Γιάννης Ποταμιάνος, Σύννεφο με νυφικό

10444005_899235476770320_5433180110108635811_n


=============

Το σύννεφο φορούσε άσπρο νυφικό

—– ήταν διάφανο όπως γυάλινο ενυδρείο
και μέσα του κολυμπούσαν 

—————————- όμορφα κορίτσια

γυμνά, με τον ήλιο ανάμεσα

————— στους ανοιχτούς μηρούς τους

Κι ο αέρας έφερνε τον εύοσμο οίστρο

————————— της υγρασίας τους

Κι ορθώνονταν το φλογοδίαιτο ορμέφυτο 

——————- των νυμφόληπτων νεαρών
Ένας ψαλμός ανέβαινε ως τα ουράνια

————- μακάριοι οι ιπτάμενοι άγγελοι, 

——————- μακάριοι κι οι νηφμόληπτοι

Ίσως αυτοί μυρίσουν τα λευκά στήθη

——————— μες τα διάφανα σεντόνια 

Εκεί κοντά στο λυκαυγές 

—– που τα χέρια ασυναίσθητα 

————————– ψάχνουν άλλα χέρια

τα σώματα άλλα σώματα,

———————– τα όνειρα άλλα όνειρα

Όταν ο βραχνός τζίτζικας τραγουδάει 

————————- μόνο για το τραγούδι

κι ο πόθος γυρεύει απεγνωσμένα πόθο,

ίσως κι ο ξαγρυπνισμένος ποιητής βρίσκει

—– τον έρωτα στην άκρη της γραφίδας του

Κι όλα αυτά πριν το ξημέρωμα 

———– που ξυπνάει ο ανθρωποφύλακας,

αυτός ο ληξίαρχος των πόθων

—– που τακτοποιεί το χάος του βυθού

—————————– πριν την κάθε αυγή

Ποιος ξέρει; Ίσως ο έρωτας 

———————– είναι μύστης των σκιών

φυτρώνει σε μέρη σκιερά κι απρόσιτα 

όπως αγριολούλουδο στα κρημνά των βράχων

Εκεί ανθίζει και σκορπάει την ομορφιά του

να τη φοράει το άσπρο σύννεφο, 

—— που ταξιδεύει στους γλαυκούς ορίζοντες

Έτσι για να κολυμπούν μέσα του,

όμορφα κορίτσια με ανοιχτούς μηρούς 

——————– και μακροβούτια του βυθού

15 Φλεβάρη 2014


Πελαγία Φιτοπούλου, Mantona

10442946_329390000560975_8018670693707691812_n

../ Ευγένεια είναι η αλήθεια.

Εμφανίζεται στην ασπράδα των βυζιών μιας ανήλικης

Στα φαγωμένα κόκκινα νύχια της μαγείρισσας του Δάντη

Στην κάλτσα του ανάπηρου “σκεπαστή ανωνύμων”

Στον πάτο των ψυγίων

Στο πούρο του πατέρα

Στο χώμα του άντρα που αγάπησα

Στο σχοινί που κρατάει όρθιο το σύννεφο,

γι’ αυτούς που τρέχουν με τα μάτια

Στην ταράτσα που κοιμήσαμε τ’ αγόρι μας

Στην νεράιδα που ένοχα θυμάται

τα ξυπόλητα στιχάκια που ακόμα

κρέμονται ηλικιωμένα πια 

στα μαλλιά σου

Κι όμως
Κι όμως

τα βράδια πλένεται κρυφά

κι αυτός ο σκύλος ζωγραφίζει την πραμάτεια της.
…

Ω, ξέχασες το χέρι σου στο εικονοστάσι της.
../

Έκτωρ Κακναβάτος, Αυλίδα – Σχόλιο

Έργο του Agim Sulaj

Έργο του Agim Sulaj

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως
σπουδαίας και τελείας…
Αριστοτέλης

Σου ‘λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση οβίδας;
Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος
Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της
τον είπαν πετεινό
πού τη σφάξανε;

…κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι
βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα
το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε

στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες·
είπαν, η ψυχή της που έφευγε
Και τότες — χίλιοι ταύροι —
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε
ούριος άνεμος
— Αχαιοί, στα πλοία…

Αν όχι τίποτ’ άλλο
κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα
απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να είναι αλάθητος ο λόγος σου
να ‘σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται
ποινική παρακαμπτήριος
για αθλιότητες δεδοξασμένων.

Dylan Thomas, Στη μικρή μου δεξιοτεχνία ή σιωπηλή τέχνη

Imogen Cunningham, Ruth asawas wire baskets and their shadows (1956)

Imogen Cunningham, Ruth asawas wire baskets and their shadows (1956)

Στη μικρή μου δεξιοτεχνία ή σιωπηλή τέχνη

Που ασκείται στην ακίνητη νύχτα

Όπου μόνο η σελήνη εφορμά

Και οι εραστές ξαπλώνουν

Μ’όλες τις θλίψεις τους αγκάλη

Ξενυχτώ τραγουδώντας απαλά

Όχι για φιλοδοξία ή για της μέρας το ψωμί,

Ή για κομπασμό και κολακείας εμπορία
σε από φίλντισι σκηνές

Αλλά για την καλή τη πληρωμή

Της τρυφερής καρδιάς τους

Όχι για τον περήφανο που

χώρια στέκεται άνδρα

απ’ τη σελήνη τη τρελή γράφω
σ’ αυτές απ’ το θαλασσινό αγέρι

τις σελίδες τις βρεγμένες

Ούτε για τους επιβλέποντες νεκρούς

Με τα αηδόνια τους και τους ψαλμούς

Μα για τους εραστές, που τα χέρια τους

Γύρω απ’ τις θλίψεις των καιρών

Αυτούς που δεν πληρώνουν σε κολακεία η μισθό

Ούτε νοιάζονται για τη δεξιοτεχνία μου ή την τέχνη

*Δοκίμιο Μετάφρασης Σ.Φάβρος
**Από το http://stratesphabbros.wordpress.com/2014/03/16/628/

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Μες στο υγρό σκοτάδι

1618191_470897433032413_374007917_o

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα
Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό
Βροχή
μουσικές φωνές
Μες στο υγρό σκοτάδι
Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε
Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα
Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

Μες στο υγρό σκοτάδι (Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου)

David Dick Reviews Ken Bolton and B. R. Dionysius

weranga

threefer

Weranga
by B. R. Dionysius
Walleah Press, 2013

Threefer
by Ken Bolton
Puncher & Wattmann, 2013

Ken Bolton and B.R. Dionysius emerge from different traditions, respectively: a New York School sense of everyday occasion punctuated by the presence and shaping forces of contemporary art (Frank O’Hara and James Schuyler are clearly present in Bolton’s diction); and a modernised kind of Romantic pastoral, littered with juxtaposed objects of the natural and contemporary world. Yet, at admitted risk of over-generalising, both of their recent books can be seen to be dealing with notions of how to write memory in poetry: how to write a poem to be honest to the process, even the implication itself, of remembering. How can language be used in the service of this retrospective vision, they ask; how does language, shaped by differing poetic forms, illuminate, distort or neutralise it?

Threefer extends Bolton’s ongoing study of how to best conceptualise a forever-shifting consciousness. His poetics moves in, and against, a personal and collective artistic and poetic milieu, littered with acquaintances, the urban, the voice of the autonomous poem itself, and the artistic works and figures he admires (even, sometimes detracts):


bland, bleak, Turneresque That old bore give me one of the other great names instead almost any will do Dufy, Picasso Gerhard Richter maybe not Stan Brakhage
(‘On Reflection’)

Continue reading →

Δημήτρης Τρωαδίτης, Υποχρεώσεις

10374877_680477162022101_8142138404682229633_n

Να καθορίσουμε τα ακαθόριστα
να διασπάσουμε τα αδιάσπαστα
να συνδέσουμε τα ασύνδετα
να πατήσουμε τα απάτητα
να γιορτάσουμε τ’ αγιόρταστα

όλα αυτά μαζί
και να λιποτακτήσουμε
κάτω απ’ τη μύτη
των πολυεθνικών

ν’ αποπειραθούμε
να διασχίσουμε αμαχητί
τις λεωφόρους ταχείας κυκλοφορίας

Σπύρος Μεϊμάρης, Άρχισε να Παιανίζει η Μουσική

Άρχισε να παιανίζει η μουσική
κι εγώ να λικνίζομαι.
Όλα ήταν όμορφα, μα πως έγινε αυτό;
Η δύναμη της ψυχής μου το κατόρθωσε.

Ο ρυθμός, ο μαγικός ρυθμός με πήρε μαζί του.
Οδεύω προς τα εκεί.
Αισθήσεις και αναμνήσεις έγιναν ένα.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα.

Ο ρυθμός είναι το παν.
Ο ρυθμός σε παρασύρει.
Ο ρυθμός σε διευθύνει.
Ο ρυθμός είναι boss.

Γυρίζω πίσω εκεί που βρίσκεται η ψυχή μου.
Γυρίζω πίσω εκεί που άφησα τη φωνή μου.
Γυρίζω πίσω εκεί που έχασα τον εαυτό μου.

Γυρίζω εκεί που όλα είναι μαζί ταυτόχρονα.
Πέρασε η εποχή των αμφιβολιών,
πέρασε η εποχή των ενδοιασμών, των φόβων και των πόνων. Ο ρυθμός μ’ έπιασε για τα καλά.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Χάντρες ΙΙ

7879_10151757502383185_2060034675_n

VΙ

Τόσες και τόσες
απαντήσεις ψάχνουν για
μια ερώτηση.

VΙΙ

Είμαι ντεμοντέ.
Πέρασα τα τριάντα
κι ονειρεύομαι.

VΙΙΙ

Όνειρα γλυκά.
Πληροφορίες εντός.
Τιμές στο κόστος.

ΙX

Έβαλε φωτιά
να κάψει το παρελθόν
κι έγινε στάχτη.

X

Άσπλαχνη μέρα
δολοφονεί τη νύχτα
και τ’ όνειρό μου.

Elisabeth Hames-Brooks, Gold and ruby

maxresdefault

Sharing the circle of memory,
laughing, longing and living,
loss and corroboree’s dance,
and ‘welcome to country’…
an Italian husband,
bub-a-chinos for grandchildren,
an embodied female concrete poetry selfie,
and the issues of gender, race and class.

World war soldiers,
looking forward to war being won,
and Vietnam’s pilgrimage carved,
to women in black,
survivors remembering Kabul’s flowers,
and rockets…
counting the days till my Dad comes home,
and now he is a hero because he is dead.

Respecting safety,
bang… weapons,
and life is gone.

Fire breathing dragons and one last drink,
George and cutting off the dragon’s head,
to ever after, and living happily.

From Melawi to England as a nanny,
speaking posh, and a peg for the nose,
to saying Grace, then back home.

Magnets and chemistry meets physics,
explosions in London’s Underground,
a father back from the Western Desert,
John Lande stopping to help a running mate,
and Melbourne’s crowds that turn out.

The rock in the chest,
jutting and sticking,
Victorian volcanic blue stone as it
breaks reflections on the water’s edge.

The winner with twelve votes,
to the warmth of red,
gazing into turquoise view,
a mountain…love swept, music spinning,
the waiting one –

a mother’s love.

*Celebrating Poetry@fedsqure, 21st June 2014, Federation Square, Melbourne, featuring Western Union Writers, including Helen Cerne, Margaret Campbell, Chris Ringrose, Bronwen Hickman, Richard Dove, Bernadette Smallwoood, Bridh Hancock, Janet Howie, Kip Singh Chauli and Johnathan Griffiths and contributing others. LHB