Teresa Wilms Montt, Αυτοπροσδιορισμός

Είμαι η Teresa Wilms Montt
και παρότι γεννήθηκα εκατό χρόνια πριν από σένα,
Η ζωή μου δεν ήταν τόσο διαφορετική από τη δική σου.
Είχα επίσης το προνόμιο να είμαι γυναίκα.
Είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα σε αυτόν τον κόσμο.
Ξέρεις καλύτερα από τον καθένα.
Έζησα έντονα κάθε ανάσα και κάθε στιγμή της ζωής μου.
Απέσταξα μια γυναίκα.
Προσπάθησαν να με κρατήσουν κάτω αλλά δεν μπορούσαν μαζί μου.
Όταν μου γύρισαν την πλάτη, γύρισα το πρόσωπό μου.
Όταν έμεινα μόνη, έδωσα παρέα.
Όταν ήθελαν να με σκοτώσουν, έδωσα ζωή.
Όταν ήθελαν να με κλειδώσουν, ζήτησα την ελευθερία.
Όταν με αγάπησαν χωρίς αγάπη, τους έδινα ακόμα περισσότερη αγάπη.
Όταν προσπάθησαν να μου κλείσουν το στόμα, ούρλιαξα.
Όταν με χτύπησαν, απάντησα.
Σταυρώθηκα, νεκρή και θάφτηκα,
από την οικογένεια μου και την κοινωνία.
Γεννήθηκα εκατό χρόνια πριν από σένα,
παρεμπιπτόντως μοιάζεις ακριβώς σαν εμένα.
Είμαι η Teresa Wilms Montt,
Και δεν είμαι κατάλληλη για κυρίες.

*Η Teresa Wilms Montt ήταν Χιλιανή αναρχική φεμινίστρια συγγραφέας και ποιήτρια. Γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1893. Αυτοκτόνησε σε ηλικία 28 ετών στο Παρίσι το 1921.

Γιώργος Κοζίας, Λαβωμένη κοιμωμένη

Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.

Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.

Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.

*Από τη συλλογή «Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε», Εκδόσεις Στιγμή, 1995.

Νίκος Σφαμένος, οι μέρες του καλοκαιριού

οι μέρες του καλοκαιριού
θα φύγουν
και τα κορίτσια του
θα χαθούν
ο χειμώνας θα έρθει
αγριεμένος
πίσω στις μονότονες δουλειές
και στα σπίτια τους
θα θυμούνται ξένοιαστες ώρες

τα κορίτσια του καλοκαιριού
δεν μας χαμογέλασαν ποτέ
καθώς περπατούσαν ανέμελα
έμενε εκείνη η πίκρα
στα μάτια
για τη μέρα που φεύγει

θλιμμένα με κρυμμένα όνειρα
στα μαλλιά
τα κορίτσια του καλοκαιριού
χάνονται
και ο χειμώνας θα έρθει
αγριεμένος

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Αποαποικιοποίηση

Όταν δεν υπάρχουν λέξεις
που να με περιγράφουν,
σκαρφαλώνω με γυμνά πέλματα
στα δέντρα και από εκεί
πετάω πέτρες στους περαστικούς.

Όταν δεν υπάρχουν λέξεις
που να με περιγράφουν,
μετράω τα δάχτυλα των ποδιών
και τους λέω πως
έχω δρόμο μπροστά μου,
μην πουν πως δεν ήξεραν.

Όταν δεν υπάρχουν λέξεις
που να με περιγράφουν,
πέρα από το νόμο του φύλου,
ή τις τροπικότητες της ύπαρξης,
κυκλοφορώ με πλαστή ταυτότητα,
κάτι μεταξύ ωραίου,
θύματος
ή και των δύο μαζί.

*

Χάντρες

Ανέμελα κορίτσια και αγόρια
την ώρα του μεσημεριού,
στολίζονται με χάντρες
όμοιες με τις καλές μέρες,
για να ξεγελάσουν τα πουλιά.

Κι αυτά ξεγελιούνται.

Κι έπειτα με τις χάντρες,
τάχα αυτόν τον σπουδαίο θησαυρό,
-κλεμμένες προσδοκίες στα ράμφη τους-
βιάζονται να ταΐσουν τους νεοσσούς.

Κάθε χάντρα μια ευτυχία,
κάθε χάντρα ένας πνιγμός.

*

Η παπαρούνα

Του Δ.Β.

Έχουμε τους ανθρώπους κάπως στο μυαλό
και τους αφήνουμε έτσι, όσο η μνήμη μας είναι υγιής.
Όμως αυτοί αλλάζουν.
Και την πρωτογενή καταγραφή μας,
αυτή που πιστοποιεί την ύπαρξή τους
στα τοιχώματα της καρδιάς,
στο τέλος θα την πουν και νοθευμένη.

Η παπαρούνα ανθίζει και έτσι μένει.

*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Εκδόσεις Έναστρον, 2024.

Μάρκος Μέσκος, Όσο θηλάζει η ερημιά τις χαμηλές φωνές

Μοναξιά
Έτσι φαντάζεσαι. Συχνά όμως δεν είναι.
Ξαφνική πετριά στο νερό κύκλος και κύκλος έγκλειστον δείχνει
την πληγή που τσάκισε την ηρεμία και τώρα αφηγείται:
πρώτα η σιωπή∙ και τα λησμονημένα κόκκινα φύλλα
στο χώμα κείτονται ή στον αέρα κοκόρια αποκεφαλισμένα
ελάχιστα ελπίζουν. Άγνωστα τα ηχηρά παιχνίδια — σιωπή
πεθαμένη. Ακροβολισμένα σκυλιά μοιράζονται το σκοτάδι.
Ήσυχα κοιμάται το κοπάδι — ήσυχα; Και ποια ψυχή κρύβει
το ποίμνιο; Κινδύνους μαχαίρια κραυγές∙ σαν όνειρο κακό
σαν τον Νοέμβρη που θα ’ρθει απειλητικός με τις ομίχλες
και τους κοκκινολαίμηδες και τα πουλιά σούστες ανα-
πνοές ακόμα. Όσο θηλάζει η ερημιά τις χαμηλές φωνές
τ’ ανείδωτα άνθη κάθε διαβάτη. Μονάχος και μοναχή
όλη η ζωή μ’ ένα παράθυρο μονάχα, εκείνος μυστική γλώσσα
προτού καν αρθρώσει την εικόνα, άρρωστο παιδί που
λυπάται μόλις βραδιάσει — γυρίζει ο τροχός στο κενό
στο τίποτε. Μα εάν τα κόκαλα περπατούνε ακόμα ρίξε
ένα βλέμμα κι εδώ, δρόμος είναι κι ο θάνατος, δέντρο
στον κάμπο που αντέχει, δες πώς τα βραπτσιάνια [*]
τρίβονται στο χώμα εξοικειωμένα για τα ψηλά πετάγματα
και για τα μαύρα κάτω. Εν τέλει φαντάσου τα αν μπορείς
πέραν της υπεροψίας των αιώνων. Φιλικά πλησίασε η μοναξιά.

[*] μικροπούλια

“Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί “, (1995),

Π.Π. Παναγιώτου, Λαύρειο

Aberalaw, του Cronin “Citadel”
οχτάωρες της καμινίας βάρδιες,
κόγχες βαθουλωμένες, άδειες
καινούργιος Τμηματάρχης ο Blondel

Η “Παρασκευή” του Βλάσση αδειανή,
και το “Μπαούλο” στοιβαχτό, “χελώνες”
φωτοπλημμυρισμένες οι Καβο-Κολώνες
μα η κάθε μπούκα μια ιστορία σκοτεινή.

Ο Παύλος, ο Ματιάς κι ο Marriat,
μιλώντας και καπνίζοντας ολοένα,
καλαφατίζουνε του Sea Girl την καρένα,
αυτοί που μαστορεύουν τη φτυαριά.

Της φτώχειας ο αγιάτρευτος καημός,
πώς λιώνει τις ψυχές σ’ αυτό τον Άδη!
(Διακόσια μέτρα κάτω απ’ το πηγάδι)
Αχ, και να ‘ρχότανε στην μπούκα ο λυτρωμό!…

Γονατιστός απόψε στ’ όνομά σου
για σένα Λαύρειο, δέομαι σιγαλά:
ομίχλη την ψυχή μου απαλά
τυλίγει, και την ΦΤΩΧΕΙΑ – τ΄ όνομά σου!

(1943)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 4, Χειμώνας 2007-2008.

Diane of Prima, To whom I never loved / Σε όποια δεν αγάπησα ποτέ

Who advises me to quit
she never loved.
Who tells me it’s not worth it
dont know what i feel right now..
Maybe it ain’t even no more
desire , affection , passion , tenderness
is it just love or.. despair.
It’s as if the fates had already been decided
and I, unknowingly, still dreaming.
It’s the terrible truth
that’s knocking on my door
and me: stupid
Pretending not to hear.
Then take me death
in the season of falling leaves
but let it be true death of the soul
and not just pain.
The pain hurts so bad
death makes you forget…
and erases joys and sorrows
and sweep you away:
beautiful idealized astro.

Σε όποια δεν αγάπησα ποτέ

Όποια με συμβουλεύει να παραιτηθώ
δεν αγάπησε ποτέ.
Όποια μου λέει ότι δεν αξίζει τον κόπο
Δεν ξέρω τι αισθάνομαι αυτή τη στιγμή…
Ίσως να μην υπάρχει πια
επιθυμία, στοργή, πάθος, τρυφερότητα
Είναι απλά αγάπη ή… απελπισία.
Είναι σαν να έχει ήδη αποφασιστεί η μοίρα…
και εγώ, εν αγνοία μου, ακόμα ονειρεύομαι.
Είναι η τρομερή αλήθεια
που μου χτυπάει την πόρτα
και εγώ: ηλίθια
Προσποιούμενη ότι δεν ακούω.
Τότε πάρε με θάνατε
την εποχή που πέφτουν τα φύλλα
αλλά ας είναι αληθινός ο θάνατος της ψυχής
και όχι μόνο πόνος.
Ο πόνος πονάει τόσο πολύ
ο θάνατος σε κάνει να ξεχνάς…
και σβήνει τις χαρές και τις λύπες
και σε παρασύρει μακριά:
όμορφο εξιδανικευμένο άστρο.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Marko Pogačar, Συντακτικό

Μέχρι τη νύχτα είχαμε μπουκώσει με ήλιο και ανάστροφες
ήμασταν το γιατρικό για τον ιό του θανάτου
ξυπνούσαμε και τραβούσαμε για το μπακάλικο
τηγανίζαμε αυγά με μπέικον
δέναμε τον χρόνο σε κόμπους μικρούτσικους
ώστε στο τέλος, όταν όλα λύθηκαν,
νσ τον έχουμε πιο πολύ, να τον χαρούμε όπως ο παπάς το αγόρι
το δάσος, την αρχή της βροχής
ήμασταν θηλαστικά πιστά στο ένστικτό μας
σαν μοναδικό κανόνα θεσπίσαμε την ορθογραφία
ξεχνώντας πως δεν υπάρχουνε τελείες στην αγάπη, μόνο σειρές από κόμματα
με αγκώνες μαύρους από τον μόλυβδο ακούγαμε
τα πράγματα που υπάρχουν ήδη να αποκαλύπτουν τα ονόματα τους
και τα πράγματα που θα έρθουν να τρέμουν κάτω απ’το νότιο δέρμα:
οι ζωντανοί ήτανε κρύοι και απόμακροι, τα αυγά τσιρτσίριζαν, οι εφημερίδε θρόιζαν
οι πεθαμένοι ήταν κοντά

Από τη συλλογή “Ο συλλέκτης των Κυριακών”, εκδόσεις, Θράκα, 2024. Μετάφραση: Νικόλας Κουτσοδόντης.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ποιήματα

Το άτιτλο έργο
τρύπωσε στο μυαλό μου
με τον τίτλο /Αμαζόνα/

*
Δεν περνά η μπογιά μου πια·
χαριεντίζομαι με το πρόσωπο 
του καθρέφτη 
γερνώντας γράφω έναν 
εντεκασύλλαβο στη θαμπάδα
και τον σβήνω στο λεπτό 

*
Η πρώτη του μηνός έρχεται  
πάνω στο πλαστικό 
τραπεζομάντιλο της αυλής·
κάποιος χάραξε το μηδέν
άλλος τον ήλιο 
δεν έχω λόγο να ευχηθώ 
κάτι καλύτερο 

*
Η ράχη του βιβλίου 
σπάει και 
αυτό σημαίνει 
πώς οι Μυρμιδόνες
τρύπωσαν σε ένα ποίημα 
του Πάουντ 

*
Λε λε λευτεριά 
Λευτεριά στην Παλαιστίνη 
ανάμεσα σού τραγουδώ

*
Στον αφιλόξενο αβλέμονα
πατώ τα πόδια μου
γαντζώνομαι στα βράχια 
ανεβαίνω στο πιο ψηλό σημείο 
και ρίχνω τις στάχτες μου
στη θάλασσα 

*
Γερμένος πάνω από τα γραπτά του 
ο Μονταίν· δεν 
θα γράψω τίποτε θετικό 
για το μύθο σας
κι αυτό σημαίνει οπωσδήποτε 
ότι δεν κοιμάμαι τις νύχτες· ο 
χρόνος μιας ζωής 
περισσεύει με τις αιχμηρές λέξεις

*
Αντί για μένα 
ψηλάφησε 
τούτο το μήλο 
είπε η Εύα
και δες πώς το σκουλήκι 
σέρνεται κάτω από τη σάρκα του·
κι εκείνος το δάγκωσε 
για να το σκοτώσει 

Nicanor Parra, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Απαγορεύεται το προσεύχεσθαι, το πταρνίζεσθαι
Το πτύειν, το εγκωμιάζειν, το γονυπετείν
Το λατρεύειν, το ωρύεσθαι, το αποχρέμπτεσθαι.
Εντός αυτού του περιβόλου απαγορεύεται το
υπνώττειν
Το εμβολιάζειν, το ομιλείν, το αφορίζειν
Το εναρμονίζειν, το δραπετεύειν, το συλλαμβάνειν.
Αυστηρώς απαγορεύεται το τρέχειν
Απαγορεύεται το κάπνισμα και το γαμήσι
`
*


*

ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ

Η άνοδος του ψωμιού δημιουργεί νέα άνοδο του
ψωμιού
Η άνοδος των ενοικίων
Αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των ενοικίων
Η άνοδος των ενδυμάτων
Οδηγεί σε νέα άνοδο των ενδυμάτων.
Αδυσώπητα
Στριφογυρίζουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο.
Μες στο κλουβί έχεις τροφή.
Λίγη, ωστόσο έχεις.
Έξω απ΄αυτό έχεις μονάχα απέραντη ελευθερία.

*Από τα «Ποιήματα επείγουσας ανάγκης» (εισαγωγή- μετάφραση: Αργύρης Χιόνης), εκδ. Γαβριηλίδης, 2008.