφει η Αφροδίτη Κατσαδούρη // *

Αθανασία Δρακοπούλου, «Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου», εκδόσεις Τύρφη.

Οι «αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου» είναι ένας τίτλος μιας συλλογής που δεν συναντάται συχνά στα λογοτεχνικά σαλόνια της κοσμικής ποίησης. Τίτλος ξεκάθαρα αντικοινωνικός, ασύμβατος, σχεδόν τρομακτικός, διαρρηγνύει εκκωφαντικά την αστική ευπρέπεια, ταράζει την καλά σταθμισμένη κοσμική σιγή, που διέπει τις αδιάφορες πια παρουσιάσεις και συστάσεις βιβλίων και, παράλληλα, σε προετοιμάζει, προειδοποιώντας σε υπόκωφα για εκείνη την ακατάπαυστη οδοντική μανία που ασταμάτητη κοχλάζει κάτω από τη γλώσσα σου, όπως συμβαίνει με τις αναρίθμητες βρισιές που εκτοξεύουμε κατά τον χαρακτηρισμό κάποιου ως κωλόπαιδο». Η λέξη «κωλόπαιδο» όμως έχει μια χαριτοδιπλωμένη και διττή σημασιολογία . Γεμάτη άλλωστε η λογοτεχνία από υπερβατικά σχήματα λόγου: την ίδια στιγμή που εκπορεύεται η ομολογουμένως αρνητική πρώτη αίσθηση που προκαλείται κατά τον χαρακτηρισμό κάποιου ως «κωλόπαιδο» σχηματίζεται αυτόχρημα και η εξαγνιστική διάστασή του.

Πείτε μου, ποιο κωλόπαιδο γράφει για τις ραγισμένες οθόνες αφής των κινητών;

Τα κορίτσια των πολυκατοικιών:

Τα κορίτσια των πολυκατοικιών περιμένουν νέα από το μέτωπο τον ήχο μιας σειρήνας. Όμως τα ανοιχτά μέτωπα είναι πολλά και κανείς μας δεν ξέρει αν προμηνύεται η λήξη ή η έναρξη του πολέμου σε μια ραγισμένη οθόνη αφής.

Τα ποιήματα της Δρακοπούλου είναι μικρά θεατρικά οικογενειακά τραπέζια, σύντομες και μικρές, αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλες με την έννοια της διαχρονικότητας, αέναες και επαναφορτιζόμενες, οικογενειακές ιστορίες. Το σπίτι, η μάνα, ο πατέρας, το πεζοδρόμιο των παλιών ρηγμάτων, παιδική ηλικία, το ψωμί, το γλυκό στο ψυγείο, τα απορρυπαντικά των πιάτων, όλα εκείνα που μας ταλανίζουν πότε στο οικείο πια σαλονάκι της ψυχολόγου και πότε πλησίον του νεροχύτη, όταν τρέχει το ζεστό νερό και αφηρημένες ξεπλένουμε για κάνα τέταρτο τα πιάτα. Το πέρασμα της ποίησης στο κουζινάκι ή την κουζίνα σπάει υπερήφανο τα ταμπού και τα ελιτίστικα κλισέ που αγχωμένα δυσθυμούν όταν μαθαίνουν πως το ποιητικό υποκείμενο –αλλά και το αναγνωστικό κοινό– μπορεί να κλαίει υπερήφανο κάτω από τον απορροφητήρα, να φοράει ποδιά και ταυτόχρονα να σιγομαγειρεύει καλύτερα και από τον πιο πολυδιαφημιζόμενο γραφιά τις λέξεις λύσσα στο αλάτι.

Η ίδια, όπως και η ποίησή της, δεν διατηρεί καμία απόσταση από τα γραφόμενά της. Ποίηση βιωματική, αυτοπαθής, υπαρξιακή, σπαραχτική, αληθινή, ατόφια, κρίσιμη εν καιρώ κρίσης, γεμίζει τις σελίδες της με λέξεις και πυροβολεί τα μηνίγγια μας χωρίς καμιά διάθεση να μας σώσει. Όχι, μην τα συνδέετε. «Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι κωλόπαιδο. Άλλωστε τα «κωλόπαιδα» ή καλύτερα τα κατ’ εξορκητικό ευφημισμό «κωλοπαίδια» είναι σε πολλές από τις περιπτώσεις τους οι τρυφερότεροι των τρυφερών, εκείνοι που επωάζουν φοβισμένοι την ευαισθησία τους κάτω από ένα περίβλημα απόρθητο και σκληρό για να μπορέσουν να υπάρξουν σ’ έναν κόσμο που αδυσώπητα μας συνθλίβει. «Μοιάζουν με αφρικάνικες μάσκες που ξορκίζουν το κακό και τον θάνατο» είχε πει κάποτε ο Σαχτούρης όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη δουλειά του κι έχω την αίσθηση ότι και η Δρακοπούλου, συνειδητά ή ασύνειδα, χρησιμοποιεί έναν τέτοιο ηχηρό τίτλο για να αντιμετωπίσει πάνοπλη τον κωλοπαιδισμό αυτού του κόσμου.

Η Δρακοπούλου ενσαρκώνει τα ποιήματά της στίχο τον στίχο – μεδούλι το μεδούλι. Η ίδια έχει το δικό της κεφάλαιο στις ιστορίες ανθρώπων που δεν επιδιώκουν τη δημοσιότητα, που αγνοούν με θάρρος τα φώτα της πόλης, που συνεχίζουν να κρύβονται στο καθημερινό τους πόστο, χαϊδεύοντας μας με αγιότητα στα διαλείμματα της δουλειά μας. Άτμητη, εκείνη μαζί με τα ποιήματά της, η Δρακοπούλου συγκινεί όπως ακριβώς μας συγκινούν και μας τραβάνε από το μανίκι οι λαμπεροί αδικημένοι, οι επισήμως ξεχασμένοι, εκείνοι οι φιλήσυχοι απόκληροι, που αποστρέφονται με θράσος τη στρογγυλεμένη αρτιότητα, τη σπουδαγμένη καθολοκληρία και την καλά σιγουρεμένη βεβαιότητα.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΑΛΟΓΑ

Ποιητής δεν ήμουν ούτε το ζήλεψα. Αυτοί βλέπουν μόνο πουλιά λευκά ή μαύρα στις μέσα, έξω, άνω και κάτω χώρες.

Η ποίηση, θα πει κανείς, δεν είναι κάτι υπερβατικό; Kάτι μεγαλειώδες και πολύ φιλολογικό, κάτι που αρδεύεται επιμελώς στα σαλόνια ειδικών και επαϊόντων; Όχι, η ποίηση δεν είναι αυτό. Η ποίηση δεν είναι φιλολογικός ορισμός, δεν είναι αποστειρωμένος ορισμός που διακινείται αυστηρώς στα μεγαλόσχημα γραφεία των επαγγελματιών γραφιάδων, ούτε η φιλεύσπλαχνη φιλοτεχνία των πονεμένων. Η ποίηση γεννάται ασύντακτη σε θολά νερά, αγαπάει με μητρική αγάπη τα λάθη, θέλγεται από το καθημαγμένο, βουτάει χωρίς μελετημένη ανάσα στο κενό, χαϊδεύει τα μαλλιά της τραγωδίας, αγκαλιάζει το ανθρώπινο εκκρεμές και σταλάζει τα νοήματά της στο κρυμμένο περιθώριο των λευκών της σελίδων. Η ποίηση, η αληθινή, η μεγίστη και η σπουδαία, σκάβει τα σύννεφα ακούραστη για την ελάχιστη χαραμάδα ουρανού.

Και εδώ εντοπίζεται το εξής ωραίο και αντιφατικό: πώς γίνεται να με διαλύει επισταμένα και συνταγμένα κάθε φορά η ποίησή της, όταν εκείνη, ομοούσια και αδιαίρετη δεν έχει την παραμικρή απόσταση από τις λέξεις που τόσο αγαπά, υπηρετεί και φροντίζει. Η φιλολογική μου ιδιότητα ίσως να θολώνει τα νερά και τις καθηγητικές αναλύσεις μιας και το αντικείμενο της διάλυσης περνάει σε άλλο επαγγελματικό κλάδο, ωστόσο, σαν μαθήτρια που γοητεύεται από τα γραπτά που ανοίγει αντάμα με τα τετράδιά της, χαίρομαι και απολαμβάνω τόσο πολύ αυτή την άλυτη άσκηση στο σπίτι. Αρράγητη και αρραγής, πιστή στα αδιέξοδα που μόνο η ποίηση συνθέτει, μακριά από τους κανόνες και τις φιλολογικές απομυζήσεις, η Δρακοπούλου μαζί με την κατοικίδια ποίησή της μας ξηλώνει κλωστή-κλωστή και ύστερα μας κεντάει με το βελονάκι της στην καρδιά, συνεχίζοντας εκείνο που μόνο οι πεπρωμένοι ποιητές ξέρουν -χωρίς διατυμπανισμούς- να κάνουν. Να φτιάχνουν, δηλαδή, σύμπαντα έκλυτα και άλλο τόσο μυστικοπαθή, να σε καρφώνουν στην πληγή αλλά παράλληλα να σε φροντίζουν, ν’ αποδίδουν στους αφανείς την ηρωικότητά τους και να γράφουν για να μην γίνει η ιστορία τους σιωπή.

Διαβάσεις Πεζών

ακούραστος εργάτης ο κότσυφας βιάζεται φύλλα να πληγώσει. Είναι το ιδρωμένο κόκκινο τριαντάφυλλο που τις φλέβες του ασύστολα χτυπούν οι μαύρες στρατιές τα πέντε χρόνια στο κέλυφος του εδάφους. Και πάντοτε της λάσπης οι ηττημένοι

Αναμφίβολα ο «κωλοπαιδισμός» αποτελεί συνιστώσα του αστικού πολιτισμού. Η αναρριχώμενη εξουσία των καθαρμάτων γεμίζει καθημερινά τα στόματά μας κάθε φορά που αφήνουμε να βγει απ’ το στόμα ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Πόσες φορές όμως, αποκαλούμε κάποιον χαριτολογώντας «κωλόπαιδο», όταν καταφέρνει να μας συγκινήσει; Εκείνα τα ευαίσθητα, λοιπόν, κωλόπαιδα, που καταφέρνουν να συνυπάρχουνε ανάμεσά μας, συγκινώντας μας και ταράζοντάς μας ξεσηκωτικά κάθε φορά με τις πυρωμένες αναμνήσεις και τις εξεγερτικές τους λέξεις είναι η μεγαλόστομη απάντηση στην Πατρίκια κατάφαση για το πώς η ποίηση μας βρίσκει. Και οι «αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου» είναι τελικά οι υπομνήσεις ενός παιδιού που βρίσκει την καρδιά ακόμα ν’ αγαπάει.

*Η Αφροδίτη Κατσαδούρη είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Η τελευταία της ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο «Η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι», εκδόσεις Έναστρον, και μπορείτε να τη βρείτε σε κεντρικά βιβλιοπωλεία. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε εδω: https://www.fractalart.gr/oi-ypomniseis-enos-paidioy/

Λεωνίδας Καζάσης. Πριν το τέλος αναγνώριση 

Σ’ ανηφοριά καλόβολη, μπρος στην αυγή, στη δύση σιώπησα.
Στη ροή κοντοστάθηκα, ακούγοντας φωνές γητεύτρες,
την βία να αφοπλίζουν, στην ανεμελιά παραδίδοντάς την.
Της γαλήνης την πλήξη επεδίωξα,
των τρυφών τις ράθυμες ιαχές!
Πλήξη δύστυχη εχόρτασα μέσα από δόλιο,
ανηλεή δαρμό που οι άνθρωποι εκθειάζουν, αναζητώντας τον.
Πάντα ο έρωτας απλοϊκός θα μοιάζει
εις την έξιν, της αλγηδόνος έλξεως.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/08/04/πριν-το-τέλος-αναγνώριση-λεωνίδας-καζ/