Kazi Nazrul Islam, Αν τύχει μία νύχτα βροχερή

Αν τύχει μία νύχτα βροχερή
Να θυμηθείς εμένα, με θρηνούν
Η καταιγίδα έξω ζοφερή
Και δάκρυα που απ’τα μάτια σου κυλούν.
Το όνομά μου σβήσε απ’ το νου
Σαν όνειρο μιας νύχτας θερινής.\
Στεφάνια που σε δέναν προ πολλού
Πέτα στο δρόμο τώρα πια, μη φοβηθείς.
Αέρας θα φυσάει δυνατά
Εκεί βαθιά στο δάσος μακρινό
Και θα σε αγκαλιάζει η μοναξιά
Καθώς κοιτάς απ’ το παράθυρο.
Και κούκος θα λαλήσει κάπου εδώ
Μοναχικά, στου δέντρου το κλαδί.
Και στο ποτάμι Τζούμνα, στο γιαλό
Θ’ ακούσεις κάποιον σαν να σε καλεί.
Θα είναι μόνο λάμψη αστραπής
Που σε αναζητά, αγαπητή.
Τα μάτια με τα δυό σου χέρια κλείσε,
Τα δάκρυα μην πέσουνε στη γη.

Ο Καζί Ναζρούλ Ισλάμ (1899, Churulia Δυτικής Βεγγάλης-1976, Ντάκκα) είναι ο δεύτερος μετά τον Ταγκόρ σημαντικότερος λογοτέχνης της Βεγγάλης. Φυλακίστηκε δύο φορές από την κατοχική αγγλική κυβέρνηση για τις απόψεις και τη δράση του ενώ το 1920 συμμετείχε στην ίδρυση του πρώτου εργατικού κόμματος στη Βεγγάλη. Λογοτεχνικά επηρεασμένος από τον Ταγκόρ, το ινδικό έπος και τους μεγάλους Πέρσες ποιητές, στο πλούσιο έργο του συνδυάζει την παράδοση με τις επαναστατικές ιδέες. Είναι ο πρώτος που έγραψε γκαζάλ (αραβικό-περσικό ανάλογο της σονάτας) στην μπάνγκλα – βεγγαλική. Έχει δημιουργήσει επίσης ένα ξεχωριστό είδος τραγουδιού (Nazrul Geeti) ένα δείγμα από το οποίο έχουμε παραπάνω.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Alda Merini, Δύο ποιήματα

Είμαι παλαβή, θεοπάλαβη,

Είμαι παλαβή, θεοπάλαβη,
τρελή από έρωτα για σένα.
Θρηνώ την τρυφερότητα
γιατί είμαι τρελή, θεοπάλαβη,
γιατί σε έχω χάσει.
Σήμερα το πρωί, ναι, έκανε ζέστη πολλή
που μου υπαγόρευσε αυτήν την ταραχή,
όμως εγώ ήμουν άρρωστη από την τυραννία
ήμουν άρρωστη από την απώλειά σου.

*

Ω, ποίηση μην πέφτεις πάνω μου

Ω, ποίηση μην πέφτεις πάνω μου,
είσαι σαν ένα θεόρατο βουνό,
με λιώνεις σαν ένα μυγάκι,
ποίηση, μη με συνθλίβεις,
το έντομο είναι άγρυπνο και ζωηρό,
χτυπιέται μέσα σ’ ένα δίχτυ-παγίδα,
ποίηση, φοβάμαι τόσο πολύ,
μην πηδάς επάνω μου, σε ικετεύω.

*Μετάφραση: Έλσα Κορνέτη.
**Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Alda Merini, Θεϊκη μανία”, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2020.

Γωγώ Πονηράκου, Το παράπονό μου είναι πως δεν με λένε Γιώργο

Φωτογραφία: Γώγου Πονηράκου

αν συνέβαινε κάτι τέτοιο
θα είχα άλλο κύρος και ύφος
ο λόγος μου θα μετρούσε
τα επιχειρήματά μου θα έστεκαν
οι λέξεις δεν θα ήταν γλυκερές
ο φόβος θα ήταν θεμιτός
αφού η ανδρεία δικαιολογημένη
η οργή και το χέρι στο τραπέζι απαιτητά
δε θα κινδύνευα τα βράδια
θα έπινα όσο γούσταρα χωρίς να κριθώ
δεν θα με ένοιαζε η μόδα και το μποτέ
-αρκεί που θα ’χα την αυθεντική αρσενική μου μυρωδιά-
θα κάπνιζα στο δρόμο χωρίς να ξενίζει σε όποιον περαστικό
θα ήμουν κουλ απλά, όταν η εκφορά της λέξης “ποιητής” συνέβαινε
η πολιτική συζήτηση και η αναρχία θα στηρίζονταν στα στιβαρά μου λόγια κι αυτά των φίλων μου
θα είχα δίκιο σχεδόν από την αρχή επειδή η λογική μου είναι τετράγωνη
δυστυχώς το όνομά μου είναι Γεωργία
η ποιήτρια μένει ,σαν ιδιότητα, μέσα μου
και σαν λέξη, χωρίς εκφορά
το φύλο μου με καταδίκασε χωρίς να ερωτηθώ
κι έτσι, ανάλαφρη, ακκίζομαι
χαίρομαι τα μικρά βυζιά μου
τη λεπτή φωνή μου
και την απαραίτητη επίγνωση
του να είμαι συνετή
κερνάω τσάι στις επτά ακριβώς, αν θέλετε,
μα το δαχτυλάκι σας δεν μπορεί να φτάσει
σε χάρη το δικό μου,
έτσι που τεντώνεται και στέκει
σαν χαρισματική πένα

Δανάη Σιώζιου, Ποίημα για την καλύτερή μου φίλη

Η καλύτερή μου φίλη είναι το μαγικό δάσος του εφιάλτη μου
και ξέρει καλά από κυνηγητό
η καλύτερή μου φίλη είναι το παιδί ινδιάνος
που δεν το βρίσκουνε ποτέ στο κρυφτό
είναι ένα μεθυσμένο πιάνο
είναι μια δαιμόνια ποιήτρια
στην οποία έχω δανείσει τα ωραιότερα φουστάνια μου
η καλύτερή μου φίλη πιστεύει σε έννοιες όπως
η ασθένεια, η αγάπη, η ψυχοθεραπεία και η συγγένεια
(εγώ από αυτά έχω μόνο ένα στα τέσσερα)
τη γνώρισα σε ένα λεωφορείο εξαιτίας ενός στοιχήματος
και έχασα την πρώτη παράσταση στην οποία με κάλεσε
(και καμία άλλη)
η καλύτερή μου φίλη με έχει αναγκάσει να πάω
σε περισσότερα πάρτυ απ’ όσα αντέχω
και την έχω αναγκάσει ν’ ανέβει σε περισσότερα αεροπλάνα απ’ όσα είχε ποτέ φανταστεί
λόγος για τον οποίο με έχει χαστουκίσει (αλλά χωρίς να πονέσει, πολύ…)
πιστεύω ότι η αρχή μιας φιλίας μοιάζει με την αρχή μιας ερωτικής ιστορίας
είναι σαν να σε ρίχνουν στη θάλασσα και να μην ξέρεις να κολυμπήσεις
αν και ξέρεις
η καλύτερη μου φίλη ξέρει ότι ο λόγος που μένω συχνά σιωπηλή
είναι ο τρόπος μου να ελαφραίνω το πάθος μου για τα πράγματα
κι εγώ ξέρω ότι ο λόγος που μιλάει πολύ είναι για να μη σφίγγει τα δόντια όταν φοβάται
η καλύτερή μου φίλη κι εγώ περάσαμε τουλάχιστον ένα χρόνο πίνοντας σαμπάνια για μεσημεριανό, πρωινό και βραδινό, με αυτήν ακριβώς τη σειρά
την αγαπάω περισσότερο από το χιόνι και όταν την βλέπω είναι σαν κάποιος να μου βάζει κομπρέσα ενώ ψήνομαι στον πυρετό.
Όταν την κοιτάζω τα μάτια της γίνονται χοάνες που μέσα τους εξαφανίζομαι.
Λέω: αγαπώ τη ζωή και μισώ το θάνατο
και το τελευταίο πράγμα που ακούω στον τηλεφωνητή είναι η φωνή της να μου λέει:
σήκωσε το γαμωτηλέφωνο.

Γρηγόρης Σακαλής, Απώλεια εαυτού

Η Ποίηση ευτελίζεται
όταν η δημοσίευση της
εξαρτάται από πρόσωπα ισχυρά
όταν οι ιδιοκτήτες των μέσων
αποφασίζουν σύμφωνα με τα γούστα τους
που μπορεί να είναι σαθρά
αν δεν υπάρχει ήδη συναλλαγή
όταν ο ποιητής έχει συστάσεις
ή πληρώνει και γίνεται συνδρομητής
κι άλλες υποπεριπτώσεις
που δεν έχει νόημα να αναφερθούν.
Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν.
Το πρώτο στον άνθρωπο
είναι η αξιοπρέπεια.
Αν τη χάσεις ούτε η δόξα
που σύντομα εξαφανίζεται
ούτε η δημοσιότητα
μπορούν να σε βοηθήσουν
να βγεις από τον βούρκο
και τη λάσπη.

Κατερίνα Φλωρά, Το μούδιασμα του χρόνου

Μιας νέας σελήνης που νόμισες πως τη σκιά αντίκρυσες
ανέσυρες μυρωδιά ναφθαλίνης
σκοροφαγωμένα τα άλλοτε περίλαμπρα υφαντά

Τρίζουν τα σανίδια μιας εποχής
υποσχόμενης καταμαρτυρώντας
σάπια θεμέλια ενός κόσμου
όπου τίποτα δεν έμεινε αλώβητο

Φαιδροί οι θεσμοί
ύποπτος ο διπλανός
αίσθημα κενού
συγκυρία τρόμου

Ξανακοιτώντας απέναντι τα συντρίμμια
εκεί που το γαλανό της θάλασσας
σμίγει μ’ αυτό  τ’ ουρανού

Σπύρος Θεριανός, Μουντζούρες / Κώστας Ριτσώνης, Κίτρινα τα Πετράλωνα

Πάνω από λευκές σελίδες
πέρασα τη ζωή μου.
Τις μουντζούρωνα ανελλιπώς
σαν μανιακός.
Οι άλλοι διάβαζαν σ’ αυτές
ποιήματα.

“Χνάρι” Νο 1 – Το Στέκι

Σχέδιο εξωφύλλου από τη Μάγδα.

*


Όλα μου φάνηκαν κίτρινα
απόψε στα Πετράλωνα
πίνοντας κρασί στο υπαίθριο ταβερνάκι
με τα κίτρινα μικρά φωτάκια
κίτρινο το τρόλεϊ που πέρασε
κίτρινη και η κοπέλα σαν το φουστάνι της
κίτρινη και η θολή ρετσίνα
Όλα είχαν το χρώμα
το αποψινό
της μοναξιάς μου

“Χνάρι” Νο 2 – Βάδιζε μεσ’ στην Αθήνα

*Το ΧΝΑΡΙ κυκλοφόρησε σε δύο οκτασέλιδα τον Γενάρη και τον Μάρτη του 2001… δακτυλογραφημένο, στο χέρι όλο και αναπαραγόταν στο φωτοτυπείο…

Όλγα Μαρκιτάντοβα, Δύο ποιήματα

Μίλα μου Κίεβο,
ακούστε με Σούμι και Μαριούπολη.
Διακόσιους τρόπους μίσους θέλω να βρω
και τετρακόσιους τρόπους ν’ αποδεχτώ τον φόβο.
Απανθρωποποίησέ με, μωρό μου, είμαι ο στρατιώτης σου,
Ο τυφλός σου Κάιν κι ο άφυλος Άβελ.

*

Μάνα γη της Ρωσίας, βούλωσέ μου το στόμα,
σπάσε το χέρι μου, κόψε τα δάχτυλά μου με τροχό
(έχω αλλεργία στη λιδοκαΐνη).
Απότρεψέ με, φύλαξέ με απ’ την επιστράτευση
γιατί θέλω να κρατήσω τον γιο μου.
Φυλακής τοίχους πλύνε ώσπου ν’ ασπρίσουν,
δωσ’ μου να πιω σιδερένιο νερό από άδειες θηλές,
με μολύβδινο πάγο
σκεπάστε μου το σώμα.

*Από την ανθολογία “Ο θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας – Ποιητές και ποιήτριες από τη Ρωσία και την Ουκρανία κατά του πολέμου”, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Ιούνιος 2022. Ανθολόγηση – μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

César Vallejo, στίχοι

Ένας άνθρωπος περνάει μ’ ένα ψωμί στον ώμο.
Θα γράψω εγώ μετά για το σωσία μου;

Ένας άλλος κάθεται, ξύνεται, βγάζει μια ψείρα απ’ τη μασχάλη, τη σκοτώνει.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για την ψυχανάλυση;

Ένας άλλος μπήκε στο στήθος μου μ’ ένα ραβδί στο χέρι.
Μετά απ’ αυτό να μιλήσω με το γιατρό για τον Σωκράτη;

Ένας κουτσός περνάει μ’ ένα παιδί αλαμπρατσέτα.
Μετά απ’ αυτό θα διαβάσω Αντρέ Μπρετόν;

Ένας άλλος τρέμει από το κρύο, βήχει, φτύνει αίμα.
Θα τολμήσω και να σκεφτώ το Εγώ εκ βαθέων;

Ένας άλλος ψάχνει στη λάσπη για κόκκαλα, φλούδες.
Πως να γράψεις μετά απ’ αυτό, για το άπειρο;

Ένας εργάτης πέφτει από μια στέγη, πεθαίνει και πια δε γιοματίζει.
Θ’ ανανεώσεις, μετά, τον τρόπο, την αλληγορία;

Ένας έμπορος κλέβει έναν πελάτη στο ζύγι ένα γραμμάρι.
Να μιλήσεις, μετά, για την τέταρτη διάσταση;

Ένας τραπεζίτης πλαστογραφεί τον ισολογισμό του.
Με τι πρόσωπο να κλάψεις στο θέατρο;

Ένας απόκληρος κοιμάται με το πόδι στην πλάτη.
Να μιλήσεις σε οποιονδήποτε, μετά, για τον Πικάσο;

Κάποιος πηγαίνει σε μια κηδεία κλαίγοντας.
Πως μετά να έμπεις στην Ακαδημία;

Κάποιος καθαρίζει ένα τουφέκι στην κουζίνα του.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για το υπερπέραν;

Κάποιος περνάει μετρώντας με τα δάχτυλά του.
Πως να μιλήσεις για το μη-εγώ χωρίς να βγάλεις μια κραυγή;

5 Νοεμβρίου 1937

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην πλατεία Γαρδένιας

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Πουκάμισα στο Λινκντίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Συμπλήρωσε το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει
της χώρας το λίμνασμα, τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες

Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι απ’ τα ακριβά
γυαλιά οράσεώς τους

Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ

Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο

*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.