Ardita Jatru, Το εργοστάσιο αρτοποιίας

Πρώτη φορά
είδα έναν χαμάλη δίχως χέρια,
να σηκώνει τα σακιά με το αλεύρι
πάνω στην πλάτη του
με τριάντα ακροβατικά βήματα
από το φορτηγό μέχρι την αποθήκη.
Δεν είχε κεφάλι –
μόνο δυο σηκωμένους ώμους
και δυο μεγάλα μπράτσα σαν ατσάλινα ραβδιά.

Είχα ρωτήσει τότε τη μάνα μου
αν ήταν άνθρωπος αυτός ή ένα περίεργο πλάσμα
ουρανοκατέβατο;
Με κοίταξε μ’ ένα στοργικό βλέμμα
κι έσκυψε στο αυτί μου
ψιθυρίζοντάς μου:
Άνθρωπος είναι σαν εμάς,
που βγάζει με τον ιδρώτα το ψωμί!
Αργότερα είδα τον χαμάλη στην καντίνα
όπως κρατούσε το κουτάλι ανάμεσα στα δυο
κολοβά του χέρια
να τρώει γαλήνια
σαν εμάς.

Απορούσαν τα μάτια μου
κι όλο ρωτούσα, πώς και γιατί!
Κοίτα, έλεγε η μητέρα,
ο καθένας κάνει τη δουλειά του.

Στο εργοστάσιο αρτοποιίας
μασούσαν κρυφά τη χαμένη ελευθερία
με ζεστές μπουκιές απαγορευμένου άρτου.
Στον πλανήτη της κακουχίας
ήμουν το μοναδικό παιδί
που κοιμόταν πάνω στο τραπέζι
με ζύμη στο χέρι,
δίπλα στη μητέρα
που έπλενε τα άδεια ταψιά
στη νυχτερινή βάρδια.

*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάκτων.

Μ. Αλμπάτης: Η απελπισία για κάποιες κοινωνικές τάξεις αποτελεί πολυτέλεια

Πόσο συχνά διαβάζουμε εκπροσώπους της εργατικής τάξης; Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλάει στη ROSA για το επιτυχημένο μυθιστόρημά του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους».

Ματίνα Κοντού*

Τον συγγραφέα Μιχάλη Αλμπάτη τον «γνώρισα» φέτος το καλοκαίρι, μέσα από το επιτυχημένο βιβλίο του «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους».

Ομολογώ πως άργησα να το ανακαλύψω: Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο που ακολουθεί την περιπλάνηση του Φανούρη, ενός 15χρονου αγοριού σ’ ένα χωριό της κρητικής ενδοχώρας ενώ ανακαλύπτει την ικανότητά του να ακούει τις σκέψεις των νεκρών.

Το βιβλίο είναι συναρπαστικό και διαβάζεται μονορούφι, φυτεύοντας ωστόσο προβληματισμούς για ένα μεγάλο εύρος ζητημάτων όπως η κοινωνική υποκρισία, η θρησκοληψία και η σχέση μας με την αλήθεια, τα οποία στηλιτεύει με τρόπο άμεσο, αβίαστο και πολλές φορές σαρκαστικό αλλά πάντα εύστοχο.

Ψάχνοντας λίγο περισσότερο για τον συγγραφέα, έμαθα ότι εργαζόταν ως μάγειρας και το βιβλίο «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» (εκδ. Νήσος) δεν ήταν το πρώτο που έγραφε.

Αναρωτήθηκα πόσο συχνά διαβάζουμε αλήθεια εκπροσώπους της εργατικής τάξης στη χώρα μας και ως κόρη μάγειρα, απόρησα αν κάνοντας μία τόσο εξουθενωτική δουλειά μπορεί τελικά κανείς να χωρέσει στον ήδη συμπιεσμένο χρόνο του και την δημιουργία.

«Αν δεν φαλίριζε το μεζεδοπωλείο που διατηρούσα, το 2011, αν συνέχιζα να δουλεύω πάνω από δέκα ώρες τη μέρα, δεν θα μπορούσα ποτέ να αφοσιωθώ στο γράψιμο, δεν θα τολμούσα καν να ξεκινήσω να το γράφω…» απαντά.

Ολόκληρη τη συνέντευξη: 
Πώς εμπνευστήκατε την ιστορία του Φανούρη και γενικότερα, από που αντλείτε έμπνευση για να γράψετε;

Η ιδέα δεν θα μπορούσε παρά να γεννηθεί σε κηδεία. Ήταν σε μια αγρύπνια, απ’ αυτές που ευτυχώς δεν έχουν ακόμα εκλείψει στην Κρήτη. Η αγρύπνια είναι ίσως το πιο σημαντικό μέρος της κηδείας· από το σπίτι του νεκρού περνάει ολόκληρο το χωριό, τόσο για να συλλυπηθεί τους συγγενείς όσο και για να αποχαιρετήσει τον ίδιο, που θεωρείται ακόμα μέλος της κοινότητας, στέκοντας στο μεταίχμιο, ανάμεσα στους δυο κόσμους. Εκείνο το βράδυ, ακούγοντας τόσους ανθρώπους να απευθύνονται στον νεκρό θείο μου, αναρωτήθηκα τι θα μας απαντούσε αν μπορούσε να μιλήσει, κι έτσι γεννήθηκε ο Φανούρης, ο ενδιάμεσος, ο διερμηνέας της γλώσσας των πεθαμένων. Όσο για την έμπνευση, γενικότερα, μας επισκέπτεται όποτε το θέλει αυτή, κεντρισμένη τόσο από τα ερεθίσματα που η πραγματικότητα της προσφέρει όσο και από την έλλειψη των ερεθισμάτων, σαν απόπειρα εμπλουτισμού μιας πραγματικότητας προβλέψιμης και πληκτικής.

Στο μυθιστόρημά σας “Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους”, μέσα από τη φωνή των νεκρών αναδεικνύεται πολλές φορές η υποκρισία της κοινωνίας. Γιατί κάνατε αυτήν την επιλογή;

Η τέχνη είναι αλήθεια τυλιγμένη σε ομορφιά, κι όσο σκληρή ή πικρή κι αν είναι η αλήθεια ο άνθρωπος μπορεί να τη δεχτεί ακριβώς επειδή τον σαγηνεύει το πέπλο που την τυλίγει. Γι αυτό η τέχνη μπορεί να πει αλήθειες που είναι αδύνατον να ειπωθούν με γλώσσα άλλη. Δεν μπόρεσα να φανταστώ τους νεκρούς ήρωές μου παρά απαλλαγμένους από κάθε σύμβαση, από κάθε ψέμα, ικανούς για μια απόλυτη ειλικρίνεια, για μια απόλυτη ελευθερία, μια ελευθερία που μόνο μέσα απ’ τον λόγο μπορούσαν πια να ασκήσουν. Αφού μπορούσαν πια να πουν όσο μια ολόκληρη ζωή δεν τόλμησαν, οι αποκαλύψεις τους αναγκαστικά έχουν στόχο την υποκρισία στην οποία και οι ίδιοι ως τότε μετείχαν, ενώ οι ζωντανοί, απ’ τη μεριά τους, δεν θα μπορούσαν παρά να κλείσουν τα αυτιά, αρνούμενοι να ακούσουν, αφού για εκείνους εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες, οι αποσιωπήσεις, οι συμβιβασμοί.

Πώς άραγε πιστεύετε ότι θα ήταν ένας κόσμος στον οποίο κυριαρχεί η αλήθεια;

Είναι αξεδιάλυτα με την ανθρώπινη φύση τα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο, είτε καλοπροαίρετα, για να μην στενοχωρήσουμε είτε για να εξαπατήσουμε και να επωφεληθούμε, και είναι μάλλον αδύνατον να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς αυτά. Όσο για την κοινωνική υποκρισία, συμμετέχουμε όλοι αν και σε διαφορετικό βαθμό σε αυτήν. Μοιάζει με μια ηθική σκόνη που απλώνεται πάνω σε συμπεριφορές και επιθυμίες κρατώντας τις υποτυπωδώς κρυφές, ενώ όλοι συμμετέχουν με τον έναν τρόπο ή τον άλλον σε αυτές. Ακόμα κι αν μια μεγάλη αν μια μεγάλη ανατροπή και αναταραχή των ηθών, όπως έχει συμβεί αρκετές φορές στην ιστορία, μετατρέψει αυτήν την ξεραμένη κρούστα σε κουρνιαχτό, είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα αυτή θα κατακαθίσει σε ένα καινούριο στρώμα υποκρισίας.

Στο έργο σας, σε πολλά σημεία έρχεται στο προσκήνιο η θρησκοληψία. Θεωρείτε ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα σε σύγκριση με την εποχή στην οποία αναφέρεται το βιβλίο;

Ευτυχώς ναι, αν και όχι στον βαθμό που θα περίμενε κανείς σε σχέση με τις τόσο βαθιές αλλαγές που έχουν συντελεστεί σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Η ελληνική κοινωνία μοιάζει να υιοθετεί από την νεωτερικότητα ό,τι πιο ανόητο και ρηχό, ενώ διατηρεί από το παρελθόν ό,τι πιο σκοταδιστικό και θλιβερό. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον σχιζοφρενικό· από τη μια το νεώτερο τμήμα του πληθυσμού σπεύδει να υποδεχτεί άκριτα και με ενθουσιασμό οτιδήποτε προτείνει η μόδα, γεμίζοντας παραδείγματος χάριν τα κορμιά τους με τατουάζ, ενώ άλλες ομάδες, κυρίως γεροντότεροι, κάνουν ουρές για να προσκυνήσουν κάποιο ξεθαμμένο οστό ή μια ιερή παντόφλα. Ίσως πρόκειται για το είδος της σύγχυσης που επικρατεί στα σταυροδρόμια…

Ποια βιβλία σάς καθόρισαν ως αναγνώστη και ποιο δικό σας βιβλίο ξεχωρίζετε;

Πολλά είναι τα βιβλία που με έχουν γοητεύσει βαθιά και στερεοποίησαν μέσα μου την επιθυμία να προσπαθήσω κι εγώ με τη σειρά μου να γράψω. Κάποια απ’ αυτά είναι ο «Τροπικός του Καρκίνου», του Χένρυ Μίλλερ, οι «Δαιμονισμένοι» και το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, αλλά και πολλά άλλα. Όσο για τα βιβλία μου, τόσο αυτά που έχουν εκδοθεί όσο κι αυτά που παραμένουν ανέκδοτα ή έχουν απομείνει μισογραμμένα, έχουν το καθένα τους μια ιδιαίτερη θέση στην πορεία μου σαν συγγραφέα. Είναι σίγουρο ωστόσο πως το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» αποτελεί ένα από τα πιο αποφασιστικά και καίρια βήματα αυτής της πορείας.

Εκτός από συγγραφέας, εργάζεστε και ως μάγειρας, σωστά; Πώς μπορεί κάποιος να αφοσιωθεί στο γράψιμο ενώ κάνει παράλληλα μία τόσο κουραστική δουλειά;

Δεν μπορεί… γι’ αυτό στην ιστορία της τέχνης υπάρχουν τόσο λίγοι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης, γι’ αυτό τόσοι δημιουργοί, που δεν ήταν ευκατάστατοι, αναγκάστηκαν να ζήσουν σε συνθήκες ένδειας, εξαγοράζοντας με το αντίτιμο της φτώχειας τον απαραίτητο για κάθε δημιουργία ελεύθερο χρόνο. Όσο για μένα, το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Αν δεν φαλίριζε το μεζεδοπωλείο που διατηρούσα, το 2011, αν συνέχιζα να δουλεύω πάνω από δέκα ώρες τη μέρα, δεν θα μπορούσα ποτέ να αφοσιωθώ στο γράψιμο, δεν θα τολμούσα καν να ξεκινήσω να το γράφω…

Έχετε δηλώσει ότι το βιβλίο αυτό απορρίφθηκε από αρκετούς εκδοτικούς οίκους πριν τελικά γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Πώς το διαχειριστήκατε;

Όταν δεν πιστεύει κανείς σε εσένα, ούτε η οικογένεια, οι φίλοι, οι … εκδότες, είσαι αναγκασμένος να αναπτύξεις μια υπερβολική πίστη στον εαυτό σου – κάτι που οι άλλοι αντιλαμβάνονται σαν αλαζονεία – με τον κίνδυνο φυσικά να στερείσαι πράγματι ταλέντου κι όλη αυτή η αυτοπεποίθηση να αποδειχθεί ένα κέλυφος αδειανό… Η αυτοπεποίθηση ωστόσο δεν είναι σχεδόν ποτέ αρκετή από μόνη της. Ευτυχώς, για τις δύσκολες στιγμές, υπάρχει μια ποικιλία από παυσίλυπα. Το δικό μου ήταν το αλκοόλ. Από εκεί και πέρα είναι απαραίτητο ένα πείσμα, που δεν έχει τίποτα το ηρωικό, μια υπομονή και επιμονή η οποία είναι μονόδρομος, γιατί τελικά η απελπισία, για κάποιες κοινωνικές τάξεις τουλάχιστον, αποτελεί πολυτέλεια.

Να περιμένουμε σύντομα κι άλλα έργα από εσάς;

Το καινούριο μου μυθιστόρημα, «Η Κατάλυση του Χρόνου» κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Μάη, πάλι από τις εκδόσεις Νήσος, κι έχω κιόλας ξεκινήσει να γράφω το επόμενο…
TAGS

*Πηγή: https://www.rosa.gr/koultoura/m-almpatis-sti-rosa-i-apelpisia-gia-kapoies-koinonikes-taxeis-apotelei-politeleia/?fbclid=IwY2xjawFUcDdleHRuA2FlbQIxMQABHZCb2eMXnZCAK4syRNXHXuZq2Iipf5lJBeq_GSGw2CCKnzunh6HwCn6-_w_aem_VbY-yDjnHssKKWU1ChqfwQ

Νόα Τίνσελ, [Imposter syndrome]

I.
Καθώς περιμένω να με καλέσουν για το βραβείο
Ο διπλανός με ρωτάει τι τον έχω τον Κ.
Χεσμένο, λέει η ξαδέρφη μου
Και γελάμε

Αυτοί που έφτασαν στη βραχεία λίστα με κοιτούν
Ο πατέρας μου ψάχνει διέξοδο
Κομπλεξικέ, λέει η μάνα μου
Ίσια την πλάτη, δεν έχουμε τίποτα λιγότερο

II.
Λίγο αφού κάθισα στην καινούρια μου καρέκλα
Παραιτήθηκα
Οι φίλοι το γιορτάζουν
Δεν είμαι σαν αυτούς
Τους το απέδειξα

Εκείνη -που μεσολάβησε- σπάει τα τηλέφωνα
Θέλει να βεβαιωθεί πως ξέρω
Ότι δεν θέλει να με ξαναδεί
Και πως την εξέθεσα
Αναγνωρίζω
Ότι εγώ είμαι το πρόβλημα
Με δική μου ευθύνη θα πνιγώ

Η μάνα μου μιλάει
Όσο τη ντοπάρω με την περηφάνεια της τάξης μας
Προσπαθώ να μην ακούσω
Καθώς μου λέει
Εμένα όμως μου άρεσες έτσι
Με τον αέρα τους
Όταν ερχόσουν από εκείνο το γραφείο
Ήμασταν πετυχημένοι

Τώρα έγινες σαν εμάς

III.
Ο ψυχίατρος προτείνει αγωγή
Του μιλάω για λεφτά
-Σταμάτα να είσαι αρνητική
Πρέπει με κάποιο τρόπο να δούμε πρόοδο

*Από τη συλλογή “μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδόσεις θράκα, 2023.

Ν. Γ. Λυκομήτρος, Αυτοί που δεν έχουν φωνή

Δεν θα τους δούμε στα σπαρακτικά επετειακά ντοκιμαντέρ.
Δεν θα ακούσουμε τις συγκινητικές ιστορίες
των συγγενών και των φίλων τους
διότι αυτοί δεν μιλούν αγγλικά.
Δεν θα χτιστούν μνημεία για τον χαμό τους
κι ούτε θα υπάρχει κάποια ημερομηνία
για να θυμόμαστε τον θάνατό τους,
διότι αυτοί συνεχίζουν να πεθαίνουν καθημερινά.
Θα δούμε μόνο μια φευγαλέα εικόνα τους
στα δελτία ειδήσεων των οκτώ
και ίσως, τη φωτογραφία τους
στα περιοδικά της Δύσης
να είναι υποψήφια για κάποιο βραβείο.
Μονάχα το βλέμμα τους
θα μένει καρφωμένο στη μνήμη μας
και θα διαπερνά τη συνείδηση μας.
Αυτοί, βλέπεις, δεν έχουν φωνή.

*Από τη συλλογή “Ο ήχος της απώλειας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.

Ζωρζ Πιλαλί, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Είχε μια μαϊμού μες στο κεφάλι,
που ήταν το άλλοθι στο καρναβάλι.
Ένα μιμάριον σκώπτον με ήθος,
πλην οχλοδίαιτον υπό το πλήθος.
Κερμάτων ήτο δεινός συλλέκτης.
Ο βίος του σπάταλος φιλαργυρέκτης.
Ως ηθοποιός διέπρεψε στην νέα κωμωδία,
κι ως αττικίζων μαρξιστής εξήρεν την δημοκρατία.
Και απεφάνθη ο ράπτης του το δίχως άλλο
πως “ήτο αριστερός εις τον καβάλο”.
Υπήρξεν παρηγορητής των αγοραίων θυμάτων
και γητευτής αλόγων θεαμάτων.
Ύπαγε τώρα εις την χώρα των Μακάρων.
Πενθούν δι’ εσέ στίφη των εργολάβων.

*

Ο ΜΕΓΑΣ ΟΧΛΟΣ

Εγώ είμαι ο μέγας όχλος,
ο κυβερνών τους κυβερνώντας.
Ο ψευδόμενος εις τους αιώνας,
εις τα έργα δειλών νους ιθύνων.
Ο έσχατος το κρείττον επικρίνω.
Ο χλευαστής των ευγενών και επαινέτης άθλιων.
Αλαζών εις την επίκτητον σκέψιν.
Ιερουεργός εις του βασιλέως την στέψιν.
Υποβολιμιαίον το αίσθημα που με διακατέχει.
Οχλούμενος εις ό,τι διαπρέπει.
Ράτσα που προφέρεται τάξη
και ύβρεις πράξιν ενέχει.
Χλοερόν ας είναι το χώμα που θα με χωνέψει.
Αμήν!

*Από τη συλλογή “Οχολοδοξία”, Εκδόσεις Οξύ, 2023.

ένα έτσι, όπως γλιστράς

Heinrich Vogeler, Worker (1928)

όπως γλιστράς
μπορεί εκεί να σε κρατήσει
ο χρόνος
με τα χέρια και τα πόδια στον αέρα
και το κεφάλι στο άγνωστο
για χρόνια ολόκληρα πολλά
αν είσαι πραγματικά
τόσο ελαφρύς

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/07/8286/#like-8286

Σπύρος Χαιρέτης, Ποιήματα

ΦΙ-ΧΑΜΕΝΟ

Μη διανοηθείς να απλώσεις πάνω του το κουλό σου
το παιδί έχω δικαίωμα να το χτυπάω μόνο εγώ

*

Έλα μπαμπά
κάτσε εδώ
θα σηκωθώ

Όποτε πιάνω την αγαπημένη πολυθρόνα του
νιώθω ενοχή
σα να εκθρονίζω βασιλιά από παντού δεδιωγμένο.

*

ΧΩΡΙΣΜΟΣ Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΣ

Γνωριστήκαμε στα Φάρσαλα
καλοκαίρι του 2010

Η πλατεία Φαρσάλων ήταν ο χαλβάς του κόσμου
Πλέον δεν είναι
και δε ξέρω αν θα υπάρξει τέτοιο σαπούνι σε ολάκερη γη

*

ΥΠΟΚΡΙΣΙΕΣ

Μούρες μουντρούχικες
συρρέουν σε σοντάνια σε σαμόνια*
καμία προθυμία
καμία ευκαιρία

Ω, ησυχάσετε!
Λυχνίας σβεσθείσης εις το πάρκο του Ζαππείου
πας ανήρ όμοι(ρ)ος

*Sodade, Shaman: Μπαράκια-κλαμπς που βρίσκονται στο άλλοτε επονομαζόμενο “gay village”.

*Από τη συλλογή “Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα”, Εκδόσεις Θράκα, β’ έκδοση, 2023.

Πασχάλης Κατσίκας, Τρία ποιήματα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ήρθες σε πανί λευκό
ένα κερί να μου χαρίσεις
όπως εκείνο που ‘φτιαχνες

Αφού τρυγήσαμε το μέλι
βγήκα βρεγμένος απ’ το σινεμά
τη φλόγα έβαλα κάτω από το πέτο

Ας αναβλύζουν οπτικά εφέ στο εξής
Θα βηματίζω αέρινα με τους κομπάρσους

*

Ο ΔΡΟΜΕΑΣ

Με σκελετό ατροφικό
κάτω από μυς εύθραυστους
στη θυελλώδη ξαποσταίνει μεγαλούπολη

Ζευγάρια οι άμαξες αφήνουν στην Ομόνοια
Στέκονται ν’ ανταλλάξουν νύχτα το φιλί
μπροστά στον όρθιο δεσμώτη

Πίνει το βάλσαμο σαν ανοιχτή πληγή
και σε μια γλώσσα ακατονόμαστη αρθρώνει
Έξω απ’ τα φράγματα του ύπνου θέλω να καλπάσω

*

ΑΠΟ ΧΙΛΙΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ

Μου ζήτησες από χίλιους θανάτους να επιλέξω
Στη γη των καλών προθέσεων
με την πυξίδα να δείχνει μονίμως τον βορρά
ξαπλώνω χάμω
Πίσω τραβάω τον κόκορα
Στρέφω την κάννη παράλληλα στον ουρανό
Ο Πολικός Αστέρας κοκκινίζει

Τον θάνατο από αγάπη διάλεξα

*Από τη συλλογή “Νήσος Κίρκη”, Εκδόσεις Δρόμων, 2024.

Pier Paolo Pazolini, Επίλογος επικήδειος

VIII

(Επίλογος επικήδειος με πίνακα συνοπτικό- για την
καπάτσα που γράφει το «κείμενο»- της καριέρας μου
ως ποιητή, και μια προφητική ματιά
στη θάλασσα των μελλουσών χιλιετιών)

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».
Advertisement

Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως ).
Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες
σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!»
Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοί σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκουμαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια ή την Βομβάη – είναι το ίδιο-
με Θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
-όπως η πάλη των τάξεων-
που
διαλύονται….
Σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν από το Μάη του ’45,
θ’ αρχίσω σιγά-σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

*«Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου» (Poesia in forma di rosa), Εκδόσεις Τυπωθήτω. Mετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης.

**Το πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/11/14/epilogos-epikidios/

Κόστια Τσολάκης: Ποιος είναι ο «Εγγλέζος»;

Μιλήσαμε με τον κουίρ ποιητή, μεγαλωμένο στην Ελλάδα αλλά με γραφή στα αγγλικά, με αφορμή το βιβλίο του «Greekling»

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη*

Κόστια Τσολάκης: Ο βραβευμένος ποιητής και μία από τις πιο γοητευτικές κι επείγουσες φωνές στη βρετανική ποίηση μιλάει για το βιλβίο του, «Greekling»

Όταν ο ψηλός άνδρας γεμάτος τατουάζ κάθισε στο τραπέζι απέναντί μου στο καφέ Ριζάρη 22, δεν είχα ιδέα ότι, πριν περάσουν καλά καλά δυο ώρες, θα είχα ανακαλύψει μια αδελφή ψυχή.

Κουίρ ποιητής, μεγαλωμένος στην Ελλάδα αλλά με γραφή στα αγγλικά, ο Κόστια Τσολάκης λάτρευε την Αγγλία και την κουλτούρα της πριν ακόμα φτάσει στο πανεπιστήμιο του Γουόρικ για σπουδές, το μακρινό 1999. Από τότε που οι φίλοι του στο σχολείο –χλομός καθώς ήταν– τον έλεγαν «ο Εγγλέζος». Όταν τον ρωτάω πώς θυμάται εκείνα τα «χρυσά» χρόνια της Cool Britannia, είναι λες κι ακούω τον εαυτό μου: η Αγγλία ήταν ο αισιόδοξος, ανοιχτόμυαλος, ηλιόλουστος (!) τόπος του κινηματογραφικού Notting Hill, του Sliding Doors, του Shakespeare in Love· των βιβλίων, της τηλεόρασης, των Blur και των Pulp. «Ένα μέρος, όπου μπορούσα ν’ αναπνεύσω· με εξίταρε η μουσική της, η λογοτεχνία της, το Globe Theatre του Σαίξπηρ!»

Χρόνια αργότερα, θύμωσε μαζί της –όπως τόσοι και τόσοι Ευρωπαίοι μετανάστες– με το Brexit. Όμως, η Αγγλία τον αντάμειψε: βραχεία λίστα του βραβείου Runciman για το βιβλίο «Greekling» («Γραικύλος», του αρέσει να το ονομάζει στα ελληνικά), Poetry Book Society Recommendation, βραβείο ποίησης από το Oxford Brookes…

«Μια στιγμή μού έχει μείνει ανεξίτηλη», λέει ο Κόστια Τσολάκης αναπολώντας τα γλυκά χρόνια της βρετανικής μετεφηβείας. «Ήταν Μάρτιος, πριν πάω στο πανεπιστήμιο. Η εποχή που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία και το θυμάμαι γιατί είχαμε πετάξει πάνω από την Αδριατική με το αεροπλάνο και μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Λονδίνο ν’ αγοράσω τη “12η νύχτα” του Σαίξπηρ και βγαίνοντας είδα μπροστά μου δυο άνδρες να κρατούνται χέρι χέρι. Και τότε είπα από μέσα μου, “αυτό είναι μέρος για μένα”».

Τον πρώτο χρόνο, βεβαίως, ο Κόστια Τσολάκης τον πέρασε στην ντουλάπα, λέει και γελάει, «ίσως επειδή ήθελα να σιγουρευτώ κι εγώ για τον εαυτό μου. Αλλά τη δεύτερη χρονιά βγήκα θριαμβευτικά!» Σύχναζε στο θρυλικό Rainbows στο Κόβεντρι, στο Popstarz, το Ghetto, το Heaven στο Λονδίνο· στο The Village στο Σόχο, όπου χάζευε τους go go dancers να χορεύουν φορώντας χνουδωτές μπότες… «Ένιωθα ελεύθερος εδώ» μου λέει, «μπορούσα ν’ αναπνεύσω, να είμαι ο εαυτός μου. Έρχονταν φίλοι να με δουν στο Λονδίνο –όταν μετακόμισα εδώ μετά το πανεπιστήμιο– και μου έλεγαν, “είσαι άλλος άνθρωπος εδώ, περπατάς αλλιώς, μιλάς αλλιώς”…»

Για πολλά χρόνια, αυτή η αίσθηση αισιοδοξίας που είχε για την Αγγλία παρέμεινε φουντωμένη μέσα του, συνοδευόμενη από μια αίσθηση εγκλωβισμού στην Ελλάδα: «Δεν ήθελα να έρχομαι πίσω, δεν είχα κάνει come out στους γονείς μου, αισθανόμουν και ντροπή, αυτό το gay shame που μας έχουν μάθει να νιώθουμε. Σε κάποιες διακοπές των Χριστουγέννων, ο πατέρας μου διάβασε το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου έγραφα για τ’ αγόρια που γνώριζα και, παρ’ όλο που δεν μου είπε κάτι, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε· η μάνα μου άρχισε να μου κάνει διαγώνιες ερωτήσεις…

»Μέχρι και παπά έφεραν στο σπίτι, να με ραντίσει στα Θεοφάνεια, μήπως και ξορκίσουν την faggotιά –που λέω κι εγώ– από μέσα μου (γελάει). Αυτό μού δημιούργησε την πρώτη μου κρίση ταυτότητας, αλλά με έκανε και να επαναστατήσω. Γύρισα στο πανεπιστήμιο και άλλαξα το πτυχίο μου σε Ιστορία, διέκοψα τις σπουδές μου για 6 μήνες, δούλεψα σ’ ένα Starbucks για να βγάζω λεφτά, και ξανάρχισα το 2ο έτος των σπουδών μου από τον επόμενο Σεπτέμβριο. Το καλοκαίρι, όταν γύρισα για διακοπές στην Αθήνα, ήταν λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τα προηγούμενα Χριστούγεννα… μιλάμε για τρομερή άρνηση…»

Όλα αυτά είναι δοσμένα γυμνά και ποιητικά στο βιβλίο του: τα αγόρια που γνώρισε, η τεταμένη σχέση με τους γονείς. Όμως το «Greekling» είναι και γεμάτο αγαπητικές εικόνες για την Αθήνα.

—Τι συνέβη και την ξαναγάπησες;

Είμαι παιδί των νοτίων προαστίων και το κέντρο μού φαινόταν πάντα μέρος εξωτικό. Όταν, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, άρχισε να δημιουργείται όλη εκείνη η τοξική ατμόσφαιρα πριν το δημοψήφισμα για το Brexit, αηδίασα με την Αγγλία και η σχέση μου μαζί της άλλαξε ανεπιστρεπτί. Ευτυχώς, είχα γνωρίσει τον σύντροφό μου, τον Τιμ, το 2013 κι αρχίσαμε να ερχόμαστε στην Ελλάδα –είχα κάνει και come out στους γονείς μου το 2011, δύσκολα μεν, αλλά έγινε– και μέσω της αγάπης που απέκτησε εκείνος για την Αθήνα και την Ελλάδα, ξεκίνησα κι εγώ να την βλέπω αλλιώς, να την επαναπροσεγγίζω.

Από τη μία εκνευριζόμουν με το πώς μας έβλεπαν οι ξένοι στο εξωτερικό την εποχή της κρίσης, σαν τεμπέληδες, από την άλλη άρχισα να βλέπω μια Ελλάδα που άλλαζε, όχι την Ελλάδα του κούφιου, επιδεικτικού λαϊφστάιλ που γνώρισα μεγαλώνοντας. Βεβαίως, εδώ δεν έζησα την κρίση από πρώτο χέρι, αλλά σε αυτήν την Ελλάδα, που βγήκε από την κρίση, εγώ αισθάνομαι πιο άνετος. Ίσως επειδή αρχίζω κα γνωρίζω ανθρώπους που μου μοιάζουν, ίσως επειδή άρχισε και η ελληνική κουίρ ποίηση να γίνεται πιο δυναμική.

Χαίρεται τελικά που δεν έζησε το κέντρο όταν ήταν μικρός, γιατί τώρα το ανακαλύπτει και μαγεύεται. «Αγοράσαμε κι ένα διαμέρισμα με τον σύντροφό μου κοντά στο σπίτι της μητέρας μου, οπότε ερχόμαστε συχνά και βγαίνουμε βόλτα μαζί της στην Κυψέλη και μας δείχνει τα παιδικά της κατατόπια… Μ’ έχει πιάσει ξαφνικά μια αγωνία να ξαναγνωρίσω την κουλτούρα μας, να κερδίσω τον χαμένο χρόνο μέσα από βόλτες, βιβλία, μουσεία, τέχνη. Αυτό βγήκε πολύ στο βιβλίο, ναι».

—Και πώς ένας ιστορικός αποφάσισε να γίνει ποιητής;

Πάντα είχα μια κάποια σχέση με τη λογοτεχνία. Στο σπίτι έβλεπα το όνομα του Καβάφη στη βιβλιοθήκη, ο πατέρας μου τον αγαπούσε πολύ. Θυμάμαι μέχρι και τώρα τη σημαδιακή ημερομηνία –24 Σεπτεμβρίου του 1997, δυο μέρες μετά τα 16α μου γενέθλια– που διαβάσαμε Καβάφη στο σχολείο, τον “Καισαρίωνα”, κι έμεινα άναυδος, γιατί κατάλαβα ότι εξέφραζε τη δική μου σεξουαλικότητα. Έτσι ξεκίνησε η αγάπη μου για τον Καβάφη και δεν τελείωσε ποτέ. Μετά, στην Αγγλία, σπουδάζοντας Iστορία, συνειδητοποίησα πόσο περίπλοκη και αντιφατική είναι η ελληνική ιστορία και πόσο γεμάτη γοητευτικούς μύθους και ξανασυναντήθηκα με την αγάπη μου για τη λογοτεχνία, τόσο πολύ που σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να έχω πάρει πτυχίο στην αγγλική λογοτεχνία τελικά (γελάει). Άρχισα, λοιπόν, να γράφω ένα μυθιστόρημα.

—Τι μυθιστόρημα;

Ένα με Έλληνες εφοπλιστές του Λονδίνου, τύπου “Succession”. Αλλά με φαντάσματα» μου απαντάει γελώντας. «Με βάση αυτό, με δέχθηκαν στο τμήμα δημιουργικής γραφής. Πέρασα υπέροχα εκεί: μιλούσαμε συνεχώς για λογοτεχνία, ανακάλυψα την τεράστιά μου αγάπη στους Ρώσους συγγραφείς – τον Τουργκιένιεφ, τον Γκόγκολ, τον Μπουλγκάκωφ. Να φανταστείς ότι ακόμα έχω όνειρο να πάω στην Αγία Πετρούπολη και να διαβάζω Αντρέι Μπέλι. Όμως, οι καθηγητές μου (η Maureen Freely, o Michael Hulse και ο David Morley) διέβλεψαν ότι περισσότερο από πεζογράφος, ήμουν ποιητής. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενα.

Κι εδώ που τα λέμε, για χρόνια δεν μπορούσα να γράψω ποίηση. Μέχρι που το 2015 είχα μια επιφοίτηση (road to Damascus moment, το λέει στα αγγλικά): ήμουν στην κουζίνα κι έπλενα τα πιάτα κι άκουγα στο ραδιόφωνο έναν ποιητή που μιλούσε για το πρώτο του βιβλίο και τον γκέι πόθο και κοκάλωσα. Σταμάτησα ό,τι έκανα για να τον ακούσω. Ήταν ο Andrew McMillan και διάβαζε το the men are weeping in the gym από τη συλλογή “Physical”, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι ακριβώς ήθελα να κάνω: ήθελα να γράψω ποίηση, που θα σε κάνει να σταματάς να πλένεις τα πιάτα για να την ακούσεις! Αυτή ήταν η στιγμή που άλλαξε η ζωή μου».

Ξεκίνησε να διαβάζει πάλι ποίηση, έγινε μέλος του Poetry Society, πήγαινε σε συναντήσεις και αναγνώσεις δειλά δειλά, και μετά από 6 μήνες άρχισε να κάνει προσωπικό mentoring με την ποιήτρια Heidi Williamson.

«Αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί το 2016 και είναι ακόμα και σήμερα η μέντοράς μου, 8 χρόνια μετά. Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που με βοήθησαν πάρα πολύ να βρω τον δρόμο μου, και στο μεταπτυχιακό και μετά, και χαίρομαι να τους κάνω περήφανους», λέει με παιδική σχεδόν ζεστασιά.

*Από το Athens Voice https://www.athensvoice.gr