Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Ένας πλήρης κύκλος

Ο αναστεναγμός είναι το κύμα
το κύμα είναι η κίνηση της γης
η κίνηση της γης το τραγούδι του κοχυλιού
το τραγούδι του κοχυλιού ο φόβος
για τις πέτρες που πετάω
οι πέτρες που πετάω είναι όσα δεν μπορώ
να ξεφορτωθώ
τους έρωτες, τις επαναστάσεις, τα σύννεφα
των διαδηλώσεων,
την πάλη, την ουτοπία
να ξεφορτωθώ
τον έρωτα, το κορίτσι με τα φούξια,
τον καπνό τα βράδια, την αγχόνη
τον φόβο
το τραγούδι
την κίνηση
το κύμα
τον αναστεναγμό

*

Και γίναμε δέντρο

Και γίναμε δέντρο
θες για να μη μιλάμε
θες από την τριβή
θες από την ενσωμάτωση

Κατοικηθήκαμε
και γίναμε πλατάνι
για να φιλοξενήσουμε
το νερό
που τρέχει
ανάμεσα
στα πόδια μας

Πεθάναμε
και γίναμε κυπαρίσσι
για να θυμόμαστε
τα μνήματα

Ξεπεράσαμε
εμάς τους ίδιους

Δεν υπήρχα εγώ

Δεν υπήρχες εσύ

Υπήρχαμε

*

Στίξη-αντίστιξη

Έμπειρος δάσκαλος
πώς μπορείς να είσαι τόσο όμορφη

Παραδίδει μαθήματα
γιατί τα κάνεις όλα τόσο καλά

Ολιγομελή γκρουπ
με ηλεκτρίζεις

Φιλικές τιμές
ρέουμε

Κιθάρα γαλλικά και πολιτική οικονομία
είμαστε αιωνιότητα

Χόμο ουνιβερσάλις
ο άνθρωπος είναι ον αγαπησιάρικο

Και υπάρχει
μόνο υπό το φως
της έμπνευσης

*Από τη συλλογή “Μικρή θεωρία για πλανήτες”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Σεπτέμβριος 2024.

Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα

Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου

Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα ε΄πιε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ΄ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο της ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-

Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.

*

Ό,τι αγγίχτηκε, σκοτάδι

Δαχτυλίδι με έβενο σκύλο μου δαγκώνει τα δάχτυλα.
Κόβει τον λώρο που τρέφεται το άγγιγμα.
Θυμάμαι να τρως απ’ τα χέρια μου τα καλύτερα άστρα.
Να τεντώνεις την όραση, να ανάβεις σε χιόνι καθρέφτη
Να κυλιέσαι σε μύρο ουρανού
Με χείλη σκισμένα απ’ τ’ αλάτι των ήχων.
Μετά, μια λύσσα σε πήρε και άφρισες
Ξεχνώντας την αφή στη ράχη της μνήμης.
Η σπονδυλική μου στήλη από τότε
Ανοίγει τα βράδια σαν όστρακο
Γυρεύει τ’ αερόβια των χαδιών τα οξέα.
Όμως θα έρθει καιρός που άηχα η σκιά μου
Θα κοπεί απ’ τον πόλο της νύχτας
Θα χυθεί αμμωνία και σκοτάδι χλωμό
Που θα ουρλιάζει στη γέννα.
Τότε όλα θα γυρίσουν ανάποδα.
Ταφία ανάστατα.

*

Εντροπία

Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο όρθρο μια κραυγή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.

Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.

*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Μάιος 2024

Θωμάς Αρμπιλιάς, Με τη μυρωδιά του χώματος

Γέμισα τις τσέπες χαρτιά
που έγιναν χώμα.
το αγγίζω όταν δείχνω πως σωπαίνω
για να βρίσκω τον δρόμο
στις μέρες της απώλειας.

Σταμάτησα μπροστά σε τείχη
που πρόσφατα είχαν ανακαλυφθεί
περισπούδαστα λάφυρα
φορείς αλληλοσπαραγμών
στίγματα τύχης
μετέφεραν σκόνη και σιωπή.

Κοίταξα μέσα από παράθυρα
που τα νόμιζα δικά μου
ανοιχτά οράματα
προδιαγεγραμμένων ιδεών
σημάδια λύπης
χάριζαν σημαίες και τριβή.

Γέμισα τις τσέπες χώμα
που έγινε χαρτιά.
τα φροντίζω όταν σκέφτομαι πως υπάρχω
για να μαθαίνω να δημιουργώ
στα χρόνια της αλήθειας.

*Από τη συλλογή “Με τη μυρωδιά του χώματος”, εκδόσειςτωνάλλων, Απρίλιος 2022.

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Πέντε ποιήματα

ΕΛ(Τ) ΞΑΝΑ

Να με διαβάσεις σαν μικρό παιδί
Να με ψηλαφίσεις σαν κλοπιμαίο
Να με ταΐσεις σαν αρκούδι νηστικό
Και ν’ αγγιχθούμε
με την λαχτάρα
ερωμένης ξεγραμμένου ναυτικού
στο πρώτο γράμμα του.

*

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΔΩΜΑΤΙΟΥ

Όπως το κίτρινο του λαμπατέρ
αγκαλιάζει τις σελίδες ενός βιβλίου
πριν τον ύπνο
έτσι να χαϊδευόμαστε
οι άνθρωποι.

*

ΑΣΘΕΝΩ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ

Είναι αποκτήνωση
Το ξέρω
Όταν γυρίζεις και γυρίζω
σκοτωμένοι
από τη δουλειά
κι αδιαφορούμε παντελώς
για τις σειρήνες άλλων

*

ΤΡΩΙΚΑ ΕΔΕΣΜΑΤΑ

Βλέπω τη γάτα σου
κι ευθύβολα
λογίζομαι
τον Δούρειο Ίππο
Πώς παραμύθιασαν έτσι τον κόσμο
οι χαρωπές ουρές
και κλαίγαμε ως τα ξημερώματα
για την Ελένη
και εκείνα τα φλοράλ πουκάμισα
που ξεχαστήκαν
σε άλλες ιαχές.

*

ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΙ ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΙ

Το κρύο του Βερολίνου
τσακίζει κόκαλα
το τάκλιν του Καντονά
τον φασισμό του Βερολίνου
οι βόλτες μας
στις κρύες πρωτεύουσες του κόσμου
τον τριακοστό δεύτερο στίχο
της Σονάτας του Ρίτσου.

*Από τη συλλογή “ανθρώπινα”, Εκδόσεις Αμείλιχος, Ιούνιος 2020.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Ρυτίδες στον καφέ

Ξυπνώ
Ακούγοντας τον ίδιο ήχο
Κάθε πρωί
Γεμάτος σπασμένα ερωτηματικά

Με τόσες ρυτίδες στον καφέ
Με καρφωμένο το ίδιο ποίημα
Ξανά στο μυαλό μου

Ψάχνω μια λέξη
Θρηνώ
Κι ας ξέχασα να κλάψω
Τόσες νύχτες
Μακριά σου

Γκρινιάζω όπως πάντα
Χωρίς λόγο
Όταν είσαι κοντά μου

*Από τη συλλογή “Ρυτίδες στον καφέ”, Εκδόσεις Κέδρος, 2024.

Κορνηλία Καδόγλου, Τρία ποιήματα 

Κυριακές

Σκάρτες ανάσες ξοδεμένες σε απαρηγόρητα στρώματα.

Τί και αν ο χρόνος σκάλωσε στα παραπέτα;

Τα δευτερόλεπτα δες που αυτοκτονούν από τις ταράτσες.

Απελπισμένες οι ώρες ανηφόρισαν για τα σύννεφα.

Μείναμε πάλι μόνοι καθένας μας να καταπίνει τον εαυτό του.

Εδέσματα αγωνίας.

*

Η στιγμή
Σε αυτήν την Στιγμή είχε εναποθέσει την κατακερματισμένη της ολότητα που χρόνια
συντηρούσε σαν δυστυχισμένη ενάρετη ερωμένη.

Στο παρελθόν περπατούσε τυφλά μέσα στην άγνοια και την απλότητά της
με μια εφευρετικότητα επιφανειακή που έμοιαζε χαμένος αλτρουισμός.

Στο παρόν αδημονούσε την μέρα που θα την έκανε σοφότερη.
Στοιχημάτισε στην Στιγμή την ακεραιότητά της ωσάν
τα μεταναστεύοντα σμήνη που καιροφυλακτούν τον καιρό σχεδιάζοντας την φυγή τους.

*

Το ξ

Ξένος μέσα σε ξένους

Ξάγρυπνος…

Ξεπλυμένος από την ξαστεριά ξέπνοος από την αγάπη.

Ξημερωμένος και ξένος σαν ξέσπασμα ξαφνικό.

Ξενιτεμένος από φιλί ξορκισμένος από έρωτα ξυπόλυτος από ξεγνοιασιά.

Ξεπεσμένος από γινάτι ξεναγός στην απάτη ξακουστός, ωστόσο.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/12/3-ποιήματα-κορνηλία-καδόγλου/#like-7041

Ποίημα συλλογικόν

Κοιτώντας προς τα έξω για λίγη ομορφιά
Κύλησε ο βράχος που έκρυβε τη ρωγμή.

Και τι ωφελούν τώρα οι χρησμοί;
Οι οιωνοσκόποι λάθεψαν…

Στους ίδιους δρόμους πέρασαν
Χωρίς χρόνο, θυσιάζοντας για μια καλύτερη ζωή

Κάποτε, θα ξυπνήσουμε μέσα στη νύχτα και η πόλη θα έχει ρημάξει
μια μαύρη φιγούρα θα στέκεται ακίνητη έξω απ΄το δωμάτιο μας

Τώρα τα μεσημέρια του καλοκαιριού κάτι στριγγιές φωνές διαπερνούν πού και πού
τις γερμένες μπαλκονόπορτες τις τρύπιες σίτες

Στους ξεφτισμένους τοίχους απλώθηκε ο χρόνος
απύθμενη δυστυχία, ο νους μου αγωνιά

Το σύνθημα έλεγε “Καμία Ελπίδα”,
αλλά μια λάμψη πάντα υπήρχε σ ν κόρη των ματιών αυτής της πόλης.
Αναζητάμε λίγη πνοή μέσα στον καθημερινό θάνατό της,

παίζουμε με τις λέξεις, τους ήχους, τα νοήματα
πασχίζοντας να συναντηθούμε.

Η εξουσία μόλυνε τα νερά, ακαδημαϊκοί αναλύουν τα λύματα
η ίδια συνταγή, αποσιώπηση, φόβος και αδράνεια.

Σιωπή. Απόψε θα πνιγείτε απ΄τα γέλια μας.

*Το ποίημα δημοσιεύεται στο περιοδικό Έκτός”, τεύχος 3, αστικό, περιοδική έκδοση του εγχειρήματος εκδόσειςτων άλλων, Ιανουάριος 2023. Σελ. 68-69.

Δήμητρα Κ. Χριστοδούλου, Τραγουδάκι για να με θυμάστε

Πατώ τον ίσκιο ενός ξένου.
Φορώ τα ρούχα ενός πουλιού.
Μιλώ στη γλώσσα ενός οργάνου
φτιαγμένου από χορδές νερού

Πενθώ το σκεύος το πήλινο
Που την ψυχή του περιέχει,
Αυτή που γέννησα κι ανάθρεψα
Και που θεός δεν την αντέχει.

Στα σκοτεινά δεν άγγιξα άνθρωπο.
Στο φως της μέρας τόσο χιόνι
Που σφίγγω πάνω μου το φτέρωμα
Κι αυτό με σπάει και με λιώνει.

Σε κάποιο ενυδρείο μεγάλωσα.
Μεγάλο ψάρι χωρίς λέει,
Παιδί καθόλου απαραίτητο
Αλλά από μάνα καθωσπρέπει.

Τ’ αυτιά σου κλείνοντας στο τραύλισμα
Των ταξιδιών και των ερώτων
Ο Αρχάγγελος μου ο μουσόληπτος
Τραγούδησε, προς των πρώτων.

Τώρα κανείς. Μετά γυαλάκια μου
Διαβάζω συντριβή και στέμμα.
Αυτός ο κόσμος ο κατάπληκτος
Θα στερηθεί νερό και αίμα.

*Από τη συλλογή “Σε αβαρές φαλτσέτο – μουσικές και ιστοριούλες για σφύριγμα”, Εκδρόσεις Θράκα, 2024.

Δημήτρης Τζάνογλος, Τρία ποιήματα

Απορίες

Ξέρεις πώς είναι
Να πάει να σπάσει η καρδιά σου
Ενώ λίγους μήνες πριν
Έσπαγε το κρανίο σου
Ξέρεις πώς είναι
Να χορεύει μια πεταλούδα μονίμως μέσα σου.

Ξέρεις πώς είναι
Να σου χτυπάει την πόρτα η κατάθλιψη
Και τελικά να σπάει την πόρτα
Μια υπέροχη κατάληψη
Ξέρεις πώς είναι
Να κάνεις ρυτίδες
Από ένα μόνιμο
Χαμόγελο.

Μάλλον ξέρεις.

Εγώ
Τώρα το μαθαίνω
Σωστά

*

Ένα τετελεσμένο γεγονός

Ένα τετελεσμένο
Γεγονός
Ο βαρκάρης κάνει τη δουλειά του
Ο ταξιδιώτης φτάνει απέναντι
Χωρίζεται από αυτούς
Που πίσω έμειναν.

Η φυγή του
Τσεκούρι
Κόβει τον δεσμό
Τον δεσμό όσων πίσω έμειναν
Χωρίζονται και αυτοί
Για πάντα.

*
Λίθοι προς χρήση

Είσαι καθίκι
Μου λένε
Σε αγάπησα και με πρόδωσες
Μου λένε
Έπαθα κρίσεις πανικού
Εξαιτίας σου
Μου λένε.

Αυτά σκέφτομαι
Σε για παραλία
Χαζεύοντας τα λευκά βότσαλα.

Θα τα μαζέψω και θα τα φέρω πίσω
Λίθοι προς χρήση για όλους
Εσάς
Τους αναμάρτητους

*Από τη συλλογή “Λίθοι προς χρήση”, Εκδόσεις Έναστρον, 2024.

Πάνος Κυπαρίσσης: Συζήτηση με τον Κ.Γ. Παπαγεωργίου

Πρωτοδημοσιεύω ποιήματα με τη συμμετοχή μου στους «7 Ποιητές» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το 1975, σ’ ένα πολυσυλλεκτικό βιβλίο που στηρίχτηκε στη φιλία των συμμετασχόντων, που γνωρίζονταν μεταξύ τους ανά δύο, ανά τρεις. Βιβλίο τύχης περισσότερο και μιας εκλεκτικής, τότε, συγγένειας σε συνδυασμό με την καταστατική αδυναμία να εκδοθεί από τον καθένα εύκολα δικό του βιβλίο.

-Ένα κάποιο ξεκίνημα.
Έρχομαι από έναν δύσκολο, μετεμφυλιακό παιδικό κόσμο, γυρίζοντας από την Ουγγαρία μετά από πέντε χρόνια διαμονής μου εκεί στα εννιά μου χρόνια, με ουσιαστικές γλωσσικές, και όχι μόνο, αδυναμίες. Αξίζει να σταθώ για λίγο στο τότε, να τιμήσω τη μνήμη του πατέρα μου που του χρωστάω πολλά, αν όχι όλα. Με την επιστροφή μου νιώθω το πρώτο του χάδι εδώ, έχοντάς τον ήδη πλάσει νοερά απο διηγήσεις της μάνας μου και από μια-δυο φωτογραφίες που μας έστειλε σ’ αυτά τα χρόνια αλληλογραφώντας. Διαπιστώνοντας τις αδυναμίες μου, ο πατέρας με στέλνει μετά από κάποιο διάστημα να μάθω τα ανώμαλα ρήματα με τη φράση «Αν μάθεις, χρυσέ μου, τα ρήματα, θα μάθεις να μιλάς.» Αποστήθισα ένα σωρό από αυτά, κι αργότερα, στο Γυμνάσιο, έχωνα στα κελύφη τις σημασίες τους.

Κάπως έτσι λοιπόν, λίγο στα σοβαρά, λίγο στ’ αστεία ή και τυχαία ίσως, ξεκινά η γλωσσική μου περιπέτεια, με μαθησιακές αγωνίες αλλά και με δυσκολίες αποδοχής από τους ομηλίκους, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο προσαρμογής μου. Μεγαλώνοντας, πήρα σβάρνα τα σχολεία, να προσλάβω ό,τι μπορούσα να προσλάβω σε μια πορεία με αρκετό μέλι αλλά και φαρμάκι στα σκαλοπάτια της. Εδώ και τα πρώτα πλατσουρίσματα στην ακρογιαλιά των στίχων. Μοιάζουν ψυχαναλυτικά όλα αυτά αλλά έχουν αντικειμενικές αναφορές μέσα στα χρόνια. Καμιά ορίζουσα δεν είναι ικανή να λύσει τα της ζωής, ούτε να τα προϋποθέσει κι είναι δύσκολο, από θέση τουλάχιστον, να μιλάει κανείς για τον εαυτό του διότι πρέπει να διαρρήξει τον ιστό της όποιας σεμνότητας τον διακατέχει.

-Ποια είναι η έννοια της ποίησης για σένα;
Πιστεύω πως η ποίηση, πέρα από κάθε ορισμό, διότι οι ορισμοί περιορίζουν, είναι μια διαδικασία γυμνού πέλματος στο χέρσο χωράφι της ζωής, μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται σ’ αυτή τη δεύτερη γέννα του εαυτού σου μετά τη γέννησή σου. Συνεκτική λεκτική συγκρότηση των όσων νιώθεις, ανοιχτός πάντα στα ερεθίσματα, χωρίς οχυρώσεις. Κάπου γράφει ο Max Jacob πως «ο ποιητής πρέπει νά ’ναι διάβροχος», φράση που χαρακτηρίζει καίρια όσους ασχολούνται με τη γραφή. Τη θεωρώ πεμπτουσία της. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι μια βασανιστική δωρεά που υπηρετεί με ιερότητα θυσίας την ύπαρξη του άλλου σ’ αυτή την επίμονη αναζήτηση του «εγώ» στο «εμείς». Είναι μια πράξη λυρικής ευαισθησίας αλλά και τρόπος που ξορκίζει κάποτε τον υπαρξιακό σου πανικό. Θυμούμαι τη φράση της μάνας μου, που σε κάθε αδυναμία μού ’λεγε με χάρη κεντώντας με «μη φοβάσαι, καμάρι, δε γλυτώνεις.»

Γράφω για να μ’ αγαπούν. Επομένως χρωστώ και πρέπει να τιμήσω τη δωρεά που μου δόθηκε, κι αυτό δεν είναι εύκολο. Είναι μια πυρετική διαδικασία εκχωματώσεων να βρεις έναν πυρήνα διαρκείας. αλλά στην ποίηση όσο πλησιάζεις τη λέξη, που είναι άλλωστε η τεκτονική της μονάδα, τόσο η πλάνη βαθαίνει σ’ αυτόν τον κυματισμό που προσπαθείς να κατακτήσεις το εννοιολογικό του περιεχόμενο. Η ποιητική διαδικασία είναι μία από τις ορίζουσες αυτογνωσίες, μαζί με την πολιτική και τη φιλοσοφία, και προϋποθέτει ένα γυμνασμένο αισθητήριο ώστε να θεάσαι τον κόσμο με ετοιμότητα και εμβρίθεια για να καταλήξεις στο στοχασμό σου, ο οποίος ευτυχεί όσο το μελάνι συγγενεύει περισσότερο με το αίμα σου. Πονώντας τη λέξη δημιουργείς το ύφος, συνεπώς την υπέρβαση του εαυτού σου. Έχει μια αντίσταση ο λόγος στην ποίηση. Δεν είναι τόσο η γλωσσική σου ευχέρεια που τον χαρακτηρίζει, αλλά το συναισθηματικό σου βάθος και η μαγική εκπύρωση για την ανάφλεξή του που δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που συγκινεί. Η λέξη συνεπώς πρέπει να είναι ώριμη και πυκνή, σαν κατάβαση στον Άδη, αλλά και ανάλαφρη, σαν την πνοή που γεννά ζωή καινούργια.

-Ποια είναι η θεματική σου;
Θαρρώ πως όλα έχουν ειπωθεί και δε μένει παρά ο τρόπος να μιλήσεις για τον έρωτα, το θάνατο, τις σχέσεις των ανθρώπων, να κωδικοποιήσεις λυρικά, βαθειά και λιτά με μαθηματική, θά ’λεγα, δομή το λόγο σου, ν’ απαντήσεις στο πολυώνυμο των καιρών, αγγίζοντας με αγάπη το καθετί διότι αυτή αποτελεί την ποιητική σου περιουσία. Από την άλλη όλα της σιωπής ανήκουν κι όλα σε αυτήν μεγαλώνουν, καλώντας σε να κλείνεις με άνθη το ανοιχτό στόμα του θανάτου. Να μνημειώνεις, με τη ματιά σου που μεταβάλλεται, σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται, ό,τι αξιώνεται μέσα στο χρόνο σε μια διαδικασία προσέγγισης της συμπυκνωμένης ψυχής της ανθρωπότητας, ανάβοντας ένα κεράκι στην απουσία όσων εθελοντών της ομορφιάς έχουν χαθεί κι έφυγαν ίσως πικραμένοι.

Στα δικά μου ποιητικά βιβλία, από τον «Καπνοπόλεμο» το ’77, μέχρι το «Φως Ορυχείου» το 2011, στα δέκα νομίζω βιβλία, τον κυρίαρχο λόγο κρατάει το παρελθόν. Η μνήμη και η νοσταλγία του χαμένου που βυθίζεται στην ιστορία. Νιώθω να με κατοικεί ένας στιγμιογράφος που κρατάει σπαραγμένες εικόνες, τις οποίες ανασύρει κάθε τόσο και τις τοποθετεί στο σώμα του ποιήματος με συνειρμικές διαστολές και σύμβολα αναγνωρίσιμα σ’ ένα πυκνό μοντάζ που αποτελεί κατά τη γνώμη μου, τον νευραλγικότερο άξονα στη δομή του ποιήματος. Με συνέχει η καθημερινότητα που εκ των πραγμάτων περιέχει το σπέρμα της Ιστορίας και τα αποσιωπητικά της φιλοσοφίας. Η ποίηση είναι η άλλη φωνή της κοινωνίας. Δεν αλλάζει δυστυχώς τον κόσμο. Τον συγκινεί ίσως, του αναπτύσσει τη φαντασία και διευρύνει κάποτε τα όριά του. Του ανοίγει το παγωμένο κουτί πού ’χει μέσα του, τον συμπονάει.

Είμαι πλησιέστερα με αυτούς που νιώθουν τη ζωή και λιγότερο μ’ αυτούς που θέλουν να την ερμηνεύσουν. Κι όταν νιώθεις, μετέχεις. Ο ύπνος μιας φιλάνθρωπης λογικής δε μπορεί παρά να γεννήσει τέρατα. Οικονομισμό και αλλοτρίωση. Η πράξη είναι ο μόνος σεμνός, σιωπηλός και τελειωμένος λόγος. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που μπορεί να μετέχει και σε άλλες μορφές τέχνης, και κάποτε με επιτυχία. Στη ζωγραφική, στη γλυπτική, στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Αναπτύσσεται έτσι ένας κόσμος, μια γεωγραφία που επιτρέπει αναγωγές αλλά και προαγωγικές ωσμώσεις απ’ τη μια τέχνη στην άλλη. Ενεργοποιεί ο ένας χώρος τον άλλο κι εμπνέει.

-Η ποίηση και ο κόσμος σήμερα;
Ζούμε σ’ έναν κόσμο τρόμου και φρίκης. Σ’ έναν κόσμο που μετράει με φέρετρα τον πολιτισμό του. Βιώνουμε την εποχή των μαύρων θαυμάτων, με ανεκδιήγητους θαυματοποιούς, έξω από κάθε έννοια ήθους. Με χρηματοκεντρική ματιά ο άνθρωπος χάνει τις διαστάσεις, το μέγεθός του, κι η ζωή καθίσταται αμελητέα. Είμαστε όλοι μαζί μόνοι. Δημόσια μόνοι. Διαστέλλονται οι σχέσεις και η μνήμη υποχωρεί. Πιστεύω, δίχως να αποτελεί αυτό κριτική μεγαλοστομία πως ο σημερινός άνθρωπος έχει μεταλλαχτεί. Ζει στο κέλυφος, στη λάμψη του περιτυλίγματος. Μας ξοδεύει η φλυαρία. Όλοι μιλούμε για τους άλλους, κι ελάχιστοι ή κανείς με τους άλλους. Δεν ακούει κανένας κανέναν. Σε ρωτάει κάποιος τι κάνεις κι όσο να του απαντήσεις έχει πάρει το λεωφορείο, είναι στην άλλη στάση.

Η ποίηση είναι μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα και διαποτίζει την κοινωνική πραγματικότητα, πέρα από την επικράτεια των -ισμών. Αισθητική και γνωστική αξία που επιτρέπει στη διαστολή της το εύρος των αισθημάτων που μπορεί να εκφράσει το βαθύτερο περιεχόμενο του ανθρώπου. Τη σκοτεινότητα της ύπαρξης και το φως που τη διαπερνά. Επιμένει να γεωργεί δύσκολα χώματα, τεχνουργώτας το στίχο στη στρογγυλάδα των νοημάτων. Βαθαίνει στις επώδυνες μεταλλαγές του όντος στην ύλη του θανάτου την αμάθητη. Ωστόσο, «προς τι οι ποιητές σε τέτοιο μίζερο καιρό;» κατά Holderlin. Θεωρώ αναπάντητη την ερώτηση. Προς τι η τέχνη λοιπόν σε τέτοιον καιρό; Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν. Χρειάζεται ψωμί, νερό, γιατρούς κι όσα του καλύπτουν τις βασικές του ανάγκες. Αυτές είναι οι προτεραιότητές του, και δικαίως. Τι κάνει όμως με την ομορφιά της, αν όχι με την ανάγκη της; Εδώ καλείται η ποίηση, μ’ ένα λόγο πνοής παρηγορητικό, να φέρει μια ανάσα ζωής σ’ αυτή τη λίγο πολύ θανατοδρομία. Και το κάνει, κινώντας κάποιο μεταβολισμό.
Είδα τα κόκκαλα της μάνας μου μέσα σ’ ένα βαθυγάλαζο πλαστικό καλάθι. Τα είχαν μόλις πλύνει απ’ τα χώματα μετά από την εκταφή. Ένα δοχείο που ακόμα ζει, κρατώντας κάτι που ζούσε και το πάει αγκαλιά ο χρόνος. Ένα αγιασμένο πικρό «τίποτα». Θέλησα να μαζέψω το σωρό της σπονδυλικής στήλης, να τον περάσω μ’ ένα σχοινί γύρω στο λαιμό μου. Μια παρόρμηση που μοιάζει με κινήσεις των φυλών που έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το θάνατο. Λογαριάζω αυτό το «τίποτα» με μια σκέψη που δεν είναι ίσως τίποτα, ωστόσο με κινεί σε μια συμπαντική στιγμή που ούτε εγώ, ούτε ο τώρα κόσμος θα κρατήσει. Ένα προς στιγμήν «υπαρκτό» που πεθαίνει να υποδεχτεί ένα άλλο «υπαρκτό» που θα πεθάνει, σχηματίζοντας ένα γαλαξία από φωτεινές χάντρες του «τίποτα». Με πολιορκεί το μάταιο, που απ’ αυτό και μ’ αυτό ζω και ρωτώ τι μένει. Ίσως αυτό το κυνήγι για το τι μένει μας ζει κι εκεί νά ’ναι το νόημα. Εκεί κι η ποίηση.

Δε νιώθουμε παρά την ηδονή και την καταστροφή. Το νερό που πίνουμε διψασμένοι, την τροφή, τον έρωτα που ποθούμε, το «μπορούμε» να γευτούμε. Το «μπορούμε» και το πόσο «μπορούμε» συνιστά αυτό που λέμε ζωή. Χίμαιρα φωτεινή που την αγκαλιάζει τέχνη μαγική και μας κάνει να ξεχνούμε. Στέκομαι στην πικρή αλλά και επιτελική φράση του πικρού μου φίλου, Αλέκου Ζούκα, λίγο πριν φύγει από το φως πως «ο κόσμος χρωστάει περισσότερα στην ποίηση απ’ όσα στην εφορία.» Παρά το ότι η κλεψύδρα μετράει με σκόνη τη ζωή στη φωτεινή τουλάχιστον όψη της, όσο ο τελευταίος κόκκος να πέσει ως τελική τελεία, η ποίηση δεν μπορεί παρά να ευαγγελίζεται το αίτημα της ενότητας του κόσμου. Να κεντά τη συνευθύνη, μαλάζοντας το θαμμένο «φιλάνθρωπον» μες στο βυθό και να το ανασύρει στην επιφάνεια. Όλα αγοράζονται σήμερα εκτός απ’ τη συμπόνια.

*Δημοσιεύεται εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/συνεντεύξεις/συνεντεύξεις-7/